Οι καλοκαιρινές γαστρονομικές απογνωσεις του Ρεμί: Η ταπείνωση της επιστροφής από τις διακοπές
Είναι δύσκολο να είσαι ευτυχισμένος αν είσαι φτωχός, καταθλιπτικός και βαρετός τύπος σε αυτήν τη χώρα το καλοκαίρι.
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο 1: Κάν’ το όπως ο Οδυσσέας
Τελικά, κατάλαβα ότι το καλοκαίρι με κουράζει απίστευτα και πιο πολύ με κουράζει η επιστροφή. Ακόμα πιο πολύ με κουράζει, βέβαια, το λιμάνι της Ραφήνας. Θα ήθελα να υπήρχε ο διακτινισμός μόνο για να γλιτώνεις αυτήν την ταλαιπωρία της επιστροφής. Δεν με πειράζει το πήγαινε, η επιστροφή έχει ένα θέμα.
Δεν έχω μόνο εγώ αυτό το χούι, ακόμα και ο Οδυσσέας 10 χρόνια επέστρεφε, προφανώς κάπου βαριόταν και το έκανε με το πάσο του και, για να δικαιολογήσει ίσως τη βαρεμάρα της επιστροφής και για να μην του πουν τίποτα, σκαρφιζόταν μπελάδες. Τι να πει στην αγαπημένη του, ότι 8 χρόνια κοιμόταν σε άλλη αγκαλιά;
Γενικά, μετά τις επιστροφές υπάρχει μια έκδηλη ταπείνωση. Εγώ βγάζω λευκά γένια, προσπαθώ να ξυριστώ γρήγορα και να μην δείχνω τα πρώτα σημάδια του γήρατος, γιατί δεν έχω ξεπεράσει την εικόνα του μπαμπά μου που, μετά από μια καλοκαιρινή επιστροφή, μόλις είδα τα λευκά γένια του, έβαλα τα κλάματα που μεγάλωνε. Δεν θέλω και εμένα να πάθει το ίδιο σοκ ο γιος μου. Βέβαια, όταν ξυρίζομαι, παθαίνει σοκ η Λου, γιατί χάνω αυτόν τον αρρενωπό χαρακτήρα μου και γίνομαι ένας υπερφυσικός μπούλης.
Κεφάλαιο 2. Τελικά ξεκουράζεσαι στις διακοπές στην Ελλάδα;
Καθόμουν σε μια ξαπλώστρα στην Κέρκυρα — δεν κρύβω, αρκετά περιποιημένη — στην τρίτη σειρά, γιατί πάντα, μα πάντα, ξεχνάω να κάνω κράτηση. Το κόστος, μαζί με δύο καφέδες, μια φρουτοσαλάτα και δύο ανόητα πιάτα, περίπου 110 €. Σε ένα άλλο, πιο γνωστό beach bar, για τα ίδια πράγματα, 145 €. Κοινώς, αν έχεις τετραμελή οικογένεια, την έκατσες. Αν είστε δύο άτομα, κοιτάτε τον κατάλογο και βγάζετε κομπιουτεράκι για να βγει ο προϋπολογισμός των πέντε ημερών.
Καθόμουν και σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να πάω στις ελεύθερες παραλίες και να κουβαλάω ομπρέλα και καρέκλες, αλλά λέω: πέντε ημέρες θα είμαι, δεν μπορώ, είμαι κουρασμένος. Άσε που στις ελεύθερες παραλίες είναι λες και είσαι Χριστούγεννα στο Σύνταγμα ή σε προσκύνημα στη Βομβάη. Δεν πειράζει, λες, θα πάω στις άλλες και ας φάω τις επόμενες ημέρες τοστ. Όχι κλαμπ σάντουιτς παραλίας· το άλλο, το τοστ του σούπερ μάρκετ.
Φωνάζουν διάφοροι επαγγελματίες για τα all-inclusive ξενοδοχεία, που πια μαντρώνουν τον κόσμο μέσα και αυτός δεν βγαίνει να χαλάσει. Και σκέφτομαι ότι, αν πληρώνεις σε ένα τέτοιο 300, άντε 400 € τη βραδιά, το οποίο έχει και φαγητό και σου δίνει και πρόσβαση στην παραλία, γιατί να ρισκάρεις την άλλη ζωή παίρνοντας αμάξι, να σου κάνουν στην παραλία face control για να σε κατατάξουν σε κάποια σειρά ή να πας σε ένα εστιατόριο και εκεί να σου κάνουν το ίδιο; Βέβαια, δεν σας κρύβω, το βρίσκω φυλακή όλο αυτό και τη δεύτερη ημέρα με πιάνει μια κατάθλιψη και θέλω να φύγω τρέχοντας.
Αλλά, αν δεν έχεις καμία οικονομική δυνατότητα και πας σε μια ελεύθερη παραλία, και το βράδυ πηγαίνεις και τρως σουβλάκι, και μένεις σε ένα δωμάτιο που, στην καλύτερη περίπτωση, το έχεις βρει 100-150 €, με κρεβάτι και στρώμα τσιμέντο — και θα φύγεις με μαθηματική ακρίβεια με δισκοπάθεια — έχοντας πληρώσει και κανένα 500άρι τα ακτοπλοϊκά, όλα αυτά για να ψάχνεις θέση στην παραλία, να τρως δύο-τρεις ώρες αναμονή για το σουβλάκι, άλλες δύο-τρεις ώρες αναμονή για το παγωτό και το παιδί να κλαίει.
Αν πας στο χωριό με πληρωμένο δωμάτιο, είσαι αναγκασμένος να χαιρετήσεις όποιον υπάρχει και δεν υπάρχει, να λες την ίδια ανοησία που θα έχεις μάθει αυτολεξεί σε όλους και να κάνεις τις ίδιες ενέργειες που κάνεις κάθε χρόνο.
Θα πιάσεις κάποια στιγμή τον εαυτό σου και θα τον ρωτήσεις: «Τι έκανες, αγόρι μου, στη ζωή σου;». Τι θα πεις; «Πήγαινα κάθε χρόνο στην Κάτω Πλαγιά διακοπές».
Και όλα αυτά για να πεις ότι πήγες κάπου, για να γυρίσεις τελικά εξαντλημένος. Ουσιαστικά, για να βγάλεις ένα story με εκείνο το ανόητο τραγούδι «Μου χρωστάς έναν Αύγουστο» ή να πας σε ένα πανηγύρι — άλλη εξάντληση κι αυτή — και να σηκώσεις τα εξαντλημένα σου χέρια και να χορέψεις το «Μάτια μου, εγώ για εσένα έχω». Τώρα κατάλαβα όσους παθαίνουν σοκ στα πανηγύρια: δεν είναι από τη χαρά· είναι από την οργή για όλα αυτά που έχουν περάσει το φωτεινό ελληνικό καλοκαίρι.
Τελικά, είναι δύσκολο να είσαι ευτυχισμένος αν είσαι φτωχός, καταθλιπτικός και βαρετός τύπος σε αυτήν τη χώρα το καλοκαίρι. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, που έλεγε η γιαγιά μου. Αν νιώθεις το ίδιο, να σε ενημερώσω ότι αύριο μπαίνει ο Σεπτέμβρης και, επίσημα, σε 21 ημέρες μπαίνει το φθινόπωρο.
Και δεν θα ξανακούσεις «Μου χρωστάς έναν Αύγουστο», «Μάτια μου, για εσένα έχω», «Ψάχνω κάτι από τον βυθό» και παρανοϊκούς να χορεύουν οργισμένα, χωρίς τέλος, ξημερώματα, και ξανά σε 8 μήνες φωτογραφίες από πατούσες.
Κάτι είναι κι αυτό…
Το άρθρο είναι χορηγία της Άτυπης Φθινοπωρινής Λέσχης «Φωτιά τον Αύγουστο». Έχουμε και τραγούδι, με περίπου τις ίδιες λέξεις με το «Φωτιά στο λιμάνι».
Διαβάστε επίσης