Αντίο λατρεμένε πορνόγερε Τίντο Μπρας
© Marka/Universal Images Group via Getty Images

Αντίο λατρεμένε πορνόγερε Τίντο Μπρας

Ο Μπρας ήταν απόλυτη περίπτωση σκηνοθέτη και αρτίστα που θα μπορούσε να βάλει στην βιογραφία του τον τίτλο «Που ήσουν νιότη που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος».

Στην Ιταλία γράφτηκε για τον σκηνοθέτη Τίντο Μπρας που έφυγε από την ζωή σε ηλικία 93 ετών ότι υπήρξαν δύο Τίντο Μπρας και ο ένας από τους δύο δεν θα πεθάνει ποτέ, αλλά χωρίς κανείς να ξέρει ποιος είναι αυτός. Παίζεται αν θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου ο πρώτος, ένας από τους πιο αυθεντικούς πειραματιστές του ιταλικού και διεθνούς σινεμά της δεκαετίας του ’60, ή ο δεύτερος που αποκαλούσε τον εαυτό του «σκηνοθέτη πορνοστάρ» και υπήρξε δημιουργός άκρως επιτυχημένων ερωτικών ταινιών, από το «La chiave» (Το Κλειδί) και έπειτα, για την ποιότητα των οποίων υπάρχουν αμφιβολίες, χωρίς ωστόσο να αμφισβητείται η τρομερή τους επιτυχία. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 κι αφού προηγουμένως ο Μπρας είχε σοκάρει με τον «Καλιγούλα» ο Ιταλός σκηνοθέτης έσπαγε ταμεία δίνοντας στους Ιταλούς (και όχι μόνο…) την δυνατότητα να απολαύσουν τα κάλη όλων σχεδόν των μεγάλων στάρλετ της ιταλικής τηλεόρασης αλλά και των ωραιότερων Ιταλίδων ηθοποιών. Την δεκαετία του 90 ειδικά τα αντρικά γυναικεία περιοδικά οργάνωναν ψηφοφορίες για το ποια Ιταλίδα θα ήθελε ο αντρικός πληθυσμός να είναι η επόμενη μούσα του Τίντο Μπρας. Που ήταν κάτι σαν εθνικός πορνογράφος. Η ο αγαπημένος φίλος του ανδρικού πληθυσμού – αυτός που έκανε τα πιο ωραία δώρα σε όλους. Διαλέγεις και παίρνεις.

Ο Μπρας ήταν απόλυτη περίπτωση σκηνοθέτη και αρτίστα που θα μπορούσε να βάλει στην βιογραφία του τον τίτλο «Που ήσουν νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος». Γεννημένος στο Μιλάνο και μεγαλωμένος στη Βενετία, ο Μπρας προερχόταν από μια οικογένεια υπέροχη: συνυπήρχαν σε αυτή αρτίστες και πλούσιοι – τι καλύτερο; Ο παππούς του, Ιτάλικο Μπρας, ήταν σημαντικός ζωγράφος και συλλέκτης έργων τέχνης. Η γιαγιά του, Λίνα Ρεμπέκα, σύζυγος του Ιτάλικο, ήταν μια Ρωσίδα μετανάστρια – πάμπλουτη όμως καθώς ο μπαμπάς της είχε μεταφέρει χρήματα, χρυσαφικά και υπάρχοντα στο Μιλάνο πριν την επανάσταση του Λένιν. Ο πατέρας του Τίντι, ο Αλεσάντρο, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ποινικολόγους της Βενετίας. Όλοι τον ενθάρρυναν να ασχοληθεί με το σινεμά και πιο φανατικά στην συνέχεια η γυναίκα της ζωής του. Η Κάρλα Τσιπριάνι —την οποία όλοι στην Ιταλία αποκαλούσαν χαϊδευτικά «Τίντα» και η οποία έφυγε από τη ζωή το 2006 ήταν η κόρη του Τζουζέπε Τσιπριάνι, ιδιοκτήτη του διασημότερου καφέ της Βενετίας του Harry’s Bar. Η πάμπλουτη Κάρλα δεν ήταν απλώς μια σύζυγος: είχε μια εξαιρετική συνεισφορά στις ταινίες του άντρα της ως σεναριογράφος, βοηθός σκηνοθέτης και παραγωγός. Κυρίως όμως ήταν αυτή που μοιράζονταν μαζί του την ίδια συνένοχή για το γυμνά και την ίδια περιέργεια για τον ερωτισμό που χαρακτήρισε το σινεμά του(ς) από τη δεκαετία του ’80 και μετά.

Ο Μπρας είχε κάνει το ντεμπούτο του το 1963 με μια ταινία γυρισμένη στη Βενετία, το «Chi lavora è perduto» («Όποιος δουλεύει είναι χαμένος»): η επιρροή της Nouvelle Vague είναι ξεκάθαρη, νομίζεις πως είναι του Γκοντάρ και των άλλων επαναστατών της εποχής. Όλες οι ταινίες του Μπρας εκείνης της δεκαετίας είναι άκρως πρωτότυπες: το «Yankee» είναι ένα ποπ ψυχεδελικό ιταλικό γουέστερν, το «Il disco volante» («Ο ιπτάμενος δίσκος») είναι ένα μια τις πιο παράξενες κωμωδίες στην καριέρα του Αλμπέρτο Σόρντι. Ο Μπρας, λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε διατελέσει βοηθός του Ροσελίνι στα γυρίσματα της ταινίας «Il generale Della Rovere» («Ο στρατηγός Ντελά Ρόβερε») και είχε κάνει το μοντάζ στο «India», το οποίο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα εθνογραφικά ντοκιμαντέρ όλων των εποχών μέχρι σήμερα.

Και μετά έρχεται ο «Καλιγούλας» (Caligola). Με μια ιστορία μέσα στην ιστορία, μια από τις πιο καταραμένες ταινίες όλων των εποχών. Στην Ιταλία ήταν για χρόνια απαγορευμένη. Στους τίτλους αρχής δεν εμφανιζόταν η ένδειξη «σκηνοθεσία». Έγραφε «κινηματογράφηση από τον Τίντο Μπρας» και στη συνέχεια «συμπληρωματική κινηματογράφηση από τον Μπομπ Γκουτσιόνε». Ο τελευταίος, εκδότης του περιοδικού Penthouse και παραγωγός της ταινίας, είχε απαιτήσει μια ταινία με σκληρές πορνογραφικές σκηνές στις οποίες δεν εμφανίζονταν οι βασικοί ηθοποιοί: ήταν, με κάθε έννοια, μια ταινία πορνό χωρίς να είναι πορνό, κάτι αξιοσημείωτο. Βασισμένος σε ένα σενάριο του Γκορ Βιντάλ, ο Μπρας είχε στήσει μια παραβολή της εξουσίας προσθέτοντας δόσεις από σαδισμό, τρέλα και χειραγώγηση. Χωρίς να επιδιώκει καμία ιστορική ακρίβεια, έδωσε κάτι που έπρεπε να λειτουργεί σαν κινηματογράφιση ενός ρωμαϊκού όργιο κάτι σουρεαλιστικό και σκηνογραφικά εκθαμβωτικό (τα σκηνικά ήταν του Ντανίλο Ντονάτι, σκηνογράφου του Φελίνι, μιας ιδιοφυΐας). Το καστ ήταν συγκλονιστικό: Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, Έλεν Μίρεν, Τζον Γκίλγκουντ, Πίτερ Ο’Τουλ και μερικοί ταλαντούχοι Ιταλοί, όπως η Αντριάνα Άστι, ο Λεοπόλντο Τριέστε και ο Πάολο Μπονατσέλι. Η ταινία δεν σπάει ταμεία, αλλά κάνει κάτι πιο σημαντικό: δημιουργεί σχολή.

Ο Μπρας αφήνει στην άκρη τον ένα εαυτό του και ανακαλύπτει τον επόμενο: αν δεν υπάρχει πρόκληση δεν υπάρχει σινεμά λέει. Ακολουθεί επιτυχία του «La chiave», με πρωταγωνίστρια τη Στεφανία Σαντρέλι, η οποία οφειλόταν (και) στην άρνηση του Τζαν Λουίτζι Ρόντι που δεν τη δέχτηκε στη Βενετία, χαρίζοντάς της έτσι μια αναπάντεχη δημοσιότητα. Ο Μπρας φεύγει στην κατηφόρα και δεν ξανακοιτάζει πίσω. Σε ταινίες όπως οι «Miranda», «Capriccio», «Snack Bar Budapest» και «Paprika» οι Ιταλοί χάνουν την αναπνοή τους βλέποντας κουκλάρες: Σερένα Γκράντι, Κλαούντια Κολ, Φραντσέσκα Ντελέρα, Ντέμπορα Καπριόλιο αναστατώνουν τον ανδρικό πληθυσμό. Δεν είναι τόσο ικανές και εύπλαστες όσο η μεγάλη Στεφανία, αλλά ποιος νοιάζεται για ρόλους; Ο Μπρας φιλμάρει το γυναικείο στήθος σαν έργο τέχνης, σε κάνει να θές να μπεις στην οθόνη.

Ο δεύτερος Τίντο Μπρας, που διασκέδαζε με το να φιλμάρει σκηνές σεξ αλλά κυρίως, όπως λένε οι Αμερικανοί, «γελούσε με την ψυχή του διαβάζοντας τα νούμερα των εισπράξεων» έγινε κάτι σαν τον Χιού Χέφνερ της Ιταλίας κι ας μην είχε «λαγουδάκια» και βίλες: έπαιζε ένα μικρό ρολάκι σε κάθε ταινία του κι όταν χάιδευε σαν γερομπαμπαλής τον πισινό της πρωταγωνίστριας όλο το σινεμά χειροκροτούσε. Σήμερα όλα αυτά θα ήταν λόγος για να τον καταγγέλλουν για σεξισμό – τότε γελούσαμε. Για την κριτική έλεγε πως ελάχιστα τον ένοιαζε: και το εννοούσε. Στη «Miranda», σε μια σκηνή που διαδραματίζεται σε νεκροταφείο, έβαλε σε δύο τάφους τα ονόματα των Τούλιο Κέζιτς και Καλίστο Κοσούλιτς, δύο εκ των σημαντικότερων κριτικών της εποχής —και οι δύο ήταν από την Τεργέστη. Ένα αθώο αστείο. Οι δυο τους είπαν πως έσκασαν στα γέλια: είμαι βέβαιος πως έφτυσαν τον κόρφο τους.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα. Κι ας βρει την Τίντα του που έφυγε πρώτη. Ο Τίντο την απάτησε συχνά. Η Τίντα το ανταπέδωσε. Αλλά ήταν πολύ καθολικοί και οι δύο για να χωρίσουν. Ωραίο σενάριο για ταινία του θα ήταν όλο αυτό…

Σχετικά άρθρα