24 ώρες στην Φλώρινα: Ο Ρεμί στα χνάρια του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Δεν είχε ομίχλη ούτε βροχή, είχε όμως οινοποιεία και για πάντα τον «Κοντοσώρο».
Η αγάπη μου για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ήταν ο πραγματικός λόγος που βρέθηκα στη Φλώρινα. Δεν πήγα μόνο για έναν τόπο· πήγα για μια αίσθηση, για εκείνη τη σιωπηλή συγκίνηση που μου αφήνουν οι ταινίες του. Κι επειδή τόσες εικόνες του γεννήθηκαν εκεί, ένιωθα πως κάθε γωνιά της πόλης κουβαλούσε κάτι από τα πλάνα και τα καρέ του.
Κι όμως, όταν έφτασα, η Φλώρινα δεν είχε τίποτα από την ατμόσφαιρα που είχα φανταστεί. Δεν είχε ομίχλη, δεν είχε βροχή, δεν είχε εκείνη τη μελαγχολική, αγγελοπουλική υγρασία που περίμενα, σχεδόν παιδικά, να με τυλίξει. Ίσως γι’ αυτό στράφηκα πιο εύκολα προς το Αμύνταιο και το Κτήμα Άλφα, ένα από τα πιο σημαντικά οινοποιεία της χώρας. Ήξερα ήδη την ιστορία του: πως ιδρύθηκε το 1997 από τον αμπελουργό Μάκη Μαυρίδη και τον οινολόγο Άγγελο Ιατρίδη και πως κατάφερε να κάνει το Ξινόμαυρο και τον ελληνικό αμπελώνα να ακουστούν πολύ πιο πέρα από τα σύνορά μας. Όμως άλλο είναι να το γνωρίζεις και άλλο να βρίσκεσαι εκεί, μέσα σε έναν αμπελώνα που απλώνεται ανάμεσα στις λίμνες Πετρών και Βεγορίτιδας, σε αυτό το ιδιαίτερο φως και το μικροκλίμα του τόπου.

Είχα κλείσει από την ιστοσελίδα τους εκείνο το πρόγραμμα που σε κάνει «αμπελουργό για δύο ώρες». Στην πράξη, δηλαδή, μπαίνεις στον αμπελώνα, κόβεις σταφύλια και ξέρεις πως από αυτά θα γεννηθεί μια Μαλαγουζιά. Δεν θα πω ψέματα: στην αρχή το κοίταξα λίγο καχύποπτα και λίγο ειρωνικά, σαν μια ιδέα φτιαγμένη για ρομαντικούς ανθρώπους που θέλουν να νιώσουν, για λίγο, μέρος μιας ωραίας αφήγησης. Κάπου μέσα μου σκέφτηκα ακόμη και το πιο πονηρό σενάριο, ότι το έκαναν για δωρεάν εργατικά χέρια. Όμως, όταν βρέθηκα εκεί, όταν έπιασα τα σταφύλια στα χέρια μου και μπήκα, έστω για λίγο, στον ρυθμό αυτής της δουλειάς, κατάλαβα ότι η εμπειρία ήταν αληθινή. Και τελικά, ναι, άξιζε πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα.

Από εκεί, μέσα σε μια διαδρομή γεμάτη αμπέλια, βρέθηκα στο Ξινό Νερό και στο εστιατόριο «Κοντοσώρος». Και θέλω πραγματικά να πω πως, αν βρεθεί κανείς εκεί, αξίζει να δοκιμάσει το ξινόνερο στην αυθεντική, μη εμπορεύσιμη μορφή του. Με εντυπωσίασε ειλικρινά το γεγονός ότι μιλάμε για ένα φυσικό νερό με τόσο ιδιαίτερο χαρακτήρα· είναι από εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που τελικά μένουν μέσα σου περισσότερο απ’ όσο νομίζεις.
Ο «Κοντοσώρος» δεν είναι απλώς ένα εστιατόριο. Κουβαλά τη μορφή και τη μνήμη του Νίκου Κοντοσώρου, ενός εμβληματικού αυτοδίδακτου μάγειρα που κατάφερε να αναδείξει τη δυτικομακεδονική κουζίνα και να μετατρέψει αυτό το απομακρυσμένο χωριό σε γαστρονομικό προορισμό. Σήμερα το τιμόνι το κρατά η κόρη του, η Ιλιάνα Κοντοσώρου, και ομολογώ ότι συγκινήθηκα από τον τρόπο με τον οποίο νιώθεις πως συνεχίζεται κάτι πολύ βαθύ και οικογενειακό. Το υπόγειο κελάρι με τις εκατοντάδες ετικέτες και ο ξενώνας στον πάνω όροφο δεν είναι απλώς παροχές· είναι κομμάτια μιας ολόκληρης φιλοσοφίας φιλοξενίας.



Στο φαγητό ένιωσα καθαρά αυτή τη συνέχεια: τα εμβληματικά πιάτα του ιδρυτή παρέμεναν εκεί, αλλά μαζί τους υπήρχαν και νέες πινελιές. Και στάθηκα πολύ στην Ιλιάνα, γιατί μου έδωσε την αίσθηση μιας μαγείρισσας που δεν διαχειρίζεται απλώς μια κληρονομιά, αλλά τη συνεχίζει με ψυχή. Οι κεφτέδες σουτ μακάλο, τα σουτζουκάκια και ο πελτές Φλωρίνης είχαν μέσα τους όλη τη δύναμη, τη θέρμη και την ένταση αυτού του τόπου. Ήταν από εκείνα τα πιάτα που δεν τα θυμάσαι μόνο γευστικά, αλλά σχεδόν συναισθηματικά.
Το τέλος αυτής της μικρής διαδρομής με βρήκε στο Σκλήθρο, για έναν καφέ και μια ήσυχη βόλτα. Είναι από εκείνα τα χωριά που δεν χρειάζονται πολλά για να σε αγγίξουν· αρκεί να τα περπατήσεις αργά και να αφεθείς. Εγώ, τουλάχιστον, έτσι το ένιωσα: σαν έναν τόπο που σε κερδίζει χωρίς θόρυβο και σου μένει πιο βαθιά απ’ όσο περιμένεις.
