Η μουσική του «Peaky Blinders» σκίζει, η ταινία όχι και τόσο
Κυκλοφόρησε στο Netflix η κινηματογραφική μεταφορά της διάσημης βρετανικής σειράς με πρωταγωνιστή τον Κίλιαν Μέρφι η οποία αφήνει ανάμεικτες εντυπώσεις.
Μια αφελής μιλένιαλ μελαγχολία με έπιασε βλέποντας το χαρακτηριστικό λογότυπο του «Peaky Blinders» στους τίτλους αρχής της κινηματογραφικής εκδοχής του με τίτλο «The Immortal Man». Όχι γιατί αισθάνθηκα πως θα μου λείψει το σύμπαν μιας σειράς που παρακολουθούσα φανατικά, όσο γιατί σκέφτηκα πως σταδιακά αποχαιρετούμε όλες τις πραγματικά πρωτότυπες, επιδραστικές και απολαυστικές τηλεοπτικές παραγωγές που έκαναν υποφερτά τα ‘10s, όπως πρόσφατα το «Stranger Things». Από την άλλη αυτό το συναίσθημα δεν κράτησε για πολύ, αφού γρήγορα κατάλαβα ότι η ταινία «Peaky Blinders» θα ήταν στην ουσία μια ακόμα μεγάλου μήκους αφορμή για να συνεχίσει το Netflix να παράγει περιεχόμενο. Πόσο αφελές εκ μέρους που ξέχασα ότι στην εποχή του streaming τίποτα, στα αλήθεια, δεν τελειώνει ποτέ.

Peaky Blinders vs. ναζί, 0-1
Η σειρά του Στίβεν Νάιτ, ο οποίος υπογράφει το σενάριο του φιλμ φυσικά, ξεχώρισε κατά βάση για τρεις λόγους. Αρχικά γιατί διατύπωσε μια νέας κοπής «βρετανίλα», έχοντας ως βάση το «δρομίσιο» coolness του Γκάι Ρίτσι χωρίς την «ταραντινότητά» του, στην οποία η βίαιη αρρενωπότητα επιτελείται με τόσο αψεγάδιαστο στιλ που έφερε σε επαφή τους άντρες με την έννοια του μοντέρνου μπαρμπέρικου, καλώς ή κακώς (Outsiders μόνο, παρεμπιπτόντως). Έπειτα, ήταν ένα καθαρόαιμο μεν, πιο λαϊκό δε γκανγκστερικό αφήγημα, το οποίο έκανε γκελ ιδιαίτερα στο κοινό που είχε μάθει απ’ έξω τις ατάκες του «Green Street Hooligans», καλώς ή κακώς (ξέρω τουλάχιστον δέκα Πατησιώτες που δήλωναν West Ham στην εφηβεία εξαιτίας του). Κερασάκι στην τούρτα, ο ρομαντικός αντι-ήρωας Τόμας Σέλμπι του Κίλιαν Μέρφι. Ο Ιρλανδός οσκαρικός ηθοποιός δεν ήταν απλά ο ιδανικός για το συγκεκριμένο ρόλο, αλλά εμβάθυνε στη ψυχολογική περιπλοκότητα ενός άντρα που μπορεί ταυτόχρονα να είναι ψυχρός εκτελεστής, διπλωματική διάνοια και παραδομένος στα πάθη του. Αν θέλετε, ένας Τόνι Σοπράνο που δεν πάει σε συνεδρίες, αλλά τουλάχιστον διαπιστώνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά μέσα του.
Έτσι, συμπτωματικά, ξεκινά και η δράση του «Immortal Man» που τοποθετείται με φόντο το 1940 και τον πρώτο χρόνο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Σέλμπι απομονωμένος από τους πάντες και κλεισμένος στην έπαυλή του, στοιχειώνεται από τις τραυματικές μνήμες του στρατιωτικού παρελθόντος και το συναισθηματικό κόστος των διαδοχικών απωλειών συγγενών και φίλων. Παράλληλα, στο Μπέρμιγχαμ την οργάνωση έχει αναλάβει ο γιος του, ο Δούκας Σέλμπι (Μπάρι Κίγκαν), με τον οποίο είναι πλήρως αποξενωμένοι. Το πρόβλημα είναι πως ο νεαρός είναι ριψοκίνδυνος, περισσότερο αιμοδιψής από τον πατέρα του και με τελείως ξεχαρβαλωμένη ηθική πυξίδα. Γεγονός που τον οδηγεί στα προδοτικά σχέδια ενός δολοπλόκου φασίστα (Τιμ Ροθ), ο οποίος φαντασιώνεται μια Αγγλία σύμμαχο του τρίτου ράιχ.

Peaky Blinders vs. πρωτοτυπία, 0-0
Στο χαρτί, η πλοκή του «Immortal Man» είναι αρκούντως «ψαρωτική». Ποιος δε θέλει να δει αντιφά συμμορίτικα μπάχαλα στα στενά, εξάλλου; Ακόμα περισσότερο, όταν σε αυτα χώνεται και ο Στίβεν Γράχαμ («Adolescence») ο οποίος, επιτέλους, κερνάει τη λιβερπουλιανή προφορά του σε όλο της το μεγαλείο. Έλα όμως που ο Νάιτ μαζί με το σκηνοθέτη Τομ Χάρπερ («Οι Αεροναύτες», «Wild Rose») επαναλαμβάνουν το σφάλμα πολλών τηλεοπτικών σουξέ που δε συμφιλιώνονται με την ιδέα πως έχουν «πιάσει ταβάνι» (ναι, τελευταία σεζόν «Sons of Anarchy», σε εσένα μιλάω).
Διότι το δημιουργικό δίδυμο συντονίζεται πλήρως με τη λογική του Netflix η οποία θέλει τη διεύρυνση του βρετανικού franchise με κάθε κόστος αντί να το αφήσει στην ησυχία του. Για αυτό και το μόνο στοιχείο που κάνει «Immortal Man» ταινία είναι η αισθητική και η διάρκειά του. Στην πράξη, θυμίζει περισσότερο τον πιλότο μιας νέας σεζόν παρά ένα φινάλε. Αλλά επειδή, κιόλας, οφείλει να βάλει τέλος στην κυρίαρχη ιστορία που απασχολεί το «Peaky Blinders», τον υπαρξιακό Γολγοθά του πρεσβύτερου Σέλμπι, αφηγηματικά αυτό που βλέπουμε είναι αρκετά βεβιασμένο και άνισο. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει σαφής αφηγηματική προσήλωση, ακόμα και εάν παραβλέψουμε πως το σεναριακό πλαίσιο βασίζεται στην κορεσμένη ιδέα της «μιας τελευταίας κομπίνας». Δηλαδή, την ίδια στιγμή που διεκπεραιωτικά αναπτύσσονται τα εσωτερικά διακυβεύματα του χαρακτήρα του Κίγκαν, αφού είναι σαφές ότι στο μέλλον θα επιστρέψει με κάποιον τρόπο στις οθόνες μας, συστηνόμαστε σε καινούριους χαρακτήρες και σε διακοπές της δράσης για χάρη ενδοσκοπικών – χαμηλότονων στιγμών όπου οι ήρωες συντρίβονται από το βάρος των ενοχών τους. Με άλλα λόγια, λίγο «μουντίλα», λίγο Νικ Κέιβ, λίγες «ανατροπές», συνολικά ένα αναμάσημα των καλυτερων επιτυχιών του «Peaky Blinders» για να ικανοποιηθούν(;) οι συνδρομητές.
Εν τω μεταξύ, το «Immortal Man» αδικεί την ποιότητά του, αφού είναι εμφανώς επιμελημένο. Στις καλύτερες στιγμές του, σε μεγάλο βαθμό χάρη στον Μέρφι, τείνει να γίνει λυρικό καθώς ο πληγωμένος πρωταγωνιστής αντιλαμβάνεται πόσο μόνος έχει μείνει και το πώς έχει αφιερώσει τη ζωή του σε έναν κόσμο όχι απλά βίαιο, αλλά αποφασισμένο να διαιωνίζει ένα μάταιο, ιδιοτελή κυνισμό. Αυτή η τάση προς την υπερβατικότητα θυσιάζεται για βιντεοκλιπίστικες σεκάνες, ναι ανακαλύψαμε άπειρη μουσική χάρη στο «Peaky Blinders» – αλλά ήμαρτον, που συνδυάζονται με καθόλου διακριτικές απόπειρες προετοιμασίας του επόμενου οπτικοακουστικού κεφαλαίου. Για αυτό και η κατακλείδα που ακολουθεί συνδέεται με τον πρόλογο. Όταν μια ταινία ή σειρά ήξερες πως πρόκειται, όντως, να τελειώσει, οτιδήποτε συνέβαινε αποκτούσε διπλάσια σημασία και επίδραση. Είναι ένας από τους βασικούς λόγους που τόση μιλένιαλς δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» ή το «Χάρι Πότερ», ας πούμε (grow up, επίσης, σόρι). Όταν, όμως, είναι τόσο ξεκάθαρο πως κάθε τέλος είναι κάλπικο, ε, πόσο πολύ να νοιαστείς πια;