Dating App Fatigue: Όταν έχεις περισσότερες επιλογές από ποτέ και λιγότερη διάθεση να γνωρίσεις κάποιον
Δεν ήταν ποτέ τόσο εύκολο να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο και, παραδόξως, ίσως να μην ήταν ποτέ τόσο κουραστικό
Περιεχόμενα
- Όταν ο έρωτας αποκτά interface
- Το παράδοξο της ατελείωτης επιλογής
- Από την αναζήτηση συντρόφου στην αξιολόγηση ανθρώπων
- Τα chats που δεν έγιναν ποτέ ιστορίες
- Το ghosting και η εξαφάνιση ως καθημερινότητα
- Ίσως δεν βαρεθήκαμε το dating. Ίσως κουραστήκαμε να ελπίζουμε
- Όταν όλοι μοιάζουν προσωρινοί
- Η τελειότητα που δεν υπάρχει
- Η επανάσταση ίσως είναι να σταματήσουμε για λίγο
- Περισσότερη πρόσβαση, λιγότερη παρουσία
Ένα swipe μπορεί να ανοίξει μια καινούργια γνωριμία, ένα μήνυμα να ξεκινήσει μια ιστορία και μια εφαρμογή να μας φέρει, μέσα σε λίγα λεπτά, μπροστά σε δεκάδες ανθρώπους που διαφορετικά πιθανότατα δεν θα συναντούσαμε ποτέ.
Κι όμως, κάτι παράξενο συμβαίνει στη σύγχρονη ερωτική ζωή: όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν στις εφαρμογές γνωριμιών όχι με την προσμονή ότι μπορεί να συναντήσουν κάποιον που θα τους αλλάξει τη ζωή, αλλά σχεδόν από συνήθεια. Κάνουν scroll χωρίς πραγματικό ενθουσιασμό, ανοίγουν συζητήσεις που εγκαταλείπουν στη μέση και επιστρέφουν ξανά και ξανά στην οθόνη, ενώ την ίδια στιγμή αισθάνονται ότι, παρόλο που θεωρητικά έχουν μπροστά τους έναν ολόκληρο κόσμο πιθανών συντρόφων, συναισθηματικά δεν υπάρχει πια αρκετός χώρος για κανέναν. Μήπως, λοιπόν, το πρόβλημα του σύγχρονου dating δεν είναι ότι δεν έχουμε αρκετές επιλογές, αλλά ότι αποκτήσαμε περισσότερες απ’ όσες μπορεί τελικά να αντέξει η ίδια η επιθυμία;
Υπήρχε κάποτε ένα πολύ διαφορετικό είδος προσμονής γύρω από τη γνωριμία. Δεν γνώριζες πότε θα εμφανιστεί ο επόμενος άνθρωπος που θα σου κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον· μπορούσε να συμβεί σε μια παρέα, σε ένα ταξίδι, στη δουλειά, σε ένα πάρτι, σε ένα μπαρ, μέσα από έναν κοινό φίλο ή σε εκείνες τις εντελώς τυχαίες στιγμές που αργότερα αποκτούν τη δική τους μυθολογία ακριβώς επειδή κανείς δεν τις είχε σχεδιάσει. Η πιθανότητα ήταν περιορισμένη και ίσως γι’ αυτό είχε μεγαλύτερο βάρος.
Σήμερα μπορούμε να ανοίξουμε μια εφαρμογή στις έντεκα το βράδυ, καθισμένοι στον καναπέ μας, και μέσα σε λίγα λεπτά να έχουμε δει περισσότερους πιθανούς συντρόφους απ’ όσους ένας άνθρωπος μιας άλλης εποχής θα συναντούσε κοινωνικά μέσα σε εβδομάδες. Το online dating, επομένως, δεν δημιούργησε απλώς έναν καινούργιο τρόπο γνωριμίας. Άλλαξε την ίδια την αρχιτεκτονική της επιλογής και, μαζί της, πιθανότατα άλλαξε και κάτι μέσα μας.
Όταν ο έρωτας αποκτά interface
Το παράξενο με τις εφαρμογές γνωριμιών είναι ότι επιχειρούν να οργανώσουν κάτι που από τη φύση του παραμένει βαθιά ανοργάνωτο: την έλξη. Μας ζητούν να συμπυκνώσουμε έναν ολόκληρο άνθρωπο σε ένα μικρό σύνολο πληροφοριών —μερικές φωτογραφίες, ένα όνομα, μια ηλικία, ένα επάγγελμα, ίσως ένα ύψος, κάποιες προτιμήσεις, ένα έξυπνο prompt, έναν αγαπημένο προορισμό ή ένα τραγούδι— και στη συνέχεια να αποφασίσουμε σχεδόν ακαριαία αν αυτός ο άνθρωπος αξίζει την προσοχή μας. Ενδιαφέρομαι ή προσπερνώ; Αριστερά ή δεξιά; Ναι ή όχι;
Φυσικά, οι εφαρμογές δεν είναι από μόνες τους το πρόβλημα. Έχουν δημιουργήσει σχέσεις, γάμους, φιλίες, οικογένειες και συναντήσεις που διαφορετικά δεν θα είχαν συμβεί ποτέ, ενώ για ανθρώπους με περιορισμένους κοινωνικούς κύκλους ή απαιτητική καθημερινότητα μπορούν πράγματι να διευρύνουν θεαματικά τις πιθανότητες γνωριμίας. Το ψυχολογικά ενδιαφέρον σημείο βρίσκεται αλλού: όταν η γνωριμία οργανώνεται ως μια αδιάκοπη διαδικασία επιλογής, υπάρχει ο κίνδυνος κάποια στιγμή να αρχίσουμε να βιώνουμε και τους ίδιους τους ανθρώπους ως επιλογές.
Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο, γιατί ένας άνθρωπος δεν είναι το προφίλ του. Δεν είναι ούτε η καλύτερη ούτε η χειρότερη φωτογραφία του, ούτε οι πέντε προτάσεις που επέλεξε να γράψει για τον εαυτό του. Καμία οθόνη δεν μπορεί να σου δείξει πώς σε κοιτάζει όταν μιλάς, αν σε κάνει να αισθάνεσαι ασφαλής, πώς γελάει όταν ξεχνά ότι τον παρατηρούν ή αν υπάρχει εκείνη η ανεξήγητη άνεση που μερικές φορές δημιουργείται ανάμεσα σε δύο αγνώστους χωρίς κανείς να μπορεί να εξηγήσει ακριβώς το γιατί. Κι όμως, καλούμαστε να κάνουμε ακριβώς αυτό: να προβλέψουμε τη χημεία πριν προλάβουμε να τη ζήσουμε.
Το παράδοξο της ατελείωτης επιλογής
Θεωρητικά, όσο περισσότερες επιλογές έχουμε τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες να βρούμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Στην πραγματική ζωή, όμως, η αφθονία μπορεί να γεννήσει ένα συναίσθημα σχεδόν αντίθετο από την ελευθερία: την αμφιβολία. Αν υπάρχουν άλλοι εκατό άνθρωποι μόλις ένα swipe μακριά, πόσο εύκολο είναι να επιτρέψεις σε εκείνον που βρίσκεται ήδη απέναντί σου να είναι απλώς άνθρωπος; Να μην είναι τέλειος στο πρώτο ραντεβού, να είναι λίγο αμήχανος, να πει κάτι μέτριο, να μην έχει την ιδανική φωτογραφία ή να χρειαστεί λίγο χρόνο μέχρι να φανεί η γοητεία του;
Η ανθρώπινη έλξη δεν λειτουργεί πάντοτε στιγμιαία. Υπάρχουν άνθρωποι που μας κατακτούν αργά, ακριβώς επειδή χρειάζεται να τους γνωρίσουμε για να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που μας τραβάει κοντά τους. Η λογική της ατελείωτης επιλογής, όμως, μπορεί να κάνει αυτή την υπομονή να φαίνεται σχεδόν παράλογη. Γιατί να περιμένεις να ανακαλύψεις κάποιον όταν μπορείς απλώς να συνεχίσεις να ψάχνεις;
Κάπως έτσι εμφανίζεται μία από τις πιο σύγχρονες ψευδαισθήσεις του dating: η αίσθηση ότι ο επόμενος ίσως είναι λίγο καλύτερος. Λίγο πιο όμορφος, λίγο πιο έξυπνος, λίγο πιο διαθέσιμος, λίγο πιο συναρπαστικός, λίγο περισσότερο «στα μέτρα μας». Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα με αυτή τη σκέψη: ο επόμενος υπάρχει για πάντα.
Από την αναζήτηση συντρόφου στην αξιολόγηση ανθρώπων
Υπάρχει κάτι βαθιά εξαντλητικό στο να αξιολογείς συνεχώς, και οι εφαρμογές γνωριμιών απαιτούν ακριβώς αυτό. Κοιτάς, συγκρίνεις, επιλέγεις, απορρίπτεις, επιστρέφεις, συζητάς και αποφασίζεις ξανά αν αξίζει να συνεχίσεις. Κάποια στιγμή, αυτό που ξεκίνησε ως δυνατότητα σύνδεσης μπορεί να αρχίσει να θυμίζει μια δεύτερη δουλειά, μόνο που αυτή η δουλειά αφορά ένα από τα πιο ευάλωτα κομμάτια της ανθρώπινης εμπειρίας: την ανάγκη να μας επιλέξει κάποιος.
Γιατί πίσω από το interface εξακολουθούν να υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι και, μαζί τους, πραγματικές μικρές απογοητεύσεις. Ένα match που δεν έστειλε ποτέ, μια συζήτηση που πήγαινε υπέροχα και σταμάτησε χωρίς εξήγηση, ένα πρώτο ραντεβού που έμοιαζε ότι θα έχει δεύτερο αλλά δεν είχε, ένας άνθρωπος που έδειχνε ενθουσιασμένος και ξαφνικά εξαφανίστηκε. Καμία από αυτές τις εμπειρίες, μόνη της, δεν είναι απαραίτητα συντριπτική. Όταν όμως επαναλαμβάνονται, μπορούν να δημιουργήσουν κάτι πολύ πιο ύπουλο από την απλή απογοήτευση: κυνισμό.
Και ο κυνισμός λειτουργεί συχνά σαν ένας ιδιόμορφος μηχανισμός αυτοπροστασίας. Αν δεν περιμένω πολλά, δεν θα πληγωθώ πολύ. Μόνο που όταν σταματήσεις να περιμένεις, υπάρχει ο κίνδυνος να σταματήσεις και να εκπλήσσεσαι.
Τα chats που δεν έγιναν ποτέ ιστορίες
Η σύγχρονη ερωτική ζωή είναι γεμάτη από μικροσκοπικές ιστορίες χωρίς τέλος. Μίλησες με κάποιον για τρεις ημέρες, έμαθες πού ταξίδεψε το καλοκαίρι, σου μίλησε για τον σκύλο του, ανταλλάξατε μουσική, γελάσατε, είπατε ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάτε για ένα ποτό — και τελικά δεν πήγατε ποτέ. Λίγες ημέρες αργότερα, η συνομιλία χάθηκε ανάμεσα σε άλλες συνομιλίες και ο άνθρωπος που για λίγο υπήρξε μια μικρή πιθανότητα στη ζωή σου επέστρεψε στην τεράστια δεξαμενή των αγνώστων.
Αυτή είναι μια σχετικά καινούργια μορφή κοινωνικής εμπειρίας: δημιουργούμε ξανά και ξανά μικρές οικειότητες που δεν προλαβαίνουν να γίνουν σχέσεις. Καθεμία ξεχωριστά μπορεί να φαίνεται ασήμαντη, όμως το άθροισμά τους ίσως δεν είναι, γιατί κάθε καινούργια αρχή απαιτεί ένα μικρό ποσό συναισθηματικής ενέργειας. Πρέπει να ξαναπείς ποιος είσαι, να ξαναρωτήσεις τι κάνει ο άλλος, να ξαναδιηγηθείς την ίδια ιστορία, να ξαναχτίσεις χιούμορ, να ξαναβρείς ενδιαφέρον. Και κάποια στιγμή μπορεί να αισθανθείς ότι έχεις κουραστεί να συστήνεσαι — όχι επειδή δεν θέλεις να αγαπήσεις, αλλά επειδή έχεις εξαντληθεί από τις εισαγωγές.
Το ghosting και η εξαφάνιση ως καθημερινότητα
Κάποτε, όταν κάποιος εξαφανιζόταν ξαφνικά από μια γνωριμία, η συμπεριφορά του έμοιαζε τουλάχιστον ασυνήθιστη. Σήμερα η εξαφάνιση απέκτησε ακόμη και όνομα: ghosting. Και μόνο το γεγονός ότι χρειαστήκαμε μια λέξη για να περιγράψουμε το φαινόμενο δείχνει πόσο αναγνωρίσιμο έχει γίνει.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε συνομιλία δύο ημερών απαιτεί έναν επίσημο αποχαιρετισμό ούτε ότι κάθε άνθρωπος που σταμάτησε να απαντά είχε απαραίτητα κακόβουλη πρόθεση. Οι σχέσεις έχουν διαφορετικά επίπεδα εγγύτητας και οι κοινωνικές μας υποχρεώσεις δεν είναι ίδιες σε κάθε στάδιο. Η επαναλαμβανόμενη εμπειρία της ξαφνικής σιωπής, ωστόσο, μπορεί να δημιουργήσει ένα παράξενο είδος ανασφάλειας, επειδή αφήνει πίσω της ένα κενό που ζητά εξήγηση. Τι συνέβη; Είπα κάτι; Βρήκε κάποιον άλλο; Δεν του άρεσα; Θα ξαναστείλει;
Και επειδή η απάντηση συνήθως δεν έρχεται, ο εγκέφαλος κάνει αυτό που κάνει συχνά όταν συναντά ένα κενό: προσπαθεί να το γεμίσει με ιστορίες. Και αυτές οι ιστορίες δεν είναι πάντοτε οι πιο ευγενικές για τον εαυτό μας.
Ίσως δεν βαρεθήκαμε το dating. Ίσως κουραστήκαμε να ελπίζουμε
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ανθρώπινη πλευρά του dating app fatigue. Δεν είναι μόνο η κούραση από το swipe, τις ειδοποιήσεις ή τις ίδιες επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις — «τι κάνεις;», «πού μένεις;», «τι ψάχνεις εδώ;». Είναι η συναισθηματική εργασία της επαναλαμβανόμενης πιθανότητας, γιατί κάθε match κουβαλά για λίγο μέσα του ένα μικρό «ίσως». Ίσως αυτός. Ίσως αυτή. Ίσως αυτή η συζήτηση οδηγήσει κάπου. Ίσως αυτό το ραντεβού είναι διαφορετικό. Ίσως αυτή τη φορά.
Κάθε «ίσως» που τελειώνει απαιτεί μια μικρή συναισθηματική αναπροσαρμογή. Δεν είναι πένθος με τη μεγάλη έννοια, γιατί δεν χάθηκε μια πραγματική σχέση· χάθηκε όμως μια πιθανότητα. Και όταν αυτό επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές, η καρδιά μπορεί να αρχίσει, σχεδόν ασυναίσθητα, να κάνει οικονομία. Να επενδύει λιγότερο, να ενθουσιάζεται δυσκολότερα, να προεξοφλεί την απογοήτευση πριν ακόμη υπάρξει: «σιγά, θα εξαφανιστεί κι αυτός».
Και τότε εμφανίζεται το μεγάλο παράδοξο. Μπαίνουμε σε μια εφαρμογή επειδή θέλουμε σύνδεση, αλλά σταδιακά αρχίζουμε να συμπεριφερόμαστε με τρόπους που μας προστατεύουν ακριβώς από αυτήν.
Όταν όλοι μοιάζουν προσωρινοί
Ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που έφερε το online dating να μην αφορά τελικά τον τρόπο με τον οποίο γνωριζόμαστε, αλλά το πόσο εύκολα μπορούμε να αισθανθούμε ότι ένας άνθρωπος είναι αντικαταστάσιμος. Αν γνωρίσεις κάποιον μέσα σε έναν μικρό κοινωνικό κύκλο, η παρουσία του αποκτά συνήθως μια φυσική συνέχεια: υπάρχουν κοινοί φίλοι, κοινά μέρη, πιθανότητες να τον ξαναδείς, ένα κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η γνωριμία συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και όταν δεν εξελίσσεται αμέσως.
Στο online dating, αντίθετα, ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανιστεί στη ζωή σου την Τρίτη και μέχρι την Παρασκευή να έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος στην πραγματική σου καθημερινότητα. Αυτή η δυνατότητα δημιουργεί ελευθερία, δημιουργεί όμως ταυτόχρονα και μια αίσθηση προσωρινότητας. Και όταν συνηθίζεις στην προσωρινότητα, υπάρχει ο κίνδυνος να πλησιάζεις κάθε καινούργιο άνθρωπο έχοντας ήδη, κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου, την έξοδο.
Η τελειότητα που δεν υπάρχει
Οι εφαρμογές μάς επιτρέπουν επίσης να γίνουμε εξαιρετικά συγκεκριμένοι ως προς αυτό που πιστεύουμε ότι θέλουμε: ηλικία, απόσταση, ύψος, εκπαίδευση, lifestyle, πολιτικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις, ενδιαφέροντα. Ορισμένα από αυτά τα φίλτρα είναι ουσιαστικά, γιατί οι αξίες και οι στόχοι ζωής πράγματι έχουν σημασία. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο πέρα από το οποίο η αναζήτηση συμβατότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε αναζήτηση ενός ανθρώπου κατασκευασμένου ακριβώς στις προδιαγραφές μας.
Και οι πραγματικοί άνθρωποι έχουν μια μάλλον ενοχλητική ιδιότητα: δεν κατασκευάζονται κατά παραγγελία. Ο άνθρωπος που τελικά θα αγαπήσουμε μπορεί να έχει χαρακτηριστικά που, αν τα βλέπαμε γραμμένα σε ένα φίλτρο, θα μας έκαναν να τον αποκλείσουμε πριν καν τον γνωρίσουμε. Γιατί η έλξη δεν είναι Excel και η αγάπη δεν είναι το αποτέλεσμα μιας τέλειας αναζήτησης.
Η επανάσταση ίσως είναι να σταματήσουμε για λίγο
Υπάρχει μια παράξενη πίεση γύρω από το σύγχρονο dating να παραμένουμε διαρκώς «στην αγορά». Αν θέλεις σχέση, πρέπει να ψάχνεις· αν δεν βρήκες, πρέπει να ψάξεις περισσότερο· αν κουράστηκες, να αλλάξεις εφαρμογή· αν απογοητεύτηκες, να γνωρίσεις κάποιον άλλον. Η ακινησία μοιάζει σχεδόν με αποτυχία.
Κι όμως, ίσως μερικές φορές το πιο υγιές πράγμα που μπορούμε να κάνουμε δεν είναι να προσπαθήσουμε περισσότερο, αλλά να σταματήσουμε για λίγο. Όχι ως παραίτηση από την αγάπη, αλλά ως επιστροφή στην ίδια την επιθυμία. Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να θυμηθεί ότι η γνωριμία ενός ανθρώπου δεν είναι ένα project που πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία και, κυρίως, ότι το να είσαι μόνος δεν σημαίνει ότι βρίσκεσαι σε μια αίθουσα αναμονής μέχρι να εμφανιστεί κάποιος.
Περισσότερη πρόσβαση, λιγότερη παρουσία
Αυτό ίσως είναι τελικά το μεγάλο παράδοξο της εποχής. Έχουμε πρόσβαση σε περισσότερους ανθρώπους από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά, αλλά η πρόσβαση δεν είναι το ίδιο πράγμα με την εγγύτητα. Μπορούμε να δούμε εκατό πρόσωπα μέσα σε ένα βράδυ και να μην κοιτάξουμε πραγματικά κανένα, να έχουμε δέκα ανοιχτές συνομιλίες χωρίς να αισθανόμαστε κοντά σε κανέναν, να συγκεντρώνουμε matches και παρ’ όλα αυτά να νιώθουμε ανεπιθύμητοι, να έχουμε περισσότερες επιλογές από ποτέ και συγχρόνως να αισθανόμαστε μόνοι.
Γιατί αυτό που αναζητούμε όταν αναζητούμε έναν άνθρωπο δεν είναι, τελικά, περισσότερες επιλογές. Είναι εκείνη η σπάνια στιγμή κατά την οποία παύουμε να θέλουμε να επιλέγουμε. Η στιγμή που, μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος μας υπενθυμίζει συνεχώς ότι μπορούμε να κάνουμε ακόμη ένα swipe και να δούμε ποιος βρίσκεται μετά, ένας άνθρωπος γίνεται αρκετά ενδιαφέρων ώστε να αφήσουμε επιτέλους την οθόνη κάτω.
Και ίσως αυτή να είναι σήμερα μία από τις δυσκολότερες μορφές οικειότητας: όχι να καταφέρουμε να βρούμε κάποιον μέσα στις άπειρες δυνατότητες, αλλά, όταν πράγματι τον βρούμε, να μπορέσουμε να σταματήσουμε να αναρωτιόμαστε ποιος υπάρχει μετά.