Το ατελείωτο φινάλε του «Stranger Things» είναι δυστυχώς μια απογοήτευση

Το ατελείωτο φινάλε του «Stranger Things» είναι δυστυχώς μια απογοήτευση

Η δημοφιλής σειρά έριξε αυλαία «βουλιάζοντας» το Netflix, αλλά και την υπομονή μας.

Σε μια από τις γιορτινές μαζώξεις του Δεκεμβρίου, μια καλή φίλη μού θύμισε πως την πρώτη σεζόν του «Stranger Things» την είχαμε δει σχεδόν μονοκοπανιά σε μια σπιτική αραγματική στα Πατήσια. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα καμία ανάμνηση από εκείνο το βράδυ, εξάλλου μιλάμε για το μακρινό καλοκαίρι του 2016. Ωστόσο, στη δεκαετία που μεσολάβησε το πολιτισμικό αντίκτυπο της σειράς του Netflix γιγαντώθηκε, ενδεικτικά οι θεάσεις της τελευταίας σεζόν έσπασαν ρεκόρ ξεπερνώντας τα 34 εκατομμύρια, οι νεαροί πρωταγωνιστές μεγάλωσαν και βρίσκονται σήμερα στην ηλικία που ήμασταν εμείς όταν τους βλέπαμε στην τηλεόραση για πρώτη φορά, δηλαδή, στις αρχές των είκοσι. Και αν μη τι άλλο, αν κάτι αποδεικνύει πως ένα καλλιτεχνικό έργο έχει πετύχει, όντως, να αφήσει αποτύπωμα στην ποπ κουλτούρα, είναι το να το βλέπεις να «ντύνει» ως περιτύλιγμα αγνώστου προέλευσης προϊόντα. Όπως το αμφιβόλου γνησιότητας γλειφιτζούρι «Stranger Things» που αντίκρισα στο παραφορτωμένο ράφι του περιπτέρου, δίπλα ακριβώς στο προαναφερθέν σπίτι, λίγο πριν το εναρκτήριο «play» του πέμπτου κύκλου.

Το τέλος της νοσταλγίας

Μάλλον είναι περιττό να υπενθυμίσω γιατί η σειρά που δημιούργησαν τα αδέρφια Ντάφερ έγινε ακαριαίο σουξέ. Ωστόσο, καθώς είναι σημαντικό για τον παρακάτω σχολιασμό που περιλαμβάνει μικρά spoilers, στέκομαι σε λίγα βασικά σημεία. Μέσα από τις μεταφυσικές περιπέτειες των έφηβων ηρώων που παίζουν φανατικά Dungeons & Dragons, αναβίωσε το είδος του φανταστικού και των περιπετειωδών buddy movies που είχε παραγκωνιστεί από το mainstream, απηχώντας μία από τις χρυσές εποχές του, τη δεκαετία του ’80. Χωρίς να συνιστά ένα επιφανειακό κολλάζ αναφορών, το «Stranger Things» κλείνει το μάτι σε εμβληματικές αφηγήσεις των genres, από το «Πνεύμα του Κακού» («Poltergeist», 1982) και το «Goonies» (1985) μέχρι το «Στάσου Δίπλα Μου» («Stand By Me», 1986), δίνοντας έμφαση στην υποβλητική δράση, τους οικείους πλην ξεχωριστούς χαρακτήρες και μια πρωτότυπη πλοκή στην οποία ο ανταγωνιστής (τα τέρατα) είναι πειστικά τρομακτικοί. Με απλά λόγια, δηλαδή, αποτέλεσε ένα άριστο δείγμα φρέσκιας ψυχαγωγίας με επιπλέον ατού το ότι μάζεψε μπροστά από την οθόνη διαφορετικές γενιές. Κυρίως τους Gen Xers που μεγάλωσαν βλέποντας τις παραπάνω ταινίες και ξαφνικά βρήκαν εύφορο έδαφος για κατανάλωση νοσταλγίας, όπως επίσης τους millennials που αναγνώρισαν στη ρίζα του γενετικού υλικού του νοερές συνδέσεις με παρόμοιες ιστορίες της δικής τους φουρνιάς. Όπως αυτή του φρέσκου τότε «Χάρι Πότερ», για παράδειγμα, όπου επίσης στον πυρήνα βρίσκεται μια παρέα «αντισυμβατικών» φίλων, η οποία μάχεται το κακό χρησιμοποιώντας παράδοξα μέσα θέλοντας να σώσει τον κόσμο. Ωστόσο, καθοριστικό για την επιτυχία του «Stranger Things» ήταν το στιλιζάρισμά του. Ο συνδυασμός της απενοχοποιημένης nerd κουλτούρας και της ρετρό αισθητικής, σε επίπεδο μόδας και μουσικής κατά βάση, έδωσε μια γοητευτική ταυτότητα στην παραγωγή που έμοιαζε πια με μια ξέφρενη χρονομηχανή.

Θύμα του εαυτού του

Για τις δύο αρχικές σεζόν, τουλάχιστον, η σειρά ενθουσίασε δικαίως, γιατί πέτυχε μια πωρωτική ισορροπία υπαινιγμού και αληθοφάνειας. Το σασπένς λειτουργούσε διότι δικαιώνονταν οι προσδοκίες μας, την ίδια ώρα που δεν αναλυόταν εξαντλητικά το τι ακριβώς συνέβαινε με το Upside Down και την υπόλοιπη υπερβατική διάσταση που περιτριγυρίζει την πόλη του Χόκινς. Έτσι διατηρούταν ένα υποσχόμενο μυστήριο και ταυτόχρονα προέκυπτε το περιθώριο ανάπτυξης κρίσιμων διακυβευμάτων γύρω από τους πρωταγωνιστές. Σε αυτό ειδικά επένδυσαν γερά οι Ντάφερ όταν, από τον τρίτο κύκλο και έπειτα, μοίρασαν τη δράση σε πλοκές που απομόνωναν τους ήρωες και επικεντρώνονταν σε αποστολές που εξελίσσονταν παράλληλα. Επιλογή δραματουργικά έξυπνη η οποία, όμως, συνοδεύεται από οφθαλμοφανή ελαττώματα. Όπως το ότι για να σταθεί αφηγηματικά αυτή εξάπλωση, ξαφνικά ξοδευόταν πολύς χρόνος σε περιττές εξηγήσεις ή θεωρίες που δε σημαίνουν τίποτα. Γιατί στην τελική, το να ακούς ένα μακροσκελή διάλογο μεταξύ εφήβων με χόμπι την κβαντική φυσική και το D&D δε θα σε κάνει να αγχωθείς, όντως, για το αν θα κατατροπωθεί ένα τέρας από το υπερπέραν. Συν τοις άλλοις, τα σενάρια άρχισαν να βασίζονται όλο και περισσότερο σε τεμπέλικα ευρήματα, όπως εκείνο των κακών Σοβιετικών, τη στιγμή που μοιραζόταν άνισα η προσοχή ανάμεσα στους βασικούς χαρακτήρες Γουίλ (Νόα Σναπ) και Ελ (Μίλι Μπόμπι Μπράουν) σε σχέση με τους υπόλοιπους. Παρόλα αυτά, το «Stranger Things» είχε δυναμική ενέργεια και εφεύρισκε σταθερά τρόπους να συντηρεί το θετικό σούσουρο γύρω του και την αγωνιώδη προσμονή για τη συνέχεια. Τουλάχιστον μέχρι να έρθει η ώρα ενός φινάλε ξεχειλωμένου, το οποίο αδικεί την ίδια την παραγωγή.

Ένα campaign που κρατάει για πάντα

Η τέταρτη σεζόν έκανε πρεμιέρα το καλοκαίρι του 2022 σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους για την παρέα του Χόκινς. Στο ενδιάμεσο βέβαια, οι πρωταγωνιστές είχαν γίνει σούπερ σταρ και το Netflix καλούνταν να διαχειριστεί τόσο την παρουσία τους στην οθόνη όσο και να εφεύρει έναν τρόπο να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τη δημοφιλία τους. Έτσι, η πλατφόρμα κυκλοφόρησε τον τέταρτο κύκλο σε δύο μέρη, αυξάνοντας τον προϋπολογισμό και τις διάρκειες των επεισοδίων κατακόρυφα. Μοτίβο που επαναλήφθηκε με ανανεωμένο ζήλο τώρα, όπου τα οκτώ κεφάλαια της κύκνειας περιπέτειας απλώθηκαν σε τρία μέρη και σε χρονική έκταση που θύμιζε ταινία. Η ιστορία έχει δείξει πως όταν τηλεοπτικοί πάροχοι προχωρούν σε τέτοιες επιλογές, το τελικό αποτέλεσμα υποφέρει πάντα και το «Stranger Things» δεν ήταν η εξαίρεση.

Το μεγαλύτερο σφάλμα των Ντάφερ που καταδίκασε εξαρχής την κατακλείδα της σειράς, ήταν η επιλογή να προσηλωθούν σε μια σύγκρουση κόσμων και όχι σε μια μάχη μεταξύ ηρώων. Κατά συνέπεια, σημαντικό κομμάτι της δράσης μοιάζει με συνέδριο αστρονομίας για χομπίστες στο οποίο οι ανύπαρκτες ορολογίες δίνουν και παίρνουν. (Αυτό)σαρκαστικά, μέχρι και η Μαξ (Σέιντι Σινκ) καταλήγει να λέει πως πάτωσε στη Φυσική, οπότε θα εμπιστευτεί τους σπασίκλες («I got a C minus in physics so I’ll trust the nerds»), επαληθεύοντας πως όσα ακούμε δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα. Ενώ σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως π.χ. το «Wire» ή το «Succession», η ακρόαση ορολογίας που δεν ξέρεις τι σημαίνει σε εντάσσει στην εξέλιξη της υπόθεσης, εν προκειμένω κουράζει με τον όγκο της αχρείαστης πληροφορίας. Για αυτό και, ακόμη, οι πιο ανθρώπινες στιγμές του πέμπτου κύκλου, όπως το coming out του Γουίλ που φρίκαρε τους ομοφοβικούς του ίντερνετ, μοιάζουν είτε παράταιρες είτε ενταγμένες βεβιασμένα. Δεν είναι τυχαίο δε, ότι οι διάλογοι είναι τόσοι πολλοί που τα περισσότερα memes για τη σειρά θίγουν ακριβώς το ότι παρόλο που το Χόκινς καίγεται, στις κρισιμότερες στιγμές οι χαρακτήρες θυμούνται να λύσουν όλες τις άλυτες εκκρεμότητές τους.

Μια πιθανή εξήγηση για το παραπάνω φαινόμενο είναι η τάση πολλών τηλεοπτικών παραγωγών τελευταία να χρησιμοποιούν τις προφορικές επεξηγήσεις ούτως ώστε να μπορούν να παρακολουθούν μια σειρά ακόμα και όσοι κάνουν κάτι άλλο παράλληλα. Ωστόσο, όσο και εάν ευσταθεί αυτή η ερμηνεία, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το βαθμό στον οποίο οι Ντάφερ προτίμησαν αντί να προστατέψουν το υλικό τους, να συμμορφωθούν με μια λογική που το βλάπτει έμπρακτα. Από την άλλη, βλέποντας την πηχτού πλην ρηχού συναισθηματισμού σκηνοθεσία τους για το τελευταίο επεισόδιο, ίσον συνεχές μοντάζ flashback με συγκινητική μουσική στη διαπασών και πλάνα σε αργή κίνηση, ε, μπορεί και να ισχύει. Συνοψίζοντας, το «Stranger Things» δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία σειρά που απογοητεύει με το τέλος του επιλέγει. Μάλιστα, πιθανότατα δε θα γνωρίσει καν το μέγεθος της ψηφιακής οργής που γνώρισαν έτερα σουξέ όπως το «Game of Thrones». Αποδεικνύει, όμως, την αδυναμία των streamers να διαχειριστούν τα πολιτισμικά προϊόντα τους ως αυτό που είναι, δηλαδή καλλιτεχνικά έργα. Και τέλος, η τελευταία παρτίδα του Hellfire Club τοποθετεί το Netflix σε μια παράξενη θέση, αφού δεν έχει καμία αντίστοιχου μεγέθους σειρά να το διαδεχθεί. Έρχονται, όμως, και τα spin-offs…

Σχετικά άρθρα