Gatto Perso : Πως τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη με μετάλλαξαν σε Πέρσικο Γάτο
Τα ταξίδια με το αυτοκίνητο μόνος και χωρίς αναγκαστικά συγκεκριμένο προορισμό, είναι κάτι διαφορετικό.
Ποσα χρόνια είχα να πάω στην Θεσσαλονίκη ; Δέκα ή έντεκα ; Από τότε που κάναμε το ταξίδι με τον Νίκο. Θυμάμαι μείναμε στην Ξάνθη, περάσαμε από Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη και φτάσαμε ως τα σύνορα μες την Τουρκία και μετά γυρίσαμε από την Εγνατία. Ιωάννινα, Μεσολόγγι κλπ.
Μου αρέσουν τα ταξίδια με το αυτοκίνητο. Από τότε παλιά με τον αδελφό μου, που διασχίζαμε συνήθως την τότε Γιουγκοσλαβία, με δρόμους, που δεν ήταν και οι καλύτεροι. Κάποια επόμενη φορά δεν θα πάω μόνο ως την Θεσσαλονίκη. Θα πάω ως το Βελιγράδι, ή μάλλον ως την Βουδαπέστη που δεν έχω πάει ποτέ. Δεκατέσσερεις ώρες λέει το GPS. Βγαίνει με τη μία ; Μπορεί…αλλά τι πειράζει αν βγει και σε δυο…
Ήμουν πάντα μια χαρά μόνος. Να πηγαίνω για φαγητό μόνος, να πηγαίνω για μπάνιο μόνος, να πηγαίνω στο σινεμά μόνος. Δεν έχω πρόβλημα. Είναι εξίσου όμορφο να τα κάνω όλα αυτά και με παρέα, δεν είμαι μισάνθρωπος…
Τα ταξίδια με το αυτοκίνητο μόνος όμως είναι άλλη υπόθεση. Όχι για έναν, αλλά για πολλούς λόγυς. Έχω ταξιδέψει με το αεροπλάνο μόνος και με πλοίο μόνος. Αλλά αυτά τα ταξίδια όμως έχουν μια “κανονικότητα”. Είσαι με ένα σωρό άλλους ανθρώπους, που πηγαίνουν σε συγκεκριμένο προορισμό που θα φτάσουν ολοι μαζί. Δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον…
Τα ταξίδια με το αυτοκίνητο μόνος και χωρίς αναγκαστικά συγκεκριμένο προορισμό, είναι κάτι διαφορετικό.
Σε συζητήσεις που είχα κάνει σχετικά με τα μοναχικά ταξίδια, κατάλαβα ότι οι περισσότεροι δεν τα προτιμούν γιατί φοβούνται. Φοβούνται μην πάθουν τίποτα ενώ οδηγούν μόνοι ή γενικά σε ένα τέτοιο ταξίδι. Λογικό είναι σε πρώτη ανάγνωση. Αλλά είναι επίσης λογικό το ότι μπορούμε να πάθουμε οτιδήποτε, οπουδήποτε, μόνοι μας, ή με παρέα.
Αν έχει μια βάση η περίεργη ψυχολογική διεργασία που συντελείται σε ένα μοναχικό ταξίδι με το αυτοκίνητο, είναι το ότι όταν απομακρυνθείς μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα από το μέρος που ζεις, έχεις ένα αίσθημα “αποκοπής”, από την διαρκή συνηθισμένη σου ρουτίνα. Επίσης αντιλαμβάνεσαι αυτόματα σχεδόν σε ποια κατάσταση βρίσκεται συνολικά η ζωή σου, την συγκεκριμένη εποχη. Ακόμη περισσότερο κάνει πολύ συνειδητές τις “δεσμεύσεις” σου. Στο μοναχικό ταξίδι αντιλαμβάνεσαι ότι “συνεπιβάτης”σου είναι ο εαυτός σου, Που σου αποκαλύπτει , χωρίς καν να το ζητήσεις, ποια είναι η αιτία για τις όποιες “δεσμεύσεις” και το ότι η αιτία για όσα κάνουν την ζωή μας “δεσμευμένη”, είναι συνήθως οι δικές ψυχολογικές αναγκαιότητες, ή η “υποταγή” μας στις επιθυμίες των κοντινών μας προσώπων.
Δεν είμαι σίγουρος ότι ο καθένας έχει διάθεση να μπει σε ψυχολογικές “αποκαλύψεις” που προκύπτουν με μια κάποια ένταση.
Αυτή τη φορά το ταξίδι μου είχε συγκεκριμένο προορισμό. Την Θεσσαλονίκη. Όσο συγκεκριμένο μπορεί αν είναι ένα τέτοιο ταξίδι, που σημαίνει δεν θα μου προκύψει κάποια στιγμήυ στη μέση της διαδρομής να στρίψω αριστερά ή δεξιά.
Είχα δυο λόγους που πήγα στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά. Ο ένας ήταν ένας Πέρσικος Γάτος. Έβλεπα συχνά αναρτήσεις στο FaceBook κάτω από το όνομα “Gatto Perso” και δεν μπορούσα ακριβώς να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο.
Screenshot
Άλλες φορές ήταν μια συνέντευξη. Άλλες φορές ήταν μια έκθεση ζωγραφικής. Άλλες πάλι είχαν μουσικό υπόβαθρο. Μιαν άλλη φορά ήταν ένα πάρτι. Έτσι στο τέλος με περιέργεια ανάλογη μιας γάτας, έγραψα ρωτώντας “Μα τι είναι αυτό το Gatto Perso”. Στο τέλος όχι μόνο έμαθα τι ήταν, αλλά αποδείχθηκε ότι ήμασταν κατά κάποιο τρόπο γνωστοί. Το Gatto Perso είναι ένα ξενοδοχείο και η ιδιοκτήτριά του η Ανγκέλικα Παναγιωτίδου, που ήταν αναγνώστρια μου από τον καιρό που έγραφα στην Γυναίκα “Το Σημείωμα του Εκδότη” και με κάλεσε όποτe ήθελα να με φιλοξενήσει στο ξενοδοχείο της. Αυτά είχαν γίνει πριν δυο περίπου χρόνια.
Τέτοια ταξίδια με το αυτοκίνητο, όπως και πολλά άλλα, τα κάνω όταν έρθει η ώρα τους. Δεν έχω ιδέα πότε είναι η ώρα για οτιδήποτε. Το μαθαίνω μόνο λίγο πριν. Αυτή τη φορά το έμαθα μια δυο μέρες πριν φύγω. Ειδοποίησα την Ανγκέλικα, γιατί μπορεί και να μην είχε διαθέσιμα δωμάτια. Όμως με τα περίεργα που κάνει η τύχη, από όλες τις μέρες από δυο χρόνια πριν, που με είχε προσκαλέσει, εκείνο το Σαββατοκύριακο δεν θα ήταν στην Θεσσαλονίκη.
Έφτασα στo Gatto Perso, εκείνο το απόγευμα λίγο πριν τις πέντε. To Gatto Perso βρίσκεται λίγο πάνω από την Ρωμαϊκή Αγορά, σε ένα στενό δρομάκι, στην οδό Μουσαίων 10. Ένα παλιό και ανακαινισμένο υπέροχο κτίριο φτιαγμένο πριν περίπου 100 χρόνια, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμη χάσει την ικανότητα να φτιάχνουν ανθρώπινα κτίρια. Στη είδοδο με υποδέχτηκε η Αηδόνα, με αυτό το ασυνήθιστο όνομα και με οδήγησε στο δωμάτιο μου στο πέμπτο όροφο και από τότε δεν είδα ούτε την ίδια ούτε κανέναν άλλο, από το προσωπικό, εκτόςε απότην κοπέλα που ερχόταν κάποια στιγμή να φτιάξει το δωμάτιο. Με αυτριακές αναμνήσει το Gatto Perso, είναι στην νοοτροπία της πανσιόν ξενοδοχείου, κάτι που συναντάς συχνά στην Αυστρία και στην Ελβετία. Έτσι είσαι μόνος και αυτοτελής, κάτι που σου δίνει την εντύπωσηότι έχεις φέρει το σπίτι σου μαζί. Μόνος μπαίνεις, μόνος βγαίνεις και μόνο από τύχη θα συναντήσεις κάποιον άλλο ένοικο του ξενοδοχείουΥπάρχει η αόρατη φροντίδα του προσωπικού που είναι εκεί αν χρειαστείτε κάτι.
Το ξενοδοχείο έχει ανακαινιστεί στην αρχική του μορφή και είναι ότι κοντινότερο μπορεί κάποιος να έχει για να νομίζει πως βρίσκεται σπίτι του. Καθώς η Ανγκέλικα έλειπε της είπα να μου γράψει κάτι για την ίδια και για τον Πέρσικο Γάτο της. Είχα την πρόθεση να πάρω στοιχεί και να τα γράψω από το μέιλ της, αλλά είναι τόσο ωραία αυτά που έχει γράψει, που παραθέτω ολόκληρο το μέιλ έτσι όπως το έγραψε :
Στη Θεσσαλονίκη ήρθα σχεδόν μωρό από την Αυστρία συγκεκριμένα από το Γκρατς όπου και γεννήθηκα . Εκει πήγε ο πατέρας μου – πολίτικης καταγωγής- για να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός , γνώρισε τη μαμά μου και επέστρεψε μετά τις σπουδές με γυναίκα και παιδί στη Θεσσαλονίκη .Αδέλφια δεν έχω , μεγάλωσα ανάμεσα σε δύο κουλτούρες , και παρόλο που πίστευα πάντα ότι με καθορίζει το ελληνικό μου στοιχείο – το προσφυγικό συγκεκριμένα γιατί διαφέρει νομίζω αρκετά από τους γηγενείς έλληνες , μεγαλώνοντας αναγνωρίζω πολλά στοιχεία του Βορρά . Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς με μάνα αυστριακή . Πήγα στο Γερμανικο σχολείο στη Θεσσαλονίκη , σπούδασα Γερμανική Φιλολογία στο ΑΠΘ , έκανα μεταπτυχιακό στη συγκριτική λογοτεχνία ( με συγγραφέα προσανατολισμού τον Κάφκα – εμμονές της εφηβείας ) . Παντρεύτηκα πολύ νέα – στα 23 – λόγω μεγάλης πίεσης από την οικογένεια ( όχι η μαμά μου δεν ήταν μια ανοιχτόμυαλη Ευρωπαία , ήταν μια πολύ γοητευτική , βαθιά ναρκισσιστική μητέρα ) , έκανα την πρώτη μου κόρη στα 25 , δούλεψα στο Goethe Institut από τα 23 για δέκα χρόνια όπου ήμουν και ανάμεσα στους τρεις συγγραφεις που έγραψαν τη σειρά βιβλίων Ping Pong , εκμάθησης γερμανικών για εφήβους που διδάσκονταν στα ελληνικά σχολεία για περίπου είκοσι χρόνια .Χώρισα στα 28 και ξαναπαντρεύτηκα τέσσερα χρόνια αργότερα . Όταν έκανα τα δίδυμα κοριτσάκια μου σταμάτησα τη δουλειά στο Goethe γιατί η δουλειά του άντρα μου ήταν πολύ απαιτητική και δε βγαίναμε με δυο καριέρες στο σπίτι , έτσι είχα την ευκαιρία να ολοκληρώσω τις σπουδές μου στην συμβουλευτική ψυχολογία εξ´αποστάσεως , από την Ακαδημία του Αμβούργου και να γράψω τρία βιβλία ακόμα , ένα για τα δίδυμα με πληροφορίες ιατρικές και ψυχολογικές – διαπίστωσα την έλλειψη στην αγορά όταν περίμενα τα δικά μου – και είχα πρόσβαση σε πολύ πληροφορία καθώς ο άντρας μου είναι γυναικολογος. Συνεργάστηκα με τις εκδόσεις Μινωας για το βιβλίο αυτό και μαζί τους εξέδωσα αλλά δύο βιβλία :ένα για τη μητρότητα και ένα για την γονιμότητα και την εξωσωματική γονιμοποίηση γιατί ήταν μια πολύπλοκη εμπειρία που είχα βιώσει κατ´επανάληψη η ίδια στην προσπάθεια να κάνουμε παιδί με τον δεύτερο άντρα μου και πίστευα ότι θα μπορούσα να μοιραστώ πράγματα που θα ήταν ίσως χρήσιμα για γυναίκες που ζουν αυτή την εμπειρία .Το όνειρο μου βέβαια απο την εφηβεία που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω , καθώς η πολύ γειωμένη προσωπικότητα του πατέρα μου δε θεωρούσε αρκετά « σοβαρή» ως σπουδή και επαγγελματική αποκατάσταση , ήταν να σπουδάσω στη Σχολή Καλών Τεχνών . Επειδή οι καταπιεσμένες επιθυμίες όμως θεωρώ πως δεν κάνουν ποτέ καλό στην εξέλιξη μας , διεκδίκησα το απωθημένο μου και πέρασα στα 40 στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ όπου ολοκλήρωσα τις σπουδές μου το 2013 κσι μάλιστα με άριστα . Απο τότε δούλευα συστηματικά σαν ζωγράφος με πολύ χαρά και πάθος .
Παράλληλα πούλησα κάποια στιγμή το πατρικό μου σπίτι στο οποίο μέναμε γιατί μετακομίσαμε σε μεγαλύτερο και επειδή πάντα είχα μεγάλη αγάπη για τα παλιά κτήρια και την υπέροχη αισθητική τους, πήραμε ένα παλιό αρχοντικό που είχε χτίσει το 2026 ένας έμπορος για τις τρεις του κόρες , το οποίο βρήκα αρχιτεκτονικά πολύ ενδιαφέρον και με καλή προοπτική ανακαίνησης. Η γειτονιά έχει επίσης ιδιαίτερη γοητεία αν και δεν είναι φροντισμένη οπως θα της άρμοζε , αφενός λόγω της Ρωμαϊκής αγορας ( το κέντρο της πόλης στους αρχαίους χρόνους) κσι αφεταίρου γιατί κατάφερε να κρατήσει χαρακτήρα . Αποδείχτηκε σωστο το ένστικτο γιατί η περιοχή εξελίσσετε σε ένα πολύ ζωντανό και αυθεντικό σημείο στην πολη με εξαιρετικά ψαγμένα εστιατόρια να ξεπηδανε , πολλά μαγαζιά νέους ελληνες δημιουργους , μπαράκια και πολύ νέο κόσμο να της δίνει ζωή . Πήραμε δάνειο και το ανακαινίσαμε από τα θεμέλια με αντισεισμική θωράκιση και όλες τις αρχιτεκτονικές του λεπτομέρειες . Ήταν κάτι που το έφτιαξα με πολύ πάθος και αγάπη χωρίς να σκέφτομαι ξεκάθαρα ένα επιχειρηματικό πλάνο εξαρχής . Η αλήθεια είναι ότι η δουλειά της ανακαινησης ήταν πολύ γοητευτική μεν , πρακτικά όμως οι διαδικασίες από πολεοδομία και εφορία Νεωτερων Μνημείων εξαιρετικά δυσκοίλια και περίπλοκη .
Οταν τελείωσε το ανέλαβε η μεγάλη μου κόρη , η οποία επίσης έχει σπουδάσει στην Καλών Τεχνών με μεταπτυχιακά στο St.Martins και το έστησε ως ξενοδοχείο και το λειτούργησε αρκετά χρόνια . Όταν κάποια στιγμή θέλησε να σχοληθρι με το αντικείμενο της ο κλήρος έπεσε στον γενναιο και βρέθηκα πριν τρία χρόνια από τις τέχνες και τα γράμματα να πρέπει να κάνω τον επιχειρηματία που ήταν κάτι που δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα με ενδιέφερε .Επειδή όμως η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και όχι αυτό που φαντάζεσαι , έβαλα κάτω τα εργαλεία μου και είδα πως μπορώ να το διαχειριστώ .Πρώτον ένα κατάλυμα έχει τη λογική ενός καλού νοικοκυριού κατά βάση , και αυτό το κατείχα καλά . Δεύτερον η φιλοξενία είναι μέσα στις εργοστασιακές μου ρυθμίσεις από την πατρική πλευρά τις οικογένειας . Για μένα οι άνθρωποι που έρχονται δεν είναι πελάτες , είναι φιλοξενούμενοι μου και θέλω να ξέρω ότι θα τους φροντίσουμε σα να τους είχα σπίτι μου . Τι με κάνει να νιώθω όμορφα , τι με χαλαρώνει και με ξεκουράζει ειδικά όταν είμαι μακριά από το σπίτι ήταν οι σκέψεις που με καθοδήγησαν . Κάναμε ένα φρεσκάρισμα στο κατάλυμα και το αναβαθμίσαμε θέλω να πιστεύω όσο μπορούσαμε . Το διακοσμήσαμε με την ιδιότητα του καλοτεχνίτη και όχι με τη λογική μιας ανάθεσης σε διακοσμητή αν και είχαμε φυσικά την αρχιτέκτονα μας . Όπως θα κατάλαβες φαντάζομαι μας αρέσει να στήνουμε σκηνικά πρώτον και δεύτερον εγώ και το μινιμαλ δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ ! Άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο είναι οι συνεργάτες . Είναι δουλειά που χωρίς καλούς συνεργάτες είναι αδύνατον να τα καταφέρεις . Είναι όλοι τους ένας και ένας . Φιλότιμοι , με καλές σπουδές , καλλιεργημένα παιδιά όλες και όλοι τους από τον Διευθυντή , μέχρι τις καμαριέρες μας.Επειδή ομως η πλευρά της δημιουργικότητας δεν μπορούσε να μείνει σε καταστολή , το Gatto δεν είναι απλώς ένα κατάλυμα . Ειναι ένα βήμα για να βοηθάμε και να ενισχύουμε καλλιτέχνες και να δίνουμε χώρο στην τέχνη . Αντί για λεφτά σε διαφήμιση , προτιμάμε να ακουγόμαστε οργανώνοντας εκθέσεις , βραδιές ποίησης , μουσικής ( στον κορονοιό είχαμε κάνει μια δράση με 27 καλλιτέχνες γνωστούς της πόλης που είχαν φιλοτεχνήσει στεφάνια για κάθε ένα από τα μπαλκόνια μας και είχαμε φέρει να παίξει βιολί ένας εξαιρετικός μουσικός στο μπαλκόνι για να βγάλουμε την τέχνη έξω .Κάναμε πάρτυ στο δρόμο μας πάλι με μουσική από το μπαλκόνι για να μαζέψουμε φίλους και τη γειτονιά . Καθαρίσαμε όλο τον δρόμο από μουντζούρες και βρωμιές και συνεργαστήκαμε με τη Σχολή Καλών Τεχνών , για να φτιάξουν έργα τέχνης για όλο τον δρόμο – ένας αγώνας απίστευτα δύσκολος γιατί παλεύουμε κάθε μέρα αφού δεν υπάρχει σεβασμός και μας τα καταστρέφουν συνεχώς αλλά επιμένουμε .Έχουμε κάνει σήριαλ στο τικ τοκ με 10 επεισόδια του 1 λεπτού με τους εργαζόμενους ως πρωταγωνιστές αντί για μια συνηθισμένη διαφήμιση για να καταλαβαίνει κανείς καλύτερα το ύφος και την αύρα του Gatto .Έχουμε Podcast ( πόσο θα ήθελα να σε έχω καλεσμένο)! με ανθρώπους που πιστεύουμε ότι έχουν κάτι ιδιαίτερο να πούνε. Όλα αυτά τα γυρίζουμε απόλυτα επαγγελματικά με τον Στέφανο που εργάζεται σε εμάς και την ομάδα του , οι οποίοι είναι βραβευμένοι τελειόφοιτοι της Σχολής Κινηματογράφου .
Ο δεύτερος λόγος που ανέβηκαστην Θεσσαλονίκη ήταν η Ηρώ Σιδέρη. Η Ηρώ είναι ζωγράφος. Αλλά αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί να την περιγράψει. Η Ηρώ είναι καλλιτέχνις και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που έχει ζησει τη ζωή της και από τις επιλογές της.
Screenshot
Η Ηρώ Σιδέρη μέσα στα άλλα έχει και ένα εκπληκτικό χιούμορ που διακρίνεται και στο παραμικρό μήνυμα της, ή στα μικρά κείμενα που συνοδεύουν τις αναρτήσεις με τα μικρά “χειροποίητα” βίντεο, που ανεβάζει σχεδόν κάθε μέρα. Τα λέω “χειροποίητα” γιατί δεν χρησιμοποιεί για την κατασκευή τους Τεχνητή Νοημοσύνη, για την οποία δεν τρέφει και μεγάλη αγάπη.
Της έχω πει κατά καιρούς, ότι αυτά τα μικρά κειμενάκια, ή και οι απαντήσεις της σε όποια συζήτηση με μηνύματα, θα μπορούσαν να εκδοθούν σε ποιητική συλλογή, σαν ένα είδος “ποιητικού αφηρημένου εξπρεσιονισμού”.
Ο λόγος που αρχίσαμε να συζητάμε με την Ηρώ είναι οι εξαιρετικοί και συχνά “οδυνηροί” πίνακες της, με τα έντονα κόκκινα χρήματα και τις μορφές που συνήθως χάνονται σε μια από άποψη “εικαστική ασάφεια”.
Ο καθένας συνήθως ζωγραφίζει αυτά που έχει η ψυχή του και στην Ηρώ αυτό που έχει είναι πολύ έντονο.
Η Ηρώ δεν το γνωρίζει, αλλά η περίπτωσή της ξύπνησε μέσα μου κάτι ππου ήθελα να κάνω από καιρό.
Η Ηρώ έχει σπουδάσει στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Θεσσαλονίκη και κατόπιν συνέχισε τυις σπουδές της στην Academia del arte της Φλωρεντίας, μετάπήγε στην Καλαβρία, μετά στην Σικελία, από όσο θυμάμαι και στην Ισπανία.
Έχω γνωρίσει πολλούς ζωγράφους, όπως η Ηρώ. Μερικοί είναι κάπως γνωστοί. Μερικοί τελείως άγνωστοι. Πολλοί εκθέτουν. Κάποιοι καταφερνουν και να πουλάνε. Όμως στην Ελλάδα μόνο καμιά δεκαριά-δεκαπέντε ζωγράφοι γλύπτες, έχουν καταφέρει να πιάσουν αξιοπρεπείς τιμές.
Η ζωγραφική με συγκινούσε πάντα, άγνωστο για ποιους λόγους. Είναι κάτι που μου αρέσει. Όπως μου αρέσει και το παιχνίδια της αξίας που μπορεί να αποκτήσει ένα έργο Τέχνης. Αυτό είναι μια άλλη γοητευτική Τέχνη μέσα στην Τέχνη.
Δεν ξέρω πως και ακόμη αν, θα μπορέσω να το κάνω, μια και είναι κάτι με το οποίο δεν ασχοληθεί ποτέ.
Θα ήθελα όμως να μπορέσω να δημιουργήσω ένα “κανάλι αξιών” μέσα από το οποίο να μπορούν νέα και παλιά ταλέντα από την Ελλάδα, να μπορέσουν να φτάσουν στις αγορές του εξωτερικού, όπου οι τιμές να ανταποκρίνονται στην αξία αυτού που φτιάχνουν.
Συζητήσαμε διάφορα με την Ηρώ αλλά όχι για αυτό.
Εκτός από τους πίνακες της η Ηρώ, διδάσκει και τους μαθητές που θέλουν να μπουν στην Σχολή Καλών Τεχνών, είτε στην Θεσσαλονίκη είτε στην Αθήνα και επίσης διδάσκει και στις φυλακές για όσους κρατούμενους θέλουν να ασχοληθούν με την ζωγραφική.
Όπως και η Ανγκέλικα έλειπε όταν πήγα στην Θεσσαλονίκη, αυτό το τριήμερο που ήμουν εκεί ήταν κι αυτή απασχολημένη με τις εξετάσεις των φοιτητών, αλλά και με την διόρθωση και βαθμολόγηση των “γραπτών” τους, δηλαδή των σχεδίων τους.
Δεν ξέρω με ποιον τρόπο μπορεί κανείς να βαθμολογήσει ένα σχέδιο.
Τέλος πάντων. Αυτές τις τρεις μέρες που ήμουν στη Θεσσαλονίκη, ήταν σαν να πήγαινα εκεί για πρώτη φορά. Έχω πάει πολλές φορές, αλλά δεν ξέρω τι πρόσεχα τις άλλες φορές.
Ήταν η πρώτη φορά, που πρόσεξα έτσι τα κτίρια της.
Την Κυριακή το πρωί, κατεβαίνοντας από το Gatto Perso, πρόσεξα τόσο καλά τα υπέροχα κτίρια που είναι γύρω από την Πλατεία Αριστοτέλους. Ήταν γύρω στη 1 το μεσημέρι, η μέρα ήταν ζεστή και ο ήλιος έλαμπε στον χωρίς σύννεφα ουρανό.
Έτσι όπως οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω στα κτίρια που είναι παρατεταγμένα στην δυτική πλευρά της Πλατείας Αριστοτέλους, η σκηνή έμοιαζε με μαγική εικόνα. Αυτα τα κτίρια εκεί είναι ο τρόπος που έπρεπε να έχουν γίνει γίνει όλες οι πολυκατοικίες στην Ελλάδα και τότε θα ζούσαμε σε μια πολύ πιο όμορφη χώρα. Και στην Αθήνα στην διάρκεια του Μεσοπολέμου, από το 1920 ως το 1930 έγιναν, πολλές απόπειρες γιά την μετάβαση από τα πολύ όμορφα νεοκλασικά κτίρια – που είχαν διαμορφώσει, όχι μόνο μιαν αξιοπρεπή πρωτεύουσα, αλλά και αξιοπρεπείς πόλεις – σε κτίρια που θα μπορουσαν να αποτελέσουν ένα είδος μιας πιο μαζικής κατοικίας. Η ανάγκη για πολυ-κατοικίες, που θα μπορούσαν να στεγάσουν τον πληθυσμό που συνερεε στην Αθήνα, αλλά και στις μεγάλες πόλεις, της επαρχίας, Μπορεί να βρει κανείςτέτοια πολύ αξιοπρεπή δέιγματα στις πολυκατοικίες που βρίσκονται επί της Βασιλισσης Σοφίας, απέναντι από το Χίλτον, αλλά και διάσπαρτες εδώ και εκεί στο Κολωνάκι. Όλα αυτά συνέπεσαν με την ανακάλυψη ενός καινούργιου υλικού, που θα μπορούσε να μειώσει όχι μόνο τον χρόνο , αλλά και το κόστος κατασκευής. Το τσιμέντο δεν είναι από τηυν φύση του, ένα “κακό” υλικό, όπως δεν είναι και ένα μαχαίρι. Εξαρτάται από το πως θα το χρησιμοποιήσει κανείς.
Κάθισα για αρκετή ώρα, εκεί στην αρχή της Πλατείας Αριστοτέλους, θαυμάζοντας τα κτίρια που πλαισιώνουν την Πλατεία. Την επόμενη φορά θα έρθω να αναζητήσω, πότε κατασκευάστηκαν και από ποιούς αρχιτέκτονες. Είναι ένα εξαιρετικό είδος αρχιτεκτονικής, που από μόνο του είναι αρκετό, για να δώσει μια ώθηση πολιτισμού στους κατοίκους της πόλης. Τα κτίρια μιας πολής, που ζούμε και περιφερόμαστε, επηρρεάζουν και πολιτιστικά και ψυχολογικά, τους κατοίκους των πόλεων. Αλλιώς επηρεάζεται ένα κάτοικος της Ρώμης και της Φλωρεντίας και αλλιώς ο κάτοικος μιας κακοχτισμένης συνοικίας της Αθήνας, ή μια εξ ίσου κακοχτισμένης μικρής επαρχιακής πόλης.
Στην Αθήνα η καταστροφή ήρθε όταν δόθηκε άδεια στους εργολάβους, χωρίς αρχιτεκτονικές σπουδές,να χτίζουν πολυκατικίες με αντιπαροχή στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς να εξαιρεθεί, ένας μεγάλος κύκλος που περικυκλώνει υην Αθήνα, μέ όρια την Λεωφόρο Αλεξάνδρας την Πατησίων, την Σταδίου και την Βασιλίσσης Σοφίας. Συν όλες τις περιοχές σε ένα κύκλο γύρω από την Ακρόπολη.
Screenshot
Δεν ξέρω τι ακριβώς προκάλεσε την έκρηξη της διάθεσης μου καθώς κοίοταζα τα κτίρια της Πλατείας Αριστοτέλους και τη θάλασσα πάρα πέρα. Ξέρω ότι όπως και όλοι μας είμαι κι εγώ δέσμιος της χημείας μου. Καρτιζόλη, αδρεναλίνη, σεροτονίνη και μερικά ακόμη, μπορεί να κάνουν την διάθεση μου να απογειωθεί ή να καταβυθιστεί. Κάτι απ’ όλα έκανε την διάθεση, να φτάσει σε ένα θαυμαστό επίπεδο καθαρότητας και διαύγειας, αυτό που είναι πάντα το επιθυμητό, για μένα τουλάχιστον.
Τι από όλα ήταν ; Οι συζητήσεις της προηγούμενης ημέρας ; Το φαγητό που είχα φάει ή μάλλον δεν είχα φάε, καθώς αρκέστηκα στα κεράσια αντί να φάω ένα κανονικό γεύμα ; Το ότι είχα κοιμηθεί καλά το προηγούμενο απόγευμα ; Ποιος ξέρει ; Ίσως να ήταν αίσθηση της ελευθερίας που καμιά φορά δημιουργούν τα ταξίδια ; Τέτοια αίσθηση διαύγειας και καθαρότητας, τόσο ξεχωριστή μου έχει συμβεί μια φορά, ένα πρωινο στο Σαν Τζιμινιάνο, το μικρό χωριό με τους επτά Πύργους, ανάμεσα στην Φλωρεντία και την Σιένα που πήγαινε συχνά ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι για να ζωγραφίζει. Και άλλη μια φορά στην Βτραζιλία αργά το βράδυ, με την Λάουρα και τον Άλβαρο σε μια βόλτα στο Σάο Πάολο. Έτσι και σ’ αυτό το πρωινό. μόνος στην Πλατεία Αριστοτέλους. Σαν να είχε πέσει επάνω μου ένας καταρράκτης που ξέπλυνε την ψυχή και το σώμα μου
Screenshot
.Όπως κατέβαινα προς το Ολύμπιον καταλάβαινα, ότι είχε γίνει μια “ανταλλαγή”. Η Θεσσαλονίκη μου είχε δώσει κάτι, πολύ ευχάριστο και πολύ ποιοτικό, που δεν ήξερα καν τι ήταν, αλλά που το αισθανόμου. Και η γεύση ήταν κρυστάλλινη.
Και να θέλεις δεν μπορεί να το πετύχεις. Συμβαίνει. Για λόγους απροσδιόριστους… Διαύγεια… Μεγάλο δώρο…
Μετά από ένα ωραίο δείπνο στο Kitchen Bar , έκανε μια τελευταία βόλτα στην Θεσσαλονίκη γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα. Η Θεσσαλονίκη “κλείνει” νωρίς. Ίσως και γιατί η επόμενη μέρα ηταν εργάσιμη.
Έφυγα την Δευτέρα το πρωί, κατά τις δέκα. Δεν βιαζόμουν. Με 120 , άντε καμιά φορά λίγο πάρα πάνω και αν πήγαινα πιο αργά θα με έπαιρνε ο ύπνος. Συνεχιζόταν ακόμη η διαύγεια της προηγούμενης μέρας. Η διαδρομή είναι πια τόσο εύκολη, που θα μπορούσα να βλέπω και τηλεόραση οδηγώντας, που λέει ο λόγος.
Δεν θα το έκανα, όμως γιατί η τηλεόραση χαλάει τηυ διαύγεια…
Μέσα σε τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη κατάφερα να γίνω Πέρσικος Γάτος…