Book club: Τα βιβλία που δεν έμειναν στο ράφι του 2025

Book club: Τα βιβλία που δεν έμειναν στο ράφι του 2025

Οι συντάκτες του ΚΛΙΚ διάβασαν μανιωδώς ό,τι έπεσε στα χέρια τους την περασμένη χρονιά και γράφουν για τα βιβλία που κουβαλάνε στο μυαλό τους και στο νέο έτος.

«Η Πωλήτρια» –Βέρα Φραντζή

Τη Βέρα Φραντζή τη διαβάζω όπου τη βρω. Στο Facebook οι αναρτήσεις της είναι μικρά κομψοτεχνήματα. Έτρεξα να πάρω την «Πωλήτριά» της (εκδ. Ψυχογιός) και ξεκίνησα να τη διαβάζω περιμένοντας στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Αυτοβιογραφικό, ρομαντικό και γήινο μαζί, το βιβλίο σε περνάει μέσα από το ασφυκτικό περιβάλλον μιας πολυεθνικής ρούχων στην Ελλάδα της κρίσης. Νεανικοί έρωτες, το κλεινόν άστυ, random άνθρωποι που σε στιγματίζουν και όνειρα που ποδοπατιούνται αλλά με κάποιο, ποιητικό τρόπο, δεν πεθαίνουν ποτέ. Στο βάθος ένα βουνό από φτηνά υφάσματα και μια κοπέλα που κάθε μέρα πονάνε τα πόδια της από την ορθοστασία. –Λίλα Σταμπούλογλου

«Big Swiss» – Jen Beagin

Μετά από αρκετό καιρό, κατάφερα να ολοκληρώσω μια ημερολογιακή χρονιά έχοντας διαβάσει διψήφιο αριθμό βιβλίων. Σημαντικότερο, βέβαια, πως τα περισσότερα από αυτά με ενθουσίασαν σοβαρά, έτσι η επιλογή ενός και μόνο ως καλύτερου ήταν ειλικρινά δύσκολη. Έτσι, συγγνώμη Μάκη Μαλαφέκα («Deepfake», εκδ. Αντίποδες) και Octavia Butler («Εξ Αίματος», εκδ. Αίολος), όχι συγγνώμη Sally Rooney («Ιντερμέτζο», εκδ. Πατάκη) και ειδικά όχι συγγνώμη σε εσένα Βιντσέντζο Λατρόνικο («Τελειότητα», εκδ. Loggia), αλλά το «Big Swiss» της Jen Beagin ήταν ένα από τα πιο απολαυστικά μυθιστορήματα που έπεσαν στα χέρια μου εδώ και πολύ καιρό.

Αυθεντικά πρωτότυπο και αβίαστα αστείο rom-com, το αφήγημα της Αμερικανίδας περιστρέφεται γύρω από μια γυναίκα που αν και διανύει την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, εξακολουθεί να μην έχει κάποιο στοιχειωδώς σαφές σχέδιο για το μέλλον. Μένει σε μια κωμόπολη έξω από τη Νέα Υόρκη όπου και εργάζεται απομαγνητοφωνώντας τις συνεδρίες ενός ψυχολόγου ειδικού στις ερωτικές σχέσεις. Η ρουτίνα της ηρωίδας ανατρέπεται, όμως, όταν παθαίνει εμμονή με τη φωνή μίας από τις θεραπευόμενες η οποία, κιόλας, μοιράζεται μια σειρά από σοκαριστικές προσωπικές αλήθειες.

Στο «Big Swiss» υπήρχαν στιγμές που με έκαναν να προσπαθώ με το ζόρι να συγκρατήσω το γέλιο μου στα ΜΜΜ, μερικές σελίδες προτού η Beagin σκαρφιστεί σκηνές αφοπλιστικής ρομαντικής συγκίνησης, αντιφατική ισορροπία που μόνο κάποιος με γνήσιο ταλέντο στη γραφή μπορεί καταφέρει. Νιώθω πως όσα και να πω θα είναι λίγα, αλλά, ένας επιπλέον λόγος που το διαλέγω είναι το γεγονός πως παραμένει αμετάφραστο στην Ελλάδα, ενώ προλαβαίνετε να το τσεκάρετε προτού γίνει σειρά του HBO και αναπόφευκτα viral. –Γιάννης Καντέα – Παπαδόπουλος

«Τα Πεζογραφήματα» – Μήτσος Παπανικολάου

Το 2025, από τη φάση που είχα μια επαγγελματική σχέση με το βιβλίο, πέρασα ξανά στη φάση της καύλας και ανάγνωσης έτσι-επειδή-μου-αρέσει. Έτσι ξεχώρισα «Τα Πεζογραφήματα» του Μήτσου Παπανικολάου (εκδ. Σμίλη), που είχα αγοράσει από το Επί Λέξει της Ακαδημίας. Πολύ γκοθ αφηγήσεις και καταστάσεις από την πένα του βασανισμένου ποιητή (ναι, είχαμε και άλλον πέραν του Καρυωτάκη), γυναίκες ασθενικές και κατατρεγμένες (Πόε, πονάς;), κόσμοι εσωτερικοί που καταρρέουν (Μωπασάν, κάτσε στη θέση σου), κεριά αναμμένα, παιδιά νεκρά, λίγοι άντρες πρωταγωνιστές, πολλά κουράγια για να τον διαβάσεις χωρίς να μελαγχολήσεις. Δεν θα κλάψεις· θα αναρωτηθείς πώς μπορεί ένας άνθρωπος να καταγράφει τόσες εκφάνσεις του πόνου και του πένθους. Και αυτό λέγεται «λογοτέχνης». –Νούλα Μπίτσικα

«Μια γυναίκα» – Σίμπιλα Αλεράμο

Είναι μεγάλο ταλέντο να μπορείς να γράψεις ένα βιβλίο που διαδραματίζεται σε άλλη εποχή αποτυπώνοντας άρτια τον τρόπο ομιλίας, τον ψυχισμό, τις σκέψεις των ηρώων. Είναι τεράστιο ταλέντο, όμως, να γράφεις ένα βιβλίο που εκατό χρόνια μετά οι αναγνώστες του θα τσεκάρουν ανά μερικές σελίδες αν όντως πρωτοεκδόθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα. Εγώ, τουλάχιστον, κάπως έτσι την πάτησα με την ανώνυμη «Γυναίκα» της «πρώτης φεμινίστριας συγγραφέα της Ιταλίας» (όπως τουλάχιστον την χαρακτηρίζουν οι εκδ. Διόπτρα – μτφρ. Δήμητρα Δότση). Γιατί παρ’ όλες τις τεχνικές αδυναμίες της, η αυτο-μυθοπλασία (βεβαίως δεν λεγόταν έτσι τότε) της Αλεράμο είναι διαποτισμένη από μια σκέψη τόσο φρέσκια όχι μόνο για τον ρόλο της γυναίκας, της μητέρας, της κόρης, της συζύγου αλλά και για τη θρησκεία ή την κοινωνία, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί σήμερα. Και ακόμη πιο ανήκουστο είναι το γεγονός ότι αυτές οι ιδέες γράφονται ως αυτονόητες: όχι ως κάποια τρομερή πρωτοτυπία για την εποχή, αλλά ως το πώς θα όφειλε να σκέφτεται κάθε άτομο που έχει περάσει από αυτόν τον πλανήτη. Από την αφήγηση του βιασμού της και τη σχέση με τον πατέρα της μέχρι την προσπάθεια αυτονόμησης απ’ τον σύζυγό της και την αποδοχή της μητέρας της, η Αλεράμο μας παρασέρνει σε μια συναρπαστική διήγηση που, ακόμα και τις φορές που επαναλαμβάνεται, μας ανταμοίβει με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια τόσο δυσεύρετη όσο και αναγκαία. – Άννα Φαρδή

Σχετικά άρθρα