Η Πόλη Unplugged: Το αστικό άλμπουμ του συγγραφέα Θάνου Σταθόπουλου
Ο Θάνος Σταθόπουλος με βάζει μέσα στο δικό του αστικό σύμπαν, σε μια βόλτα που είχε απ' όλα. Κυρίως, ωραίες κουβέντες.
Δώσαμε ραντεβού στο Da Capo, 8.45 το πρωί. Εκείνος μπορεί να είχε κατέβει και νωρίτερα. Οι βόλτες του ξεκινάνε ενίοτε από πολύ νωρίς, πριν η πόλη ξυπνήσει ολόκληρη. Το σχεδιάγραμμα τους είναι εντυπωμένο σε κάθε του βήμα, κι εγώ τον ακολουθώ σε μια διαδρομή που κλείνει μέσα της το αστικό του είναι. Περπατάμε από το Κολωνάκι προς το Σύνταγμα, με ενδιάμεσες στάσεις που δεν είναι ποτέ τυχαίες.

Η Αθήνα είναι για εσένα κείμενο προς ανάγνωση ή τόπος προς κατοίκηση; Την προσεγγίζεις περισσότερο ως flâneur ή ως στοχαστής;
«Ένα κείμενο προς ανάγνωση κατοικείται. Επίσης, όπως γνωρίζουμε, τα πάντα συνιστούν κείμενo. Κείμενο προς ανάγνωση μου είναι η Αθήνα• ανάγνωση σαν Ευχαριστία, προς και υπό την απόλαυση, όσο και αν θεωρώ κακογραμμένη τη νεότερη έκδοση του, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Τι να κάνω, εδώ με έριξε η μοίρα, αλλά δεν την έχω αποδεχτεί τελεσίδικα• ίσως, αρέσκομαι στο να τρέφω αυταπάτες. Ο φίλος Νικόλας Σεβαστάκης έκανε κάποια στιγμή μία πολύ εύστοχη παρατήρηση: αντελήφθη ότι έχω μεταφέρει το Βερολίνο πέριξ της Πλατείας Συντάγματος. Πράγματι, αυτό είναι το τρικ ώστε να μπορέσω να υπομείνω την πραγματικότητα και να τα βγάλω πέρα. Το κάνω και με άλλα πράγματα στη ζωή μου. Ο flâneur δεν μπορεί παρά να είναι στοχαστής, κι όταν ακόμα ο στοχαστής είναι ορειβάτης ή σχοινοβάτης, κολυμβητής»

Κατηφορίζουμε. Η κίνηση πυκνώνει, τα πεζοδρόμια δοκιμάζουν την ισορροπία μας. Σταματά στο μαγαζί απ’ όπου παίρνει τα καπνικά του, μπαίνουμε στο φαρμακείο και στην κάβα του, στο σουπερμάρκετ που κάνει τα ψώνια του. Στο βιβλιοπωλείο του «Ίκαρου», ένα μικρό ιστορικό εκδοτικό διαμάντι της οδού Βουλής. Δεν είναι απλές στάσεις, είναι τα μικρά οχυρά της καθημερινότητάς του. Σημεία αγκύρωσης.

Στο μικρό εκκλησάκι της Κοιμήσεως της Παναγίας Ρόμβης, που βρίσκεται, όμως, στον πεζόδρομο της Ευαγγελιστρίας, ανάβει ένα κερί. Είκοσι χρόνια ακριβώς, από το 2006, η έδρα του είναι στον παρακείμενο πεζόδρομο της Ρόμβης. Τόπος κατοικίας, δημιουργίας, παύσης και εκκίνησης. Μια κάψουλα δικής του συμπύκνωσης.

Υπάρχει, θα ΄λεγες, κάποιο σημείο στο κέντρο που αισθάνεσαι ότι συμπυκνώνει το συγγραφικό σου κέντρο;
«Αν και ανάψαμε μαζί κερί στην Παναγία της Ρόμβης, θα σου απαντούσα ότι είναι η κυκλωμένη Καπνικαρέα. Η χιλιετία της με τις θραυσματικές διαστρωματώσεις, τη διακειμενική συγκρότηση και τις ψηφίδες της ομοιάζει τα μάλα ως προς το λογοτεχνικό μου σώμα. Επιπροσθέτως, η Καπνικαρέα είναι μπαρουτοκαπνισμένη• αλλά σωσμένη. Κάπως έτσι αισθάνομαι κι εγώ σαν συγγραφέας»

Clemente, στη Βουκουρεστίου, για ένα μπράντι. 12 Πιάτα, στη Ρόμβης, για μεσημεριανά συμπόσια. Ράτκα, στη Χάρητος. Ντορέ, στη Θεσσαλονίκη. Cassambalis και Paris Bar, στο Βερολίνο. Χώροι που λειτουργούν σαν υποσημειώσεις μιας μεγαλύτερης αφήγησης. Το κέντρο των πόλεων, για εκείνον, δεν είναι απλώς γεωγραφία. Είναι κάδρο που σε φέρει μέσα του, αλλά κι εσύ το κουβαλάς μαζί σου.

Το περπάτημα εντός του κέντρου, είναι μια σχεδόν εμμονική σου συνήθεια. Και έχεις μιλήσει πολλές φορές για ανθρώπους της τέχνης και του λόγου που είχαν την ίδια συνήθεια: να περπατούν στην πόλη. Τι είναι αυτό που κινεί τα δικά σου βήματα στο αστικό τοπίο;
«Το κέντρο είναι κυψέλη, περιδίνηση, γραφείο, λάκκος και κελί, όπως έχω γράψει. Πράγματι, περπατάω, ή, καλύτερα, βαδίζω καθημερινά• μία συνήθεια που μετράει δεκαετίες, ενώ συγχρόνως μετρώ τα βήματά μου. Πλέον έχω φτάσει σε σημείο να σερφάρω στις οδούς. Το βλέμμα κινεί τα βήματά μου. (Ξυπνάω νωρίς, έχω ανάγκη τις εικόνες.) Χωρίς την περιπέτεια του βλέμματος δεν θα μπορούσα να περπατάω εμμονικά. Βαδίζοντας βλέπω ανθρώπους, συναντώ φίλους και γνωστούς ή έρχομαι σ’ επαφή και γνωρίζω αγνώστους, παρατηρώ τις αλλαγές στον αστικό ιστό, τα μαγαζιά: ποια έκλεισαν, ποια άνοιξαν, τις αλλοιώσεις που λαμβάνουν χώρα κτλ. Αγαπώ τη φύση, αλλά μου είναι αδύνατον να περπατήσω σε καθημερινή βάση έξι ή εφτά χιλιόμετρα στη φύση, η οποία για μένα είναι βουβή και βαρετή (μου παραστέκεται σ’ αυτό ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο οποίος, εξαιτίας της σαρκοείδωσης, δηλαδή κατεστραμμένων πνευμόνων, ήταν αναγκασμένος να βαδίζει χιλιόμετρα καθημερινώς στο Όλσντορφ της Άνω Αυστρίας, πράγμα που απεχθανόταν, ενώ δεν κουραζόταν και χαιρόταν να περπατάει στη Βιέννη.) Ο Ε.Χ. Γονατάς, π.χ., μπορούσε να παρατηρεί και να επεξεργάζεται τη μυστική ζωή μιας λιβελούλας επί ώρες ή μέρες. Το αυτό και ο φίλος μου Ευγένιος Αρανίτσης, ο οποίος μπορεί να παρατηρεί από το παράθυρό του το πώς εγγράφονται οι εναλλαγές των εποχών και του χρόνου στον κορμό και στα φυλλώματα μιας καρυδιάς. Ή ο Πέτερ Χάντκε, μέγας οδοιπόρος, όπως γνωρίζεις (έχει γράψει βιβλία περί οδοιπορίας και βαδίσματος περιγράφοντας ολόκληρα ταξίδια του με τα πόδια), μπορεί να βαδίζει (ή, τουλάχιστον, μπορούσε) με τις μέρες, διασχίζοντας φαράγγια, εθνικές οδούς και μονοπάτια σε δάση και βουνά. Εγώ, αντιθέτως, χρειάζομαι την κίνηση, τη φασαρία, την κυκλοφορία, τη μόλυνση, τα χρώματα της πόλης, τους ανθρώπους, τ’ αυτοκίνητα, τα μνημεία, υπομένοντας τις κακοτεχνίες της ασφάλτου και τα φονικά πεζοδρόμια της Αθήνας, όπου καθημερινά παίζεις τη ζωή σου κορώνα γράμματα στην κυριολεξία, το κιτς και το κάλλος, την έκπληξη• μόνο εντός του άστεως μπορώ να βαδίσω. Και πλάι στη θάλασσα, εκτός άστεως. Τα βήματά μου με πάνε ως αυτόφωτα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μην φωτίζεται και από τους άλλους – παρόντες και απόντες εξίσου. Η παράδοση, έως πριν μερικές δεκαετίες, ήθελε κυρίως τους ποιητές και τους συγγραφείς ν’ ανεβοκατεβαίνουν τις οδούς και να συναντιούνται μεταξύ τους σε φανάρια και γωνίες, πολλές φορές δύο και τρεις φορές μέσα στη μέρα, όπου μπορούσαν να κοντοσταθούν έως και δύο ώρες συζητώντας στα όρθια. Λοιπόν, τιμώ αυτή την παράδοση από νεαρός. Ένας Θεός ξέρει τι οφείλει η λογοτεχνία στους δρόμους. […]»

“Καταλαβαίνεις την πνευματική κατάσταση των ανθρώπων από τα βήματα τους’’, έχει γράψει στην Ώρα, ένα βιβλίο του που εκδόθηκε το 2018.
Πώς περπατάμε οι άνθρωποι σήμερα, Θάνε Σταθόπουλε;
«Χωρίς ίχνη, θα έλεγα. Τα αληθινά βήματα αφήνουν χνάρια. Το βάδισμα προϋποθέτει αυτοσυγκέντρωση, εαυτό, εσωτερική άσκηση, πνευματικότητα, ενόραση, ρέμβη, προσευχή και προδιάθεση ν’ αναληφθείς στους ουρανούς. Οι άνθρωποι σήμερα σέρνονται σαν μαϊμούδες ή τρέχουν σαν κυνηγημένα ποντίκια: ενάντια στην ετυμολογία που τους προσδιορίζει γλωσσικά και εννοιολογικά (άνω θρώσκω), έχουν το βλέμμα τους πεσμένο χάμω. Περπατώντας το πατάνε. Οι λόγοι είναι πρόδηλοι».

Συχνά αναρτάς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σημεία της πόλης όπου βρίσκεσαι. Είναι μια μορφή προσωπικού ημερολογίου ή μια δημόσια χαρτογράφηση της ταυτότητάς σου;
«Είναι τα ίχνη της παρουσίας μου, επομένως και τα δύο. Είναι η μνημείωση του περάσματος, του ίχνους και η υποβολιμαία διερώτηση των άλλων: Είναι όντως εκεί; Ένα είδος αρχιτεκτονικού ενεργήματος, μια εφήμερη γλυπτική. Είναι τα ψίχουλα του Κοντορεβιθούλη, αλλά όχι για να μη χάσω το δρόμο μου. Η κίνηση είναι ανάλογη με τη δια της γραφής “διασκευή”: θραύσματα απαθανατισμένα με χαρτοταινία στους “τοίχους” μου. Ο τρόπος που χρησιμοποιώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αυτός ενός ανοιχτού ημερολογίου, μιας διαφάνειας• όπως λέμε, ανοιχτή κουζίνα στα εστιατόρια: κιμάς κόβεται παρουσία του πελάτη»
Ο Θάνος Σταθόπουλος δεν περπατά απλώς την Αθήνα. Τη διαβάζει, τη διασκευάζει, την επινοεί. Και ύστερα την επιστρέφει σε εμάς, σαν άλμπουμ.

Στον συγκεντρωτικό τόμο του έως τώρα έργου του Η διασκευή του εαυτού μου στις 06.30΄ (Ίκαρος, 2023) γράφει: «Θα σε συμβούλευα: Να πλήττεις» και, διαβάζοντάς το, αναρωτήθηκα αν σήμερα έχουμε προσδώσει στην πλήξη χαρακτηριστικά που δεν της αξίζουν.
Μήπως αποφεύγουμε την πλήξη όπως ο διάβολος το λιβάνι ή απλώς τη χρησιμοποιούμε λάθος;
«Η φράση δεν είναι δική μου. Είναι ο τίτλος ενός ποιήματος από το βιβλίο του Ευγένιου Αρανίτση Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο (2002), τον οποίο χρησιμοποιώ κι εγώ ως τίτλο σ’ ένα κείμενό μου για τον Αρανίτση στο βιβλίο μου Το αυτόματο (2013). Η πλήξη, αντιθέτως απ’ ό,τι λογίζεται από τον μέσο όρο, όπως και η ρουτίνα, είναι δομικό στοιχείο της ύπαρξης, εδράζεται στο βασικό πυρήνα της. Όμως, όταν κάνω λόγο για πλήξη, δεν εννοώ την πλήξη όπως την αντιλαμβάνεται η οποιαδήποτε κυρία ή ο οποισδήποτε κύριος, δηλαδή με όρους αγοραίους, αλλά για το περίφημο μποντλερικό spleen, όπως μας το παραδίδει ο Μποντλέρ στη συλλογή πεζών κειμένων του Le spleen de Paris (1869), αλλά και αλλού, αφού επανέρχεται συνεχώς στο έργο του, ή, για να το πούμε καλύτερα, είναι ίσως η βασική παράμετρος του έργου του. Η πλήξη ως ανία, βαρυθυμία, αποκαρδίωση, μελαγχολία, ως σύμπτωμα της παραφροσύνης της φύσης, μας έχει χαρίσει κι εξακολουθεί να μας χαρίζει σπάνια δώρα. Αυτή η βίωση όμως δεν μπορεί παρά να αφορά ελάχιστα εκλεκτά και σημαδεμένα πνεύματα. Ποιητές, με την ουσιαστική και ευρύτατη έννοια, όχι αναγκαστικά κατ’ επάγγελμα»

Εντός ολίγων ημερών θα κυκλοφορήσει το νέο βιβλίο του Θάνου Σταθόπουλου, Η πρόσληψη τροφής, από τις Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, στην Κύπρο. Επτά κείμενα, γραμμένα από το 2007 έως το 2026, έξι δημοσιευμένα και ένα ανέκδοτο, ανταποκρίσεις μιας ευφρόσυνης νέκυιας. Επιστροφές στο παρελθόν, εισβάλλοντας στο μέλλον. Άνθρωποι και πράγματα που τον γαλούχησαν. Ένα εσωτερικό χρονικό ενός επίμονα εξωστρεφούς βίου. Περιηγήσεις στην εφηβεία και την ενηλικίωση, τιμές στα έργα και στα πρόσωπα που τον διαμόρφωσαν, κι ο τελευταίος ασπασμός στην εικαστική καλλιτέχνιδα από τη Λεμεσό, Κούλα Σαββίδου, που μάς άφησε στις 18 Ιανουαρίου 2026 και στην οποία αφιερώνεται ο τόμος. Ένα εγχειρίδιο αισθηματικής αγωγής, απαλά σφραγισμένο από την εργασία του πένθους.
