Η Πόλη Unplugged: Ο Πειραιάς για τη Βέρα Φραντζή είναι ένα τραγούδι μεταξύ προσευχής και ιαχής
Η συγγραφέας της «Πωλήτριας» με ξεναγεί στο μέρος που μεγάλωσε, εκείνο που έπλασε την ηρωίδα της στο βιβλίο.
Τη συνάντησα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Φωτισμένο από το πρωινό φως, με εκείνη τη νεοκλασική του αυστηρότητα που σου θυμίζει ότι ο Πειραιάς δεν είναι μόνο λιμάνι, είναι σκηνή από ταινία. Η Βέρα Φραντζή είναι γέννημα θρέμμα του, «μεγάλωσα Στο Κερατσίνι » λέει, σχεδόν σαν να συστήνεται ξανά στην ίδια της την πόλη.

Η Βέρα είναι από τις νέες φωνές της σύγχρονης ελληνικής, γυναικείας πεζογραφίας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της, Η Πωλήτρια, ένα μυθιστόρημα που αντλεί από την πραγματικότητα της χώρας. Η ηρωίδα της δουλεύει σε κατάστημα ρούχων πολυεθνικής, μέσα στην καρδιά της κρίσης του 2009, σε μια Αθήνα που βράζει. Και ναι, το έζησε και η ίδια η συγγραφέας αυτό, δούλεψε κι εκείνη σε αντίστοιχο περιβάλλον, σε χρόνια που η εργασία δεν ήταν δεδομένη αλλά διαρκής διαπραγμάτευση αξιοπρέπειας.

Κατηφορίζουμε από το Δημοτικό Θέατρο προς τους εμπορικούς δρόμους του κέντρου. Βιτρίνες, φωνές, πλανώδιοι, άνθρωποι με σακούλες και σκέψεις πιο βαριές από τα ψώνια τους. Το σημείο γύρω από τη Σωτήρος Διός και τη Γρηγορίου Λαμπράκη παραμένει ζωντανό κύτταρο της πόλης, ένα μωσαϊκό από παλιές οικογενειακές επιχειρήσεις και μεγάλες αλυσίδες. Εδώ, η κατανάλωση συναντά την επιβίωση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις σελίδες της Πωλήτριας.

Τη ρωτώ αν έχουν αλλάξει τα πράγματα για μια εργαζόμενη σαν την ηρωίδα της: «Μάλλον είναι χειρότερα με την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης στα καταστήματα. Ήδη τα αυτόματα ταμεία έχουν κάνει την εμφάνιση τους στις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων αλλάζοντας το τοπίο στο πως διαμορφώνεται η εξυπηρέτηση. Οπότε πέρα από το γεγονός ότι υπάρχει ένα τοξικό κλίμα στις πολυεθνικές εταιρίες, οι περισσότεροι εργαζόμενοι θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους από τα συστήματα ΑΙ. Θα ζήσουμε μια πολύ δύσκολη περίοδο αλλαγών» απαντά, προσθέτοντας ότι μια μέρα βρισκόταν σε ένα κατάστημα σούπερ μάρκετ και η πωλήτρια ζήτησε να πιει νερό από την διευθύντρια λέγοντας χαρακτηριστικά “σας ρωτάω για να μη νομίζετε πως θέλω να βρω χρόνο να τεμπελιάσω”. «Αυτό το περιστατικό νομίζω απαντάει καλύτερα στην ερώτηση σου», καταλήγει και δεν το λέει θεωρητικά. Το λέει με την εμπειρία του ανθρώπου που έχει σταθεί πίσω από ταμείο, έχουν ματώσει τα πόδια του από την ορθοστασία και το σώμα του από το κουβάλημα και που έπρεπε να δίνει λόγο μέχρι και για να παέι τουαλέτα.

Στο βιβλίο της, η εργασία δεν είναι φόντο, είναι πεδίο μάχης. Και η μάχη αυτή είναι βαθιά έμφυλη στο σύγχρονο κόσμο μας. Η Βέρα επιλέγει συνειδητά να μιλά μέσα από γυναικείες ηρωίδες. Θέλει να μεταφέρει τη γυναικεία φωνή, όχι σαν σύνθημα, αλλά σαν βίωμα. Σαν κάτι που παλεύει να βρει ξεκάθαρη θέση μέσα σε όλα, γιατί ποτέ δεν είναι αυτονόητο. Το ίδιο κάνει και στο επόμενο βιβλίο που γράφει.
Περνάμε το φανάρι και ένας άνδρας σχολιάζει τα τακούνια της, το κόκκινο χρώμα τους λειτουργεί σαν κόκκινο πανί μπροστά σε ταύρο. Εδώ ο ταύρος είναι ο σεξισμός. Ο περαστικός κάνει ένα κρύο αστείο, τον προσπερνάμε με κρύο χαμόγελο κι εμείς. Παρακάτω, δυο μουσικοί τραγουδάνε καθισμένοι σ’ ένα πεζούλι. Μια γυναίκα μιλάει χαρούμενα σ’ ένα μωρό ενώ μια άλλη σχεδόν κλαίει μιλώντας στο τηλέφωνο. Μικρές σκηνές στο αστικό σκηνικό συμβαίνουν μπροστά σου. Αυτό κάνει και η Πωλήτρια, παρατηρεί τα μικρά. Τα βλέμματα πάνω από τις κρεμάστρες, τις σιωπές στο διάλειμμα, την εξουσία που κρύβεται σε έναν τόνο φωνής.

Στο βιβλίο υπάρχει έντονα η ανάγκη για ταυτότητα και προσωπική φωνή μέσα σε ένα απρόσωπο σύστημα. Η Βέρα Φραντζή βρίσκει τη δική της φωνή μέσα από τα βιβλία, είτε ως αναγνώστης είτε ως γράφουσα. Τη βρίσκει ως παρατηρητής των μικρών πραγμάτων: «Μου αρέσει να σημειώνω ό,τι για τους άλλους είναι κοινό, απλό, απόρριμμα. Είναι σαν μια παράλληλη ζωή με το άγνωστο ανθρωπομάνι της πόλης που με πετάει έξω, αλλά συγχρόνως με αγκαλιάζει», αναφέρει.

Θα ήθελε οι ηρωίδες σαν την Πωλήτρια, στην πραγματική ζωή, να βρουν τη δύναμη να μιλήσουν για την κακοποίηση στην εργασία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τη ζωή τους γενικά: «Είναι μια καταγγελία το βιβλίο για όλα αυτά τα κοινά που ζούμε και είναι μαύρα αλλά συνήθη. Παρόλα αυτά, πολτοποιούν τους ανθρώπους σαν μπουλντόζες».
«Η πόλη λειτουργεί αμφίδρομα σε σχέση με τους ανθρώπους που την ζουν. Άλλοτε δείχνει τα δόντια της και άλλοτε είναι καταφύγιο. Όπως παρουσιάζεται και στο βιβλίο, η πόλη έχει μια σχέση αλληλεπίδρασης με την ηρωίδα. Όταν έχει λόγο να χαμογελάσει, η πόλη είναι φίλη της και η ομορφιά του αστικού τοπίου ξεδιπλώνεται. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, η πόλη γίνεται ένα τέρας που την κατατρώει». Για τη Βέρα, η πόλη σε προτρέπει να δεις την ομορφιά που κρύβεται ντροπαλά κάτω από το γκρι, πίσω από τα γερασμένα κτίρια, πίσω από τους φρενήρεις ρυθμούς που ζουν οι κάτοικοί της: «Όταν ζεις στην πόλη, πρέπει να είσαι σαν ένας τυχοδιώκτης χρυσοθήρας που ψάχνει να βρει το πολύτιμο μέσα στα σκουπίδια και αυτό είναι μια διαδικασία που σε εξανθρωπίζει τελικά. Φέρει συγκινησιακό φορτίο. Αυτό με κάνει να νιώθω καλά, όπως και η έντονη ζωή, οι πολλές επιλογές, οι ομιλίες, η καθημερινότητα με όρους κινηματογραφικής σεκάνς, τις οποίες παρακολουθώ και αναπλάθω σε στιγμές γραπτού λόγου».

Ο Πειραιάς, για τη Βέρα, δεν είναι ντεκόρ. Είναι παιδικές και εφηβικές μνήμες, ιστορίες γονιών, γειτονιές που αλλάζουν αλλά επιμένουν να μην μεταμορφωθούν πλήρως σε κάτι άλλο. Αν ο Πειραιάς ήταν τραγούδι, το φαντάζεται σαν ένα τραγούδι με όλες τις φωνές των ανθρώπων που δεν μιλούν, αλλά τελικά φωνάζουν: «Ένα τραγούδι ψιθύρων ή γουργουρητών, κάτι μεταξύ προσευχής και ιαχής».
Περπατάμε κατά μήκος της θάλασσας και με πάει στο αγαπημένο της παγκάκι. Δεν κάθεται τόσο συχνά πια, αλλά έχει καθίσει άπειρες φορές στο παρελθόν. Πίσω μας, τα καφέ και τα μπαρ περιμένουν να νυχτώσει για να δώσουν τον τόνο στο Πασαλιμάνι.

«Ο Πειραιάς είναι η γενέτειρά μου και νιώθω ότι έχει μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ως πόλη. Μια κινητική ενέργεια που δεν μπορεί να μην την αισθανθείς, όταν περπατάς εδώ. Έχω ακούσει τόσες ιστορίες από τους γονείς μου και τους γύρω μου, που νιώθω σαν να βρίσκομαι σε ένα ζωντανό μουσείων αναμνήσεων. Η θάλασσα που περικυκλώνει τον Πειραιά σου δίνει μια ψευδαίσθηση ότι θα τα καταφέρεις και σήμερα να βγεις ζωντανός από τη ρουτίνα. Εχει μια ευαισθησία το νερό, που όσες κόρνες και να πατήσουμε ή θυμούς να ξεράσουμε, μας επιστρέφει μια δόση καλοσύνης.»
Η Πωλήτρια της Βέρας Φραντζή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
