Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: Αγορά Μοδιάνο
Η επιδρομή στα σουτζουκάκια Θεσσαλονίκης συνεχίζεται με επόμενη στάση την ανανεωμένη Αγορά Μοδιάνο.
Σουτζουκάκια στη νέα Αγορά Μοδιάνο! Ναι, η επιδρομή στα σουτζουκάκια Θεσσαλονίκης συνεχίζεται και κάθε φορά εμφανίζεται κι ένας νέος παίκτης στο γήπεδο. Αυτή τη φορά η στάση έγινε στην ανανεωμένη Αγορά Μοδιάνο, έναν χώρο που αν θυμάσαι ήταν πριν από λίγα χρόνια, τώρα πραγματικά θα τρίβεις τα μάτια σου. Δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την κουρασμένη, μισοάδεια εικόνα. Σήμερα σφύζει από ζωή, μυρωδιές, φωνές, πάγκους, εστιατόρια, ψαράδικα, χασάπικα, μπακάλικα και ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν σαν να επιστρέφουν σε κάτι γνώριμο.

Η Μοδιάνο δεν είναι απλώς μια αγορά τροφίμων, αλλά κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 1922, στην περιοχή που είχε καταστραφεί από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, και ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Στο σημείο αυτό βρισκόταν παλαιότερα η συναγωγή Ταλμούδ Τορά, μέσα στην παλιά εβραϊκή συνοικία της πόλης. Ο Ελί Μοδιάνο, αρχιτέκτονας από τη γνωστή σεφαραδίτικη οικογένεια Μοδιάνο και με σπουδές στο Παρίσι, έδωσε στο κτίριο χαρακτήρα ευρωπαϊκής σκεπαστής αγοράς, με στοά, γυαλί, συμμετρία και εκείνη την αίσθηση ότι το εμπόριο δεν είναι μόνο συναλλαγή, αλλά και καθημερινό θέατρο.

Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά της με πολλές αγορές της Αθήνας: η Μοδιάνο είναι μέσα στο DNA των Θεσσαλονικιών ως αγορά τροφίμων. Κουβαλάει το κρέας, το ψάρι, το τυρί, το μπαχάρι, το μεζεδάκι, το «πάμε να πάρουμε κάτι και βλέπουμε». Γι’ αυτό και η ανακαίνιση, παρά τις γυαλισμένες επιφάνειες και το πιο οργανωμένο concept, κατάφερε να μη θυμίζει φουαγιέ ξενοδοχείου ή ιατρικού κέντρου. Η Ergon, τουλάχιστον στη δική μου ματιά, έφτιαξε κάτι ζωντανό: έναν χώρο που κρατάει τον εμπορικό παλμό, αλλά τον φέρνει στο σήμερα με κλιματισμό, καθαρότητα, φωτισμό και επιλογές για φαγητό.


Εγώ, φυσικά, δεν μπήκα εκεί για να κάνω αρχιτεκτονική αυτοψία. Η αποστολή μου είναι ιερή και γνωστή: να δοκιμάσω όλα τα σουτζουκάκια της Θεσσαλονίκης. Έτσι κατέληξα στη Χασαποταβέρνα της Αγοράς. Πολλές οι επιλογές γύρω μου, πολλά τα δέλεαρ, αλλά όταν έχεις βάλει στόχο, δεν λοξοδρομείς εύκολα. Παραγγέλνω σουτζουκάκια, ρώσικη, πατάτες με κασέρι και, κάπου εκεί, εμφανίζεται και ένας μεζές πατσά. Όχι σούπα, όχι πρωινή υπόσχεση μετά από ξενύχτι· μεζές κανονικός, για κρασί, για κουβέντα, για κανάτες.
Διαβάστε επίσης
Τα σουτζουκάκια είχαν αυτό που περιμένεις στη Θεσσαλονίκη: μπαχαρικό, ζουμί, ένταση και μια ευγένεια μέσα στη λιπαρότητα. Ήταν φαγητό τραπεζιού, από αυτά που ζητάνε ψωμί και πιρούνι που δεν ξεκουράζεται. Οι πατάτες με το κασέρι έπαιξαν σωστά τον ρόλο τους, η ρώσικη ήταν εκεί για να μαλακώνει τις γωνίες, ενώ ο πατσάς ως μεζές ήταν μια υπενθύμιση ότι αυτή η πόλη δεν φοβάται τις έντονες γεύσεις. Μην αμελήσετε, επίσης, τη μελιτζανοσαλάτα· υπάρχουν πράγματα που δεν τα προσπερνάμε.


Το ωραίο με τη νέα Μοδιάνο είναι ότι μπορείς να φας, αλλά και να χαζέψεις. Να σηκώσεις το βλέμμα στη στέγη, να σκεφτείς την πόλη μετά την πυρκαγιά, τους ανθρώπους που έχτισαν από την αρχή το κέντρο της, τις γενιές που ψώνισαν εκεί, τους πάγκους που έκλεισαν, την εγκατάλειψη και τώρα την επιστροφή. Το τέλος με βρήκε με έναν ελληνικό και μπισκοτολούκουμο. Κλασικό κλείσιμο, ήσυχο, σαν τελεία μετά από δυνατό φαγητό. Η Μοδιάνο ξαναμπήκε στον χάρτη, όχι σαν καρτ ποστάλ, αλλά σαν ζωντανή αγορά. Και εγώ, ως Αθηναίος σε αποστολή, συνεχίζω. Τα σουτζουκάκια της Θεσσαλονίκης είναι πολλά και η έρευνα μόλις άρχισε.