Γιατί λέμε πως διαβάζουμε Πινιέιρο ενώ διαβάζουμε Μαντά;

Γιατί λέμε πως διαβάζουμε Πινιέιρο ενώ διαβάζουμε Μαντά;

Ο ΟΣΔΕΛ δημοσίευσε στοιχεία για το τι διαβάζουμε από τις δανειστικές βιβλιοθήκες, και το αποτέλεσμα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που βλέπουμε στα social media.

Πριν λίγο καιρό, τον περασμένο Οκτώβριο συγκεκριμένα, δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά τα εξής στοιχεία από τον ΟΣΔΕΛ (aka Οργανισμός Συλλογικής Διατήρησης Έργων του Λόγου): τι διαβάζουν οι Έλληνες βιβλιόφιλοι, δανειζόμενοι από τις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες. Τα στοιχεία, προερχόμενα από 85 βιβλιοθήκες, είναι αμείλικτα: το top 10 είναι μόνο Εκδόσεις Ψυχογιός, και συγκεκριμένα μόνο ελληνική, αισθηματική λογοτεχνία. Θέλετε ακόμα πιο συγκεκριμένα; Μόνο Λέντα Μαντά και Ρένα Ρώσση Ζαΐρη.

πίνακας ΟΣΔΕΛ
Τα στοιχεία του ΟΣΔΕΛ για τις δανειστικές και δημοτικές βιβλιοθήκες, για τα έτη 2023 και 2024.

Αν καις εργατοώρες στο Bookstagram και χτυπάς κάρτα στο Booktok, τότε α) χρειάζεσαι επίδομα αγοράς βιβλίων λόγω του influence που μπορεί να σου ασκηθεί με το εμμονικό ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟ και β) σίγουρα δεν έχεις δει τα παραπάνω βιβλία στην οθόνη σου. Τα έχεις δει στο τραπέζι του πατρικού σου, στο σουπερμάρκετ δίπλα από τα Uncle Ben’s, στα μεγάλα, εμπορικά βιβλιοπωλεία πάνω πάνω στις επιλογές για τους αναγνώστες ή τα top 10 τους.

Στις βιβλιοφιλικές κοινότητες των social media όμως, τζίφος: ανάλογα με το τι ακολουθείς, είτε έχει γεμίσει το feed σου με κουλτούρα [Λατινική Αμερική, Μεξικό, μοιροδαρμένες και μοιρδαρμένοι συγγραφείς, γεννημένες και γεννημένοι σε μη ιδανικές συνθήκες, γεγονός που τις και τους κάνει αξιοεκδόσιμους], ρομάντζα ξενόφερτα, φαντασίας ξενόφερτα, ρομαντοφαντασίας …ξενόφερτα. Πολλά τέτοια βιβλία μπορεί να τα βλέπεις ξανά και ξανά, μια και επανεκδίδονται κάθε χρόνο σε μια νέα έκδοση που πρέπει να έχεις και δεν έχεις, τι κρίμα, δώσε κάτι ανάμεσα σε 19,80€ και 28,90€ ώστε να μετέχεις κι εσύ στο πάρτι του παραληρήματος, μια εικόνα είναι όλα, δεν χρειάζεται να το διαβάσεις κιόλας, δες ένα τζάκετ συλλεκτικό, δες εδώ το σόκορο και μείνε μόκορο.

Γιατί όμως υπάρχει τέτοια διαφορά ανάμεσα στο τι βλέπουμε στα social media και στο τι καταναλώνεται στην πραγματικότητα στις δανειστικές βιβλιοθήκες;

Μπορούμε να κάνουμε τρεις ασφαλείς υποθέσεις:

α) Το bookstagram / booktok διαμορφώνεται βάσει των παραγγελιών των εκδοτικών προς τους content creators και τούμπαλιν

Εν αρχή ην το romantasy, καθώς έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις βιβλιοφιλικές κοινότητες των social. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι μια ομαλή μετάβαση για παιδιά που μεγάλωσαν από μαμάδες / θείες / γιαγιάδες που διάβαζαν Λένα Μαντά και Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη, αλλά αγάπησαν στο μεσοδιάστημα Χάρι Πότερ και Αγώνες Πείνας. Ο πρώτος όρος της υπόθεσης όμως έχει ισχύ μόνο στην Ελλάδα, και όχι παγκοσμίως, αν και μιλάμε για ένα διεθνές trend που καθορίζει τα διεθνή εκδοτικά νερά. 

Ακριβώς και για αυτόν τον λόγο οι ελληνικές βιβλιοφιλικές κοινότητες των social ζητούν με λύσσα βιβλία με διεθνή αντίκτυπο ή και πιο ιδιαίτερες προτάσεις (και χαιρόμαστε για αυτό). Όμως πλέον δεν υπάρχει η ίδια αγνότητα προθέσεων. Όπως οι booktokers / bookstagrammers κάνουν προτάσεις, έτσι ο εκάστοτε εκδοτικός «παραγγέλνει» με τον τρόπο του πόσο θα προβληθεί ένα βιβλίο μέσω αυτών των κοινοτήτων. Ο τρόπος είναι πολύ απλός: ένα pr κουτάκι.

Πχ. το pr box μπορεί να περιέχει ένα κοσμηματάκι (από το Temu), ένα κεράκι (από τα Jumbo), ένα λουλουδάκι (πλαστικό) κι ένα φωτάκι (ε, και αυτό από το Temu είναι, μη με σκάτε) για να διαβάζεις με χαρά και να βγάζεις video με χάρη, ευχαριστώντας τον εκδοτικό που σου το έστειλε, κάτι που θα κάνουν και άλλοι 10-15 creators. Unboxing λοιπόν, και όχι βιβλιοκριτική.

Όταν είναι να γίνει βιβλιοκριτική ούτως ή άλλως, η κλίμακα είναι μεταξύ του μου άρεσε πάαααρα πολύ και του θα μπορούσε να είναι 100 σελίδες μικρότερο. Άσχημη βιβλιοκριτική δεν θα ακούσεις, αφού κανένας bookstagrammer δεν θέλει να χάσει τη δωρεάν ροή βιβλίων που μπορούν να αποκτήσουν δεύτερη ζωή στο metabook.

Και όταν τα κοστολόγια των εκδοτικών δεν βγαίνουν και πρέπει να κοπούν οι λίστες των δωρεάν αντιτύπων, δεν είναι λίγοι οι creators που στέλνουν νυχτιάτικα σε ανυποψιάστους pr-άδες εκδοτικών απειλητικά μηνύματα του τύπου εγώ και η παρέα μου δεν θα ξαναπαίξουμε βιβλία σας αν δεν μας τα στείλετε δωρεάν. Μιλάμε για βιβλιοφιλία, όχι αστεία. Παραγγέλνουν λοιπόν οι εκδοτικοί βιβλία για να προβληθούν στα social, παραγγέλνουν και οι booktokers στους εκδοτικούς για να προβάλλουν. Ποιος αγοράζει τελικά; Κανείς δεν ξέρει.

β) Οι αγνών προθέσεων βιβλιόφιλοι (τουτέστιν, αυτοί που διαβάζουν) δεν έχουν τα χρήματα να χρηματοδοτούν πλήρως το χόμπι τους, άρα καταφεύγουν στον δανεισμό

Μια μέρα, η πρώην διαχειρίστριά μου, η κυρία Κατερίνα, γύρω στα 60, με κάλεσε να της πληρώσω τα κοινόχρηστα. Εκεί, πάνω στα χάλκινα ρέστα άρχισε να μου μιλάει για τα βιβλία που διαβάζει, δείχνοντάς μου άπειρα χαρτιά Α4: πάνω τους έγραφε τίτλο, όνομα συγγραφέα, έκδοση και χρονολογία ανάγνωσης. Κανένα από αυτά τα βιβλία δεν βρισκόταν στο σπίτι της: ήταν όλα δανεισμένα από τη δημοτική βιβλιοθήκη. Όταν τη ρώτησα αν αγοράζει επίσης βιβλία, μου απάντησε με ένα «τι να τα κάνω;». Έλα μου ντε. Αγαπημένος της ήταν ο Μένιος Σακελλαρόπουλος και ανυπομονούσε να φέρει η βιβλιοθήκη της το πιο πρόσφατό του.

Οι νέες προσθήκες στις βιβλιοθήκες είναι μεγάλο event για τα μέλη τους, που είναι πάντα ενημερωμένα, αλλά ποτέ εμμονικά με το φαίνεσθαι της εκάστοτε έκδοσης. Αν και το age group είναι μεγαλύτερο από αυτό των booktokers, η στάση των αγνών-προθέσεων-βιβλιόφιλων είναι πιο αναζωογονητική.

γ) τα ηλικιακά groups είναι διαφορετικά

Το κοινό των ελληνικών αισθηματικών βιβλίων, μεγαλώνει, γερνάει, και σιγά σιγά θα συρρικνωθεί, ειδικά όταν δεν θα μπορούν και οι συγγραφείς τους να παράγουν έργο. Οι εκδοτικοί που βιοπορίζονται από αυτό το έχουν καταλάβει και σπέρνουν romantasy για να θερίσουν Μαντά (ή έστω μια αντίστοιχή της, τουτέστιν εκδοτικό φαινόμενο), μια τάση που δημιούργησε ο Ψυχογιός και πρότερα ο Λιβάνης (πριν παρακμάσει και αρχίσει να χρωστάει της Μιχαλούς). Ακολουθεί ο μίνι Ψυχογιός (βλέπε Διόπτρα), που έχει αφοσιωθεί στο να βγάζει τη Σάρα, τη Τζέι και τη Μαας σε 56 διαφορετικές εκδόσεις, ξεχνώντας πως κάποτε έπαιζε και σε άλλα είδη λογοτεχνίας (ελληνική, αστυνομικό μυθιστόρημα κλπ), νομίζοντας παράλληλα πως με το να κρατάς 1-2 ονόματα από κάθε κατηγορία μπορείς να συντηρείς ολόκληρη κλίκα συγγραφέων, ικανών να αλληλοστηριχθούν σε ένα πεδίο σοσιαλ-μιντιακού και μαρκετινίστικου αλληλοσπαραγμού.

Τι διαβάζουμε, λοιπόν;

Επίσημα, δεν γνωρίζουμε απόλυτα. Τα βιβλιοπωλεία έχουν τα δικά τους top 10 κάθε εβδομάδα, ανά κατηγορία, όμως δεν καλύπτουν τις αγορές που γίνονται μέσω των eshops των εκδοτικών, ούτε και τις αγορές που γίνονται σε εκθέσεις / μπαζάρ βιβλίων. Τα eshops των εκδοτικών έχουν πολλές «πειραγμένες» λίστες με κορυφαίων σε πωλήσεις βιβλίων ώστε να μοστράρουν τους συγγραφείς που έχουν καλύτερο marketing plan ή έχουν παράπονα για την προώθησή τους. Οι λογαριασμοί booktok / bookstagram που έχουν σκοπό να κάνουν influence προσποιούνται πως διαβάζουν συγκεκριμένα βιβλία, στο πλαίσιο δημοσίων σχέσεων. Οι λογαριασμοί που απλά ανεβάζουν ό,τι θέλουν, ανεβάζουν είτε με σκοπό για να την πουν στον πρώην (όπως κάναμε παλιά με τα τραγούδια στο Facebook) / στον νυν / στον μέλλοντα, με στόχο την αναδημοσίευση από άλλους, influencial λογαριασμούς, είτε απλά για να δείξουν κάτι. Δείχνουμε πως διαβάζουμε, και όταν διαβάζουμε δεν δείχνουμε. Η κατανάλωση του βιβλίου στην Ελλάδα είναι ένα περίεργο concept, με πολλούς θεατές και λίγους αγοραστές.

Σχετικά άρθρα