Πέντε μαγαζιά που βαρεθήκαμε να βλέπουμε σε κάθε γωνιά
Από τον φρέντο μέχρι το κούρεμα-ξύρισμα, η ελληνική επιχειρηματικότητα έχει τις εμμονές της.
Περιεχόμενα
Είναι γνωστό ότι ο Έλληνας θέλει να γίνει αφεντικό του εαυτού του. Ανέκαθεν μικροεπένδυε, έβαζε στην άκρη λίγα χρήματα, έβρισκε ένα μικρό μαγαζάκι και έλεγε το κλασικό: «Κάτι θα κάνω». Είτε το πιστεύετε είτε όχι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 99,9% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα βάσει στατιστικών. Το 2022 καταγράφηκαν περίπου 731.829 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούσαν σχεδόν το σύνολο του επιχειρηματικού ιστού της χώρας.
Μόνο που ο Έλληνας φαίνεται πως τρώει και κάποιου είδους κόλλημα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Μια πετριά περίεργη τρώει, η οποία του λέει: φτιάξε ένα μαγαζί με καφέ. Δεν πειράζει που έχει άλλα δεκαπέντε γύρω σου, φτιάξε κι εσύ ακόμα ένα, να συμβάλλεις στη μικρή επιχειρηματική αποικία καφεΐνης.
Καταλαβαίνετε τι εννοώ, έτσι; Το έχουμε διαπιστώσει όλοι ότι κάποια μαγαζιά φυτρώνουν ανά δέκα μέτρα λες και είναι μια αλλόκοτη μετάλλαξη. Είναι αυτά που θα γράψω παρακάτω. Πέντε μαγαζιά που έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε σε κάθε γωνιά, που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τον λόγο ύπαρξής τους και που, πολλές φορές, ούτε οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να τον εξηγήσουν. Κυρίως, το πώς θα επιβιώσουν με άλλους πέντε να κάνουν το ίδιο ακριβώς δίπλα τους.
Διαβάστε επίσης
Καφές: το εθνικό μας σπορ
Αν η Ελλάδα είχε επίσημη θρησκεία πέρα από την Ορθοδοξία, θα ήταν ο φρέντο εσπρέσο. Ο Έλληνας αγαπάει τον καφέ τόσο πολύ, που η χώρα συγκαταλέγεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης σε κατά κεφαλήν κατανάλωση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κλάδος της καφεστίασης έχει εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, με χιλιάδες καταστήματα σε όλη τη χώρα και την Αθήνα να συγκεντρώνει ένα τεράστιο ποσοστό από αυτά. Μάλιστα, διεθνείς και εγχώριες μελέτες κάνουν λόγο για μια πραγματική «οικονομία των καφετεριών».
Και αναρωτιέμαι: ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που περπατάει στη γειτονιά του, βλέπει επτά καφέ στη σειρά και λέει «εδώ υπάρχει κενό στην αγορά»; Το μόνο κενό είναι στο στομάχι μας πριν πιούμε τον πρώτο καφέ. Γιατί να φάμε δεν έχουμε, αλλά για έναν φρέντο θα τα δώσουμε (και για δύο). Το θέμα είναι, σε ποιόν να τα πρωτοδώσουμε γιατί εδώ η κατάσταση έχει ξεφύγει. Μπαίνεις σε δρόμο εκατό μέτρων και βρίσκεις περισσότερες μηχανές εσπρέσο απ’ ό,τι κατοίκους.
Καφέ – τυροπιτάδικο: ο καφές δεν πίνεται ξεροσφύρι
Εδώ έχουμε τον μικροεπενδυτή που θέλει να το πάει ένα βήμα παρακάτω. Ρισκάρει ο άνθρωπος. Σου λέει, εγώ δεν θα πουλάω μόνο καφέ, θα επεκταθώ και στη σφολιάτα. Θα πουλάω κι ένα σάντουιτς, θα βάλω δίπλα στο ταμείο και μερικές μπάρες δημητριακών (πρωτεΐνης, εννοείται) του πανακρίβου. Φυσικά, και αυτός στον καφέ στοχεύει, γιατί πρόκειται για το εθνικό μας take away και κυρίως, έχει ελάχιστο κόστος παρασκευής.
Και μια πέτρα να σηκώσεις στην Ελλάδα, κάποιον να φτιάχνει καφέ θα δεις από κάτω και το καλύτερο που μου έχει συμβεί είναι που μπήκα τις προάλλες σε μαγαζί με τυριά και αλλαντικά και ανάμεσα στις κεφαλογραβιέρες και τα λουκάνικα βλέπω και μια μηχανή espresso. «Φτιάχνετε και καφέ;» ρωτάω έκπληκτη και ναι, ο άνθρωπος έφτιαχνε καφέ και μάλιστα καλό.
Έχω κι άλλο πρόβλημα. Στη μικρή γειτονιά μου έχει καφέ παντού περιμετρικά και γνωρίζω τους ανθρώπους. Παίρνω καφέ από τον έναν και τον κρύβω όταν περνάω μπροστά από τον άλλον για να μην παρεξηγηθεί. Δεν ξέρω αν ζείτε το ίδιο, αλλά εγώ έχω φτάσει στο σημείο να περπατάω στη γειτονιά με ενοχές και να κρατάω τον καφέ καλυμμένο, όπως κρατούσαν κάποτε τον Ριζοσπάστη.
Διαβάστε επίσης
Φούρνος που έχει και καφέ
Παλιά ο φούρνος πουλούσε ψωμί. Μετά πουλούσε ψωμί και κουλούρια. Μετά έβαλε σφολιάτες. Μετά έβαλε και μερικά γλυκά. Και αφού όλοι γύρω του πουλάνε καφέ, υιοθέτησε την τάση. Σήμερα είναι σχεδόν αδύνατο να βρεις φούρνο χωρίς μηχανή εσπρέσο. Θα πρέπει να είναι τέρμα παραδοσιακός, είδος προς εξαφάνιση.
Είναι παράδοξο το πώς η αρτοποιία στην Ελλάδα παραμένει ένας από τους ισχυρότερους κλάδους λιανικής, με χιλιάδες επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα, αλλά ο καφές τελικά της αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους από μια φρατζόλα ψωμί. Σε λίγο θα ζητάς χωριάτικο και θα σε ρωτούν: «Με γάλα αμυγδάλου ή βρώμης;».
Νυχάδικα: η αυτοκρατορία του ημιμόνιμου
Στη γωνία του δρόμου της γειτονιάς μου υπήρχε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ένα ψιλικατζίδικο. Έκλεινε, άνοιγε ξανά, άλλαζε ιδιοκτήτες, αλλά το περιεχόμενο έμενε ίδιο: τσιγάρα, σοκολάτες, πατατάκια, τσίχλες. Πριν λίγο καιρό έκλεισε ξανά και τώρα μαντέψτε τί θα γίνει. Ειλικρινά, δεν μπορώ να το πιστέψω ότι ένα random μαγαζάκι σ’ ένα συνοικιακό δρόμο θα γίνει νυχάδικο. Αν δεν είχε άλλο η γειτονιά, θα το κατανοούσα. Αλλά έχει άλλα τρία σε απόσταση αναπνοής.
Δεν έχω τίποτα με τα νυχάδικα. Ίσα ίσα, ο κλάδος της αισθητικής γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, καθώς η ζήτηση για υπηρεσίες ομορφιάς αυξάνεται διαρκώς. Αλλά έχω απορία, πόσα νύχια διαθέτουμε ως κοινωνία; Γιατί με τον ρυθμό που ανοίγουν τέτοια καταστήματα, θα έπρεπε κάθε κάτοικος να έχει τουλάχιστον τριάντα δάχτυλα.
Μπαρμπέρικα: η χώρα των fade
Και πάμε στο αγαπημένο μου και θα ξεκινήσω και πάλι βιωματικά. Ένα μαγαζί στη γειτονιά μου ήταν κλειστό για μήνες. Τα κουτσομπολιά της περιοχής -που λειτουργούν πιο γρήγορα και από ειδησεογραφικό πρακτορείο- έλεγαν ότι θα γίνει μπαρμπέρικο. «Αποκλείεται», σκέφτηκα.
Δεν αποκλείεται τίποτα. Μπαρμπέρικο θα γίνει, μου είπε ο άλλος μπαρμπέρης που κουρεύει τα παιδιά μου. Έξαλλος ο άνθρωπος. Είναι ο πιο παλιός στη γειτονιά και τελευταία βλέπει να φυτρώνουν γύρω του μπαρμπέρικα σαν τα μανιτάρια. Η γειτονιά έχει πέντε μπαρμπέρικα, και κυριολεκτώ, σε ακτίνα λίγων τετραγώνων. Συγνώμη, αλλά με ποια λογική πας και ανοίγεις ένα ακόμη ενώ γύρω υπάρχουν ήδη πέντε;
Με τη λογική ότι στην Ελλάδα λειτουργούν πλέον πάνω από μερικές χιλιάδες barber shops. Και ανοίγουν και άλλα γιατί υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι θα είναι τόσο καλοί ώστε όλη η γειτονιά θα εγκαταλείψει τους υπόλοιπους και θα έρθει σε εκείνους. Ίσως να θεωρούν και ότι οι άνδρες θα αρχίσουν να κουρεύονται τρεις φορές την εβδομάδα. Όσο ωραίο και να είναι το fade, αγαπητοί new age μπαρμπέρηδες, δεν μεγαλώνει τόσο γρήγορα το μαλλί.
Δεν ξέρω πώς να τελειώσω αυτό το άρθρο. Θα πω μόνο ότι έχουμε δημιουργήσει έναν μικροανταγωνισμό του παραλόγου. Μαγαζιά που ανοίγουν δίπλα σε πανομοιότυπα μαγαζιά, σε μια αγορά που πολλές φορές δεν μπορεί να τα σηκώσει όλα. Και πράγματι, αρκετά από αυτά δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν για πολύ καιρό.
Σου λένε, μετά, στήριξε την τοπική οικονομία. Πραγματικά, έχεις κάθε διάθεση να το κάνεις. Αλλά πόσους καφέδες να πάρεις μέσα στη μέρα; Πόσες φορές να κουρευτείς; Πόσα νύχια να κάνεις; Ποιον να πρωτοστηρίξεις που προσφέρουν όλοι την ίδια υπηρεσία;
Ξεκολλήστε, Έλληνες. Επενδύστε και σε κάτι άλλο επιτέλους.