Είσαι αμαρτωλή
Ποιοι είδαν τελικά το «Sinners»;
Πολύς κόσμος αναρωτιέται πώς διάβολο το «Sinners», το βαμπιρίστικο θρίλερ του Ράιαν Κούλγκερ προτάθηκε για 16 Οσκαρ φτάνοντας ένα αριθμό υποψηφιοτήτων που δεν είχε ποτέ ταινία. Να πω πρώτα πρώτα πως, αντίθετα από αυτό που ακούγεται, πρόκειται για ταινία που έχουν δει πολλοί κι όχι μόνο στην Αμερική όπου έκανε εντυπωσιακά ρεκόρ εσόδων για ταινία χαμηλού κόστους. Στην Ελλάδα πλησίασε τα 100 χιλιάδες εισιτήρια παρά το θάψιμο από τους κριτικούς, την ελάχιστη διαφήμιση και το πολύ ειδικό της θέμα. Που πάει να πει ότι πήγε από στόμα σε στόμα και σε ένα κοινό άρεσε. Στις ΗΠΑ είναι αυτό της αφροαμερικανικής κοινότητας που το είδε σαν μια αλληγορία της ίδιας της ταραγμένης ιστορίας του. Στην Ελλάδα δεν ξέρω ποιο είναι αυτό το κοινό. Ίσως το κοινό των πιτσιρικάδων που τρέχει να δει οτιδήποτε έχει αίμα γιατί το θεωρεί διασκεδαστικό: έχω φίλους που έχουν περάσει αυτή τη φάση – μετά απλά παντρεύτηκαν.
Αλλά χάθηκα: ήθελα να απαντήσω στην απορία. Νομίζω πως ο τεράστιος αριθμός υποψηφιοτήτων ήρθε για δυο λόγους. Ο πρώτος γιατί τα μέλη της Ακαδημίας που ψηφίζουν αποτελούν πια ένα διαφορετικό εκλογικό σώμα από αυτό που κάποτε χάριζε υποψηφιότητες στο «Πέρα από την Αφρική», στο «Σοφέρ της κυρίας Ντέζι» και στον «Τιτανικό». Προφανώς υπάρχουν πια πολλοί νεότεροι σε ηλικία που ψηφίζουν – σίγουρα και πιο πολλοί αφροαμερικάνοι. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το «Sinners» είναι καλός εκπρόσωπος μιας μόδας – πράγμα που πάντα βοηθά. Με βάση την μόδα αυτή γυρίζονται ταινίες με το ίδιο ακριβώς σεναριακό εύρημα: ξεκινούν ως κάτι συμβατικό και κομμάτι συνηθισμένο και καταλήγουν στο να γίνουν θρίλερ αιματοβαμμένα. Στις ταινίες αυτές το δεύτερο μέρος κατά κάποιο τρόπο παρωδεί το πρώτο. Τέτοιες είναι το «Get out» (που ξεκινά σαν ταινία για κολεγιόπαιδα…), το «Heretic» (με πολύ κακό, ποιος θα το έλεγε, τον Χιού Γκραντ), το περσινό «The Substance» – και λέω τις τρεις πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό χωρίς να το πολυσκεφτώ. Είναι ταινίες στις οποίες σταδιακά καταστρέφεται το στερεότυπο που ο θεατής χτίζει στο μυαλό του: οι πιτσιρικάδες καταδιασκεδάζουν βλέποντας την απορία των μεγαλύτερων.
Το «Sinners» σε αυτό είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που έχει γίνει. Όταν πέρυσι λίγο μετά το Πάσχα την έβλεπα θυμάμαι πως είχα πάει σινεμά χωρίς να έχω ιδέα περί τίνος πρόκειται. Την πρώτη ώρα περνούσα υπέροχα και ήμουν σίγουρος για την συνέχεια, όπως όταν βλέπω ένα ποδοσφαιρικό αγώνα πχ κι έχω σχηματίσει την βεβαιότητα στο πως θα εξελιχτεί. Ήμουν βέβαιος πως οι δυο δίδυμοί γκάνγκστερ πρωταγωνιστές θα τσακώνονταν για ένα παιδικό τους έρωτα, πως το Παπαδοπαίδι θα ανακάλυπτε την φρίκη της βίας των λευκών, πως θα έβλεπα μια ακόμα ταινία που κάπου σε όλο το χαμό θα υπήρχε και η ΚουΚλουξΚλαν – είναι το μόνο που πέτυχα. Μετά την πρώτη ώρα αναρωτιόμουν τι διάβολο βλέπω, ενώ οι πιτσιρικάδες δίπλα μου γελούσαν – ίσως και με την αμηχανία μου. Και μάλλον θα γελάνε και με την αμηχανία όσων δεν καταλαβαίνουν γιατί διάβολο αυτή η ταινία σάρωσε στις υποψηφιότητες των Οσκαρ. Αν δεν το καταλάβετε έχετε τραγουδήσει το σουξέ «Είσαι αμαρτωλή, δεν σε θέλω πια». Οι πιτσιρικάδες το αγνοούν.