Θα γύρναγα στην Κέρκυρα μόνο για το «Βενετσιάνικο Πηγάδι»

Θα γύρναγα στην Κέρκυρα μόνο για το «Βενετσιάνικο Πηγάδι»

Η πρώτη μου σκέψη, μόλις κάθισα, ήταν πως, αν δεν είχα ήδη παντρευτεί, θα χώριζα τη γυναίκα μου μόνο και μόνο για να της ξανακάνω πρόταση γάμου εκεί.

Αγαπώ πολύ την πόλη της Κέρκυρας. Την αγαπώ ακόμα και όταν με ταλαιπωρεί, ακόμα και όταν, όπως φέτος το καλοκαίρι, ένιωσα πως χρειάζεται σχεδόν υπομονή μοναχού για να προσεγγίσεις οποιοδήποτε σημείο της, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Κίνηση, κόσμος, στενά γεμάτα, μια πόλη που μοιάζει να σε δοκιμάζει πριν σου επιτρέψει να την απολαύσεις. Κι όμως, όσο κι αν γκρίνιαξα μέσα μου, είχα αφήσει για το τελευταίο βράδυ κάτι που ήξερα πως θα με αποζημιώσει: ένα δείπνο στο Βενετσιάνικο Πηγάδι.

Το Βενετσιάνικο Πηγάδι, ή Πηγάδι της Κρεμαστής, βρίσκεται στην Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, σε μία από εκείνες τις μικρές πλατείες που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, αλλά τελικά μένουν στη μνήμη σου περισσότερο από τα μεγάλα αξιοθέατα. Η πλατεία Κρεμαστής, μπροστά στην ομώνυμη εκκλησία, έχει μια σπάνια ησυχία, σχεδόν θεατρική. Το πηγάδι κατασκευάστηκε το 1699 από τους Ενετούς, ως μία από τις επίσημες δεξαμενές που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα της λειψυδρίας στην πόλη. Οκτάγωνο, σκαλισμένο, με ανάγλυφα λουλούδια, σταυρούς και μικρά μαρμάρινα προσωπεία, μοιάζει να κουβαλά ακόμη επάνω του όλη την ιστορία της παλιάς Κέρκυρας.

Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, δεν πήγα εκεί μόνο για να χαζέψω την πλατεία και το ίδιο το πηγάδι. Δίπλα ακριβώς σε αυτό το ατμοσφαιρικό σκηνικό βρίσκεται το εστιατόριο Βενετσιάνικο Πηγάδι, ένα από τα πιο ιδιαίτερα και πολυβραβευμένα εστιατόρια της Ελλάδας. Τα τραπέζια του απλώνονται γύρω από το ιστορικό πηγάδι με τρόπο ρομαντικό, χωρίς υπερβολές, σαν να στήθηκε όλο το σκηνικό για μια βραδιά που θέλεις να θυμάσαι. Υπό τη διεύθυνση του ιδιοκτήτη και σεφ Γιάννη Βλάχου, το εστιατόριο έχει ανανεωθεί και επαναπροσδιοριστεί, ενώ φέτος το καλοκαίρι έκανε και μια πραγματική «μεταγραφή αεροδρομίου», φέρνοντας στην Κέρκυρα, μετά από χρόνια στη Σπονδή, τον εξαιρετικό μάγειρα Κωνσταντίνο Κούφαλη.

 

Δεν σας κρύβω ότι η πρώτη μου σκέψη, μόλις κάθισα, ήταν πως, αν δεν είχα ήδη παντρευτεί, θα χώριζα τη γυναίκα μου μόνο και μόνο για να της ξανακάνω πρόταση γάμου εκεί. Υπερβολή; Ίσως. Αλλά υπάρχουν χώροι που έχουν αυτό το χάρισμα: σε κάνουν να θέλεις να ζήσεις κάτι σημαντικό, να πεις κάτι μεγάλο, να κρατήσεις τη στιγμή λίγο παραπάνω.

Η κουζίνα κινείται ανάμεσα στην κερκυραϊκή παράδοση και τη σύγχρονη υψηλή γαστρονομία, χωρίς να χάνει την επαφή με την πρώτη ύλη. Αυτό το ένιωσα από την αρχή. Το μενού δεν προσπαθεί απλώς να εντυπωσιάσει· δείχνει ότι πίσω του υπάρχει σκέψη, φροντίδα και ουσιαστική σχέση με τον τόπο. Ο μάγειρας φαίνεται πως δίνει μεγάλη σημασία στα προϊόντα, έχει ειδικές συνεργασίες με φάρμες του νησιού και αυτό περνάει στο πιάτο χωρίς να χρειάζεται να το φωνάξει.

Η αρχή έγινε με τα κεράσματα του σεφ, μικρές μπουκιές που άνοιξαν όμορφα τη βραδιά. Ξεχώρισα ιδιαίτερα το μπισκότο παρμεζάνας, που είχε εκείνη τη νοστιμιά που σε κάνει να χαμογελάς πριν ακόμη ξεκινήσει κανονικά το δείπνο. Ακολούθησε ένα πιάτο ονειρικό, με τη φρεσκάδα της ντομάτας και τη γαρίδα Κοιλάδας να δημιουργούν μια καθαρή, καλοκαιρινή ανάμνηση.

Το επόμενο πιάτο, όμως, ήταν για μένα από τα πιο ξεχωριστά: ένας γεμιστός κολοκυθοανθός με ψάρι, φίνος, ισορροπημένος, γεμάτος Ελλάδα. Δεν είχε ανάγκη από εντυπωσιασμούς· είχε απλώς αλήθεια και γεύση. Στο Βενετσιάνικο Πηγάδι δίνουν επίσης μεγάλη σημασία σε αυτά που συχνά θεωρούμε δευτερεύοντα: στο ψωμί, στο βούτυρο, στο λάδι. Και αυτή η λεπτομέρεια λέει πολλά για το επίπεδο ενός εστιατορίου.

Το καλαμάρι στη φωτιά ήταν ένας μικρός θρίαμβος της θάλασσας, με ένταση, καθαρότητα και βάθος. Έδινε την τέλεια πάσα στο πιάτο με τον αστακό και τη μελιτζάνα, όπου η θάλασσα και η γη συναντήθηκαν με τρόπο σχεδόν αυτονόητο. Το τέλος των κυρίως ήρθε με μια πάπια σεμιναριακά ψημένη, από εκείνα τα πιάτα που δεν θες να τελειώσουν γρήγορα, γιατί καταλαβαίνεις πως κλείνουν έναν κύκλο εμπειρίας.

Το γλυκό, κατακόκκινο στο χρώμα, ήταν μια ωδή στην αγριοφράουλα της Κέρκυρας. Έφυγα με εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που αφήνουν οι πραγματικά όμορφες βραδιές: λίγο χορτάτος, λίγο συγκινημένος και ήδη ανυπόμονος να επιστρέψω. Και όταν έμαθα πως τον χειμώνα το εστιατόριο λειτουργεί στην Αναγνωστική Εταιρεία, χάρηκα ακόμη περισσότερο. Γιατί, αν υπάρχει κάτι που κατάλαβα εκείνο το βράδυ, είναι πως το Βενετσιάνικο Πηγάδι δεν είναι απλώς ένα καλό εστιατόριο. Είναι μια εμπειρία που δένει το φαγητό, τον τόπο, την ιστορία και την προσωπική μνήμη σε μία βραδιά που δύσκολα ξεχνάς.

Σχετικά άρθρα