Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Μια νύχτα στο «Drakoulis»

Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Μια νύχτα στο «Drakoulis»

Μία ανάμνηση από τη συνάντηση του Ρεμί με τον κ. Μίσα στο «Drakoulis» και ένα χιονισμένο βράδυ στην Πάρνηθα.

Πέρσι με είχε πάρει τηλέφωνο ο παιδικός μου δάσκαλος χορού και μπαλέτου, ο κ. Μίσα, για να βρεθούμε και να πάμε στο αγαπημένο του εστιατόριο στην Αθήνα, τον «Drakoulis» στο Κολωνάκι. Βέβαια, πολλοί θα απορήσετε γιατί ένας κύριος κοντά στα ογδόντα έχει τέτοια αγάπη για το συγκεκριμένο μαγαζί. Του θυμίζει τα νιάτα του στο Βερολίνο, τότε που, τη δεκαετία του ’80, είχε ξεκινήσει η ηλεκτρονική επανάσταση.

Ο κ. Μίσα είναι ένας αγαπημένος μου άνθρωπος, τον οποίο εκτιμώ βαθιά. Μία φορά τον χρόνο πηγαίνουμε με τη Λου στο εξοχικό του στην Κινέτα, για ένα παραδοσιακό τριήμερο αφιερωμένο στην πατρίδα του. Πίνουμε βότκα, φτιάχνουμε πιροσκί, τρώμε μπορς και άφθονο χαβιάρι, παίζουμε σκάκι, βλέπουμε ταινίες του Ταρκόφσκι —κυρίως τη «Νοσταλγία»—, διαβάζουμε Ντοστογιέφσκι, αυτοσχεδιάζουμε πάνω σε έργα του Τσέχοφ και παρακολουθούμε παλιές παραστάσεις μπαλέτου της Μάγια Πλισέτσκαγια. Θα ρωτήσετε ίσως, με κοροϊδευτικό τόνο: «Παίξατε και ρωσική ρουλέτα;» Όχι, ρωσική ρουλέτα δεν παίζουμε. Βασικά, ντρέπομαι να ρωτήσω τον Μίσα αν υπάρχει πράγματι αυτό το παιχνίδι, όπως ποτέ δεν τον ρωτάω για τη φωτογραφία μιας πανέμορφης γυναίκας που έχει μετατρέψει σε πίνακα στο σπίτι του.

Drakoulis
© Ρεμί

Συναντιόμαστε έξω από το μαγαζί και μου αναφέρει κοφτά ότι το δείπνο είναι δικό του. Επειδή ήξερα ότι συνηθίζει να τα κάνει αυτά, του είχα πάρει δώρο τρία πούρα Αβάνας. Ο «Drakoulis» στο Κολωνάκι είναι ένα εντυπωσιακό και ατμοσφαιρικό μαγαζί, σκοτεινό, με πολύ δυνατή ηλεκτρονική μουσική. Η Λου ξετρελαίνεται και ο Μίσα, παρά τα χρόνια του, δείχνει μια απίστευτη χαρά στο άκουσμα των beats. Στον Drakoulis η παραγγελία του κρέατος γίνεται σε ένα ιδιότυπο χασάπικο στο κέντρο του μαγαζιού. Εκεί, με τη βοήθεια ενός χασάπη, επιλέγεις το κρέας που θέλεις, το ζυγίζουν και ύστερα το ψήνουν. Αν ξεφύγεις, βέβαια, στις παραγγελίες, ξεφεύγει και ο λογαριασμός. Γι’ αυτό χρειάζονται σύνεση και εγκράτεια.

Την υπόλοιπη παραγγελία, δηλαδή τα ορεκτικά και τα συνοδευτικά, την κάναμε στο τραπέζι. Μας έφεραν μια ασυνήθιστη σαλάτα με κίμτσι και παστέλι, ενώ το καρπάτσιο έμοιαζε με μικρό έργο τέχνης στο πιάτο. Το κρέας ήταν εκπληκτικά ψημένο —είναι πραγματικά μάστορες σε αυτό— και τόσο τα chips όσο και ο πουρές αποδείχθηκαν εξαιρετικά συνοδευτικά. Το μενού διαθέτει επίσης φανταστικά ορεκτικά, υπέροχα gyoza και ζυμαρικά καπελέτι με ταρτάρ.

Drakoulis
© Ρεμί
Drakoulis
© Ρεμί

Όταν η μουσική αρχίζει να δυναμώνει, νιώθεις λες και βρίσκεσαι σε πραγματικό club. Ο Μίσα και η Λου σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους και άρχισαν να χορεύουν. Εγώ, δυστυχώς, έχω ένα πρόβλημα στη μέση, το οποίο τον τελευταίο καιρό με ταλαιπωρεί και δεν με αφήνει να νιώσω άνετα.

Στον «Drakoulis» μην παραγγείλετε πολλά ορεκτικά. Το κρέας είναι εξαιρετικής ποιότητας και ψήνεται υποδειγματικά, οπότε χρειάζεται γενικά μια κάποια αυτοσυγκράτηση. Την ίδια, βέβαια, πρέπει να αποκτήσω κι εγώ, που εκμεταλλεύτηκα το γεγονός ότι οι άλλοι δύο δεν έτρωγαν και κατέληξα να τρώω μόνος μου. Αφού καθίσαμε περίπου τρεις ώρες, αποφασίσαμε να φύγουμε. Ο κ. Μίσα πλήρωσε και βγήκαμε για να πάρουμε το αυτοκίνητο. Όταν φτάσαμε στο πάρκινγκ, είδα ότι τα γυάλινα μάτια του ήταν σχεδόν δακρυσμένα. Ξαφνικά, μας αγκάλιασε και τους δύο.

© Ρεμί
Drakoulis
© Ρεμί
© Ρεμί

«Ρεμί, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Μπορείς να με πας μια βόλτα στη χιονισμένη Πάρνηθα;» μου είπε. Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, βαριόμουν· μετά τις 23:30 θέλω συνήθως να κοιμάμαι. Η Λου, όμως, με κοίταξε με εκείνο το δολοφονικό της βλέμμα. Τι να κάνω; Δεν έφερα αντίρρηση ούτε σε έναν Ρώσο ούτε σε μια Μανιάτισσα. Οδήγησα μέχρι την Πάρνηθα, με μουσική υπόκρουση το «Die Hard» του Kendrick Lamar. Όταν φτάσαμε σε ένα σημείο απ’ όπου βλέπαμε ολόκληρη την Αθήνα, ο κ. Μίσα μού ζήτησε να σταματήσω. Ήθελε να καπνίσουμε τα πούρα μας και να του βάλω να ακούσει το «Do svidanija, Moskva!». Υπάκουσα, νιώθοντας παράλληλα το επίμονο βλέμμα της Λου. Βγήκαμε και οι τρεις έξω και ανάψαμε τα πούρα μας. Εμένα δεν μου αρέσει το πούρο, γι’ αυτό απλώς το άφηνα να καίει. Ο Μίσα άρχισε να δακρύζει και μου είπε:

«Πρέπει να γυρίσουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, στο σημείο όπου πήραμε τον λάθος δρόμο, αγαπημένε Ρεμί. Είναι λάθος οι αναζητήσεις· το θέμα είναι το σήμερα. Εγώ ζούσα πάντα για το αύριο. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα. Να αγαπάς τη Λου κάθε μέρα περισσότερο και να της το λες. Αυτό το λάθος έκανα εγώ με την Κατρίνα, τη γυναίκα που βλέπεις στον πίνακα του σπιτιού μου. Κάθε μέρα παρακαλώ να φύγω και να πάω στον ουρανό, για να της απολογηθώ για τότε που έφυγα από τη Μόσχα χωρίς να της πω ότι την αγαπούσα περισσότερο από οτιδήποτε υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο».

Σχετικά άρθρα