Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Ο καφές και ο Ίκαρος

Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Ο καφές και ο Ίκαρος

Πώς ο Ρεμί γνώρισε τον ελληνικό καφέ (κατάλληλο για βούτες) και τους Ίκαρους.

Κεφάλαιο 1: Μπισκοτολούκουμο και ελληνικός καφές

Αυτές οι ατέρμονες, σουρεαλιστικές συζητήσεις με ελληνικό καφέ και μπισκοτολούκουμο, που έκανα με τις γιαγιάδες μου, μου λείπουν τόσο… Κουβέντες που ξεκινούσαν από τα ερωτικά, περνούσαν λίγο από την πολιτική και έφταναν μέχρι το πώς πήγαμε στη Eurovision.

Η μία γιαγιά μού διάβαζε μάλιστα και το φλιτζάνι, έχοντας «πτυχίο» στη μελλοντολογία, αλλά με μια καθαρά αθλητική χροιά. «Γιαγιά, θα πάρουμε το πρωτάθλημα;» τη ρωτούσα.

Εκείνη έκανε ότι το επεξεργαζόταν σκεπτική και μετά μου έλεγε με απόλυτη σιγουριά: «Φέτος είναι δικό μας!». Θα ήθελα βέβαια σε αυτό το σημείο να διευκρινίσω πως τον καφέ μου δεν τον έπινα ποτέ· τον θεωρούσα πολύ βαρύ για τα γούστα μου.

Ουσιαστικά, βουτούσα μέσα του ό,τι έβρισκα μπροστά μου, από κουλούρια μέχρι μπισκοτάκια, σε σημείο να πιστεύω ότι η χρησιμότητά του ήταν σαν της σάλτσας — αποκλειστικά για βούτες!

Χθες τα πήρα και τα δύο, καφέ και μπισκοτολούκουμο. Όμως δεν είχε την ίδια γεύση. Όσο κι αν προσπάθησα, μέσα από τις ιστορίες, να ζωντανέψω τις μνήμες, δεν ήταν το ίδιο. Άσε που λόγω δίαιτας (μην γελάσεις!) δεν ήθελα να κάνω και βούτες με κουλουράκια.

Τελικά, όσο μεγαλώνεις, αποκτάς μια παραξενιά και γεμίζεις «πρέπει». «Φωτιά στα πρέπει και φωτιά στη λογική», σκέφτηκα.

Και στην ερώτηση: «Κώστας Βάρναλης είναι αυτός, Ρεμί;» Όχι, αγαπητά μου παιδιά. Ελένη Γιαννατσούλια!

Κεφάλαιο 2: Οι Ίκαροι

Όταν ήμουν μικρός, μια τυχαία Κυριακή βρέθηκα με τον πατέρα μου σε μια γιορτή της Αεροπορίας, στο Πολεμικό Μουσείο. Περιπλανιόμουν ανάμεσα σε παλιά αεροπλάνα, κουρασμένα από τον χρόνο, και σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες όπου ο ουρανός έμοιαζε να έχει κρατήσει τη μνήμη των ανθρώπων. Ώσπου εμφανίστηκαν οι πιλότοι. «Οι Ίκαροι!» φώναξε μια κυρία. Τους κοίταξα με παιδικό δέος: αγέρωχοι, αμίλητοι μέσα στις στολές τους, έμοιαζαν σαν να είχαν μόλις κατεβεί από έναν ουρανό που εμείς οι υπόλοιποι μπορούσαμε μόνο να κοιτάζουμε.

Τη γέφυρα ανάμεσα στον πιλότο και στον Ίκαρο την ύψωσε ο Κωστής Παλαμάς, τιμώντας τον πρώτο Έλληνα αεροπόρο που έχασε τη ζωή του το 1912. Έτσι ο αρχαίος μύθος βρήκε μια καινούργια πατρίδα: όχι πια στα εύθραυστα φτερά από κερί, αλλά στο μέταλλο των μηχανών και στην καρδιά εκείνων που αφήνουν τη γη για να συναντήσουν τον ορίζοντα.

Όταν ιδρύθηκε η σχολή των πιλότων, η ονομασία «Ίκαροι» γεννήθηκε πρώτα στις λέξεις των δημοσιογράφων. Η ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας δίσταζε, ίσως δικαιολογημένα, να παραδώσει τους νέους χειριστές στη σκιά μιας μυθικής πτώσης. Μα οι λαοί διαλέγουν μόνοι τους τα σύμβολά τους· κι εμείς αγαπάμε εκείνους που πετούν, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε πως ο ήλιος καίει. Έτσι γεννήθηκε η Σχολή Ικάρων. Άλλωστε, όπως λένε οι ίδιοι οι πιλότοι, δεν προκαλούν τον ήλιο — τον αγγίζουν για μια στιγμή και επιστρέφουν.

Ως έθνος έχουμε έναν παράξενο τρόπο να παντρεύουμε τη χαρά με τη λύπη, σαν να μην αντέχει η μία να υπάρξει χωρίς την άλλη. Τραγουδάμε στίχους βουτηγμένους στο σκοτάδι με μια σχεδόν ξέφρενη ευθυμία: «τ’ άλογο να είναι μαύρο, σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή». Το ένιωσα και φέτος στην Κέρκυρα: «Κάτω στον Άη Γιώργη, στο κρύο το νερό, σκοτώσαν’ τον Γιαννάκη, τον ακριβό υιό». Μια διονυσιακή χαρά ανθίζει πάνω από έναν θάνατο· σαν να ξορκίζουμε το πένθος χορεύοντας γύρω από τη φωτιά του.

Συχνά αναρωτιέμαι τι οδηγεί έναν άνθρωπο να γίνει Ίκαρος. Σίγουρα όχι τα χρήματα· σίγουρα όχι η ασφάλεια. Ίσως να τον καλεί μια παράξενη, φωτεινή τρέλα: η ανάγκη να νικήσει την κατάρα που κρύβεται στο όνομα, να σηκωθεί ψηλότερα από τον φόβο, να πλησιάσει ό,τι οι άλλοι κοιτούν από μακριά — και ύστερα να επιστρέψει στη γη, κουβαλώντας λίγο ουρανό στα μάτια του.

Δεν είναι κρίμα, λοιπόν, αυτά τα αλλόκοτα πουλιά να τα ξοδεύουμε σε εμπορικές γιορτές, όταν η αληθινή τους αποστολή βρίσκεται αλλού;

Δεν πετούν για να στολίζουν χορηγούς και επετείους. Πετούν για να μας θυμίζουν πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν τολμά να πλησιάσει τον ήλιο, γνωρίζοντας το τίμημα και επιλέγοντας, παρ’ όλα αυτά, να ανοίξει τα φτερά του.

Κάποιος εύλογα θα πει πως τέτοιες επιδείξεις γίνονται σε όλον τον κόσμο. Μόνο που οι δικοί μας πιλότοι, με ένα κλάσμα από τις απολαβές των άλλων, δεν έχουν να αναμετρηθούν μόνο με τα ύψη.

Καλούνται να ξορκίσουν πανάρχαιους μύθους, να φυλάξουν τον ουρανό μας και να επιστρέψουν κάθε φορά στη γη — σαν απόδειξη πως ο Ίκαρος μπορεί, επιτέλους, να γυρίσει σπίτι.

Σχετικά άρθρα