Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Η αντιπολίτευση της τυροκαυτερής
Ανάμεσα σε πολιτική παράνοια, δάκρυα, εστιατορικές ματαιώσεις και αναμνήσεις από το μπιάνκο του παππού του, ο Ρεμί ορκίζεται να παραμείνει ρομαντικός εραστής των απλών γεύσεων.
Ορκίστηκα από μέσα μου ότι θα βαριέμαι τους σοβαροφανείς σχολιασμούς και θα είμαι σχολιαστής αντιπολιτευόμενου μπιάνκο.
Σε μια Ελλάδα που, προφανώς, βρίσκεται στο άρμα της απίστευτης ανάπτυξης και της στερεάς οικονομίας, εσύ μπορεί να μην το βλέπεις απόλυτα, αλλά μπορεί και να συμβαίνει. Και βέβαια, επειδή μπορεί και να συμβαίνει, δεν υπάρχει και λόγος αντιπολίτευσης. Γιατί να υπάρχει αντιπολίτευση, αφού όλα είναι λυμένα;
Μου θυμίζει αυτή η αντιπολίτευση εκείνη τη σκηνή στο Trainspotting που πίνουν μπύρες τα σκωτσέζικα αγόρια στην ύπαιθρο και λέει ο ένας: «Φαντάσου τι ηλίθιοι είμαστε, αν έχουμε αυτούς τους ηλίθιους Βρετανούς για κατακτητές». Με έχει σημαδέψει από μικρό αυτή η ατάκα, όπως και το μπιάνκο του παππού μου.
Βέβαια, πώς να υπάρχει αντιπολίτευση όταν η αντιπολίτευση ξεχνάει κάποια ευρώ δηλωμένα; Θα θυμηθεί να κάνει αντιπολίτευση; Εδώ δεν έχει σημείο επαφής με τον λογιστή, θα έχει με τους οικονομολόγους για να απορρίψει, σαν αντιπολίτευση, τα κακά κείμενα της οικονομίας; Θα του πουν: «Εδώ, ρε μεγάλε, δεν μπορείς να κάνεις σωστά τη δήλωσή σου, θέλεις να συντάξεις και προϋπολογισμό;».
Πάντως, μου δημιουργεί ένα γέλιο: μόλις ανακοινώθηκαν διαφορετικοί πολιτικοί σχηματισμοί, ξαφνικά όλοι αυτοί που έκαναν αυτή την επιδερμική αντιπολίτευση θυμήθηκαν να κάνουν τρομακτική αντιπολίτευση. Αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση συμβαίνει, πιστεύω, μόνο σε αυτή τη χώρα.
Μου θυμίζει αυτό με τις εστιατορικές κριτικές, που είναι όλες δημόσιες σχέσεις — 7 η μεν, 13 η δε — και μόλις βρίσκουν κάποιον που δεν έχει δημόσιες σχέσεις, ξεκινάει το ξεσκόνισμα των γεύσεων και των εντάσεων. Τόσο πολύ ψάξιμο ούτε οι εισαγγελείς δεν κάνουν σε σπουδαία υπόθεση. Να μη σου τύχει να είσαι μάγειρας και εστιάτορας χωρίς δημόσιες σχέσεις και έρθει ο εισαγγελέας-κριτικός. Θα σε ξεσκίσει. Θα έχει μαζί του και ειδικό χημικό επεξεργαστή για να σου κάνει ανάλυση ακόμα και στα μπαχάρια. Από μικροσκόπια θα τα περνάει όλα, για να διαπιστώσει με στόμφο ότι, με λίγη προσπάθεια, θα είσαι πάντα κάτω από τον Μ.Ο. βαθμολογίας!
Γι’ αυτό εγώ, σαν Ρεμί, δεν βάζω βαθμολογίες. Καταρχάς, είμαι μονόχνοτος για δημόσιες σχέσεις. Άσε που με πιάνει και άγχος με αυτές τις βαθμολογίες. Άσε που θα έβαζα παραπάνω βαθμολογία στο Ντελόγο από τη Σπονδή. Εντάξει, δεν είναι σωστό, το ξέρω, αλλά εγώ, αν βαθμολογούσα, θα μέτραγα τις συναισθηματικές εντάσεις της στιγμής που θα βρισκόμουν στο εστιατόριο. Τώρα, αυτό δεν είναι σωστό, το ξέρω, αλλά εγώ είμαι ένας άτυπος σουρεαλιστής, άτυπος γενικός γραμματέας μιας άτυπης λέσχης.
Δεν σου κρύβω, επειδή είμαι λαϊκιστής — και δεν κρύβω ότι είμαι λαϊκιστής — ότι στη Σπονδή βαρέθηκα τη ζωή μου και δεν κατάλαβα τίποτα. Στο Ντελόγο άκουγα τη μονότονη κρητική μουσική και θυμήθηκα τον θείο μου τον Χάρη και γέμισα με περισσότερα συναισθήματα απ’ ό,τι σε μια fusion ιαπωνική κουζίνα. Εντυπωσιακή, δεν λέω, αλλά εγώ ταξίδεψα νοητά στα Λευκά Όρη. Είχε και αυτό το αεράκι και με έπιασαν δάκρυα, και έλεγα ψέματα ότι μπήκαν σκουπιδάκια για να αποφύγω να βγάλουν συμπέρασμα ότι με πιάνουν εύκολα δάκρυα, γιατί έχω ορκιστεί από μέσα μου ότι θα προσπαθήσω να κρατιέμαι.

Δεν το καταφέρνω όμως. Με πιάνουν τα δάκρυα συνέχεια εκεί που κάθομαι, χωρίς λόγο, για ανόητους λόγους — όχι σοβαρούς. Φοβάμαι να δακρύσω για σοβαρούς λόγους, γιατί φοβάμαι μήπως πουν ότι κάνω αντιπολίτευση. Και μη σου τύχει να κάνεις αντιπολίτευση η οποία δεν αφορά την αντιπολίτευση, αλλά κανονική αντιπολίτευση!
Στη φιλοσοφική ερώτηση «Πότε δάκρυσες για τελευταία φορά;» θα σου πω ότι δάκρυσα βλέποντας τους σουτ μακαλό κεφτέδες, βλέποντας τον γιο μου να καπνίζει κρυφά και θυμήθηκα τα δικά μου, βλέποντας το έρημο Apostolos Nikolaidis Stadium που δεν αξιωθήκαμε να φύγουμε πρωταθλητές, βλέποντας τις λευκές τρίχες στα γένια μου, βλέποντας τη Λου να τρώει παγωτό και να λιώνει αυτό στα χέρια, βλέποντας την αντιπολίτευση να συγκρούεται με την αντιπολίτευση για το ποιος θα πει χειρότερα παρωχημένα συνθήματα για σώβρακα και φανέλες.
Ορκίστηκα από μέσα μου ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Και επειδή δεν υπάρχει ελπίδα, εγώ θα δακρύζω κοιτάζοντας ένα μπιάνκο που θα μου θυμίζει τον παππού μου, που ήταν κόκκινος σε όλα, γιατί έλεγε ότι ό,τι χρώμα είναι η ομάδα πρέπει να είναι και το κόμμα. Ναι, ρε παππού, αλλά εγώ είμαι Panathinaikos F.C.; Ευτυχώς που δεν έγινα AEK Athens F.C.. Φαντάσου να ήμουν ΑΕΚ, τι θα ψήφιζα αν άκουγα τον παππού μου. Εδώ έχω πρόβλημα με το χρώμα της ομάδας μου! «Γιατί δεν γίνεσαι Olympiacos F.C.;» θα πουν κάποιοι, για να κάνεις αντιπολίτευση και να συνεχίσεις το όραμα του παππού σου. Γιατί βαφτίστηκα πέρσι σαν άτυπος γενικός γραμματέας της Άτυπης Αθηναϊκής Λέσχης Φαντασμένης Γευσιγνωσίας. Είναι ηθικά σωστό, σαν άτυπος γενικός γραμματέας της Άτυπης Αθηναϊκής Λέσχης, να είμαι Ολυμπιακός Πειραιώς; Μετά θα γίνω σαν τον κυρ-Γιάννη και δεν το θέλω αυτό, γιατί πρέπει να είμαι ηθικά σωστός και έχω κι ένα θέμα με τους πλανήτες και τις ευθυγραμμίσεις.
Τώρα θα επέμβει η αρχισυντάκτριά μου και, με το δίκιο της, μόλις διαβάσει το κείμενο θα μου υπενθυμίσει γλυκά ότι: «Σε πήραμε να προτείνεις κανένα εστιατόριο, όχι για να λαϊκίζεις».
Μα δεν λαϊκίζω, αγαπημένη μου. Άνθρωπος με απογνώσεις είμαι. Τι φταίω εγώ που ορκίστηκα βαθιά μέσα μου ότι θα παραμείνω ρομαντικός εραστής των απλών φαγητών; Και τώρα θα ήθελα να φάω απεγνωσμένα μια χοιρινή μπριζόλα λαιμού με πατάτες τηγανητές, τυροκαυτερή και σος πάπρικα!