Τι έφαγε ο Ρεμί τον Οκτώβρη (μέχρι τώρα)
Οι γεύσεις που ξεχώρισε ο Ρεμί το πρώτο μισό του Οκτωβρίου είχαν θαλπωρή, βάθος και (ας είμαστε ειλικρινείς) πολύ κρέας.
Στη φιλοσοφική ερώτηση «Τι καλό έφαγες αυτό το δεκαπενθήμερο;», η απάντηση είναι απλή: πολύ καλό φαγητό και ακόμη περισσότερο αμνοερίφιο. Τόσο, που μετά την ευλογιά οι κτηνοτρόφοι της Ελλάδας μού απαγόρευσαν να ασχοληθώ ξανά με το θέμα, γιατί κινδυνεύω να διαλύσω τις προμήθειες. Βέβαια, με μαθηματική ακρίβεια οδηγούμαι στον θάνατο, αλλά τουλάχιστον θα φύγω χορτάτος. Ελπίζω μόνο να πείτε έναν καλό λόγο για εμένα: «Ήταν καλό παιδί, μα είχε μια λόξα με τα αμνοερίφια και τις καναδέζικες!».
Διαβάστε επίσης
Γεύση 1: Τσιγαριαστό αρνί με τηγανητές πατάτες, στου Ζωοδόχου Πηγής, στα Καμίνια. Το κρέας ήρθε βαθιά μελωμένο, με τραγανές άκρες και ζουμιά γεμάτα νοστιμιά, ενώ οι πατάτες, χρυσαφένιες και σωστά αλατισμένες, έκαναν αυτό που ξέρουν καλύτερα: μάζευαν μέχρι σταγόνας τη σάλτσα. Ένα πιάτο ανεπιτήδευτο, πληθωρικό και απολύτως παρηγορητικό.

Γεύση 2: Χυλοπιτάκι με κόκορα παστιτσάδα, στο Άνταμα. Η πλούσια, κοκκινιστή σάλτσα αγκάλιαζε τα ζυμαρικά, με τα μπαχαρικά να δίνουν βάθος και τον κόκορα να κρατά τη μεστή, χαρακτηριστική του γεύση. Σπιτικό στη μνήμη, εστιατορικό στην εκτέλεση και επικίνδυνα εύκολο να ζητήσεις δεύτερο πιάτο. Θα σου πω περισσότερα γι’ αυτό το Σάββατο.

Γεύση 3: Προβατίνα, στον Γέρο… Εδώ δεν χρειάζονται φιοριτούρες. Έντονη, στιβαρή γεύση, σωστό ψήσιμο και εκείνο το λιπάκι που λιώνει, καπνίζει διακριτικά και σε κάνει να ξεχνάς κάθε υπόσχεση περί εγκράτειας. Πιάτο για αποφασισμένους κρεατοφάγους, με νοστιμιά που διαρκεί.

Γεύση 4: Μπατζίνα και τραχανάς, στο Σινάφι. Η μπατζίνα είχε λεπτή, τραγανή επιφάνεια και μαλακή καρδιά, με το τυρί να δίνει αλμύρα χωρίς να βαραίνει. Δίπλα της, ο τραχανάς ήταν ζεστός, κρεμώδης και γήινος: μια κουταλιά αρκεί για να θυμίσει χειμωνιάτικο τραπέζι στο χωριό.

Γεύση 5: Προβατίνα με ζυμαρικά, στο Κιτς και σ’ Έφαγα. Το πληθωρικό κρέας έδωσε όλη του τη δύναμη στη σάλτσα, που κόλλησε πάνω στα ζυμαρικά και τα έκανε σχεδόν ακαταμάχητα. Κάθε πιρουνιά είχε ένταση, λιπαρότητα και οικεία θαλπωρή, αλλά σημειώστε πως είναι από εκείνα τα πιάτα που δεν προσποιούνται ότι είναι ελαφριά.

Διαβάστε επίσης
Γεύση 6: Ζυμαρικά με μανιτάρια, στο Methe. Αυτό για όσους επιμένουν ότι δεν τρώω χορτοφαγικά πιάτα. Τα μανιτάρια είχαν γήινο άρωμα και ζουμερή υφή, ενώ η δεμένη σάλτσα τύλιγε τα ζυμαρικά χωρίς να καλύπτει τη γεύση τους. Ισορροπημένο, αρωματικό και αρκετά απολαυστικό ώστε να μη λείψει σε κανέναν το κρέας.

Γεύση 7: Μοσχαρίσια γλώσσα με ρεβίθια — και τα μυαλά στα κάγκελα — στην Αλισάχνη. Η γλώσσα ήταν τρυφερή, σχεδόν βουτυράτη, και τα ρεβίθια πρόσθεταν γήινη γλύκα και σώμα. Ο συνδυασμός έμοιαζε τολμηρός, αλλά έδενε υποδειγματικά, αφήνοντας μια βαθιά, καθαρή επίγευση.

Διαβάστε επίσης
Γεύση 8: Ο γιαουρτοταβάς, το πιάτο-υπογραφή του σεφ Έλβι-Δημήτρη Ζύμπα, στο Esthio. Δροσερή οξύτητα, κρεμώδης υφή και αρώματα που ξεδιπλώνονταν σταδιακά συνέθεταν μια μπουκιά γνώριμη και ταυτόχρονα απρόσμενη. Ένα πιάτο με προσωπικότητα, ακρίβεια και εκείνη τη λεπτή ισορροπία που κάνει μια υπογραφή απολύτως αναγνωρίσιμη.

Γεύση 9: Αρνίσιο κότσι με πατάτες, στον Ethos. Το κότσι ξεκολλούσε με την ελάχιστη πίεση του πιρουνιού, με ζουμερό εσωτερικό και πλούσια, καραμελωμένη εξωτερική επιφάνεια. Οι πατάτες είχαν ποτίσει από τα αρώματα του κρέατος και λειτουργούσαν σαν μικρά, χρυσαφένια σφουγγάρια νοστιμιάς.

Γεύση 10: Χταπόδι, στον Μπάμπη, στη Βάρη. Σωστά ψημένο, με ελαφριά καπνιστή κρούστα και τρυφερό εσωτερικό, κράτησε όλη τη θαλασσινή του ένταση χωρίς να γίνει λαστιχωτό. Λίγη οξύτητα αρκούσε για να φωτίσει τη γεύση του. Απλό, καθαρό και ακριβώς όπως πρέπει να κλείνει ένα τόσο γενναιόδωρο δεκαπενθήμερο.
