Η μυθοπλασία του ποδοσφαίρου
© Photo by Alexander Hassenstein/Getty Images

Η μυθοπλασία του ποδοσφαίρου

Ο ποδοσφαιρόφιλος είναι ένας μεγάλος ματαιόδοξος που θέλει να πιστεύει ότι στον καιρό του είδε ό,τι καλύτερο, κάτι που οι επόμενοι δεν θα χαρούν ποτέ τους.

Είναι διαφήμιση του ποδοσφαίρου ο ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ Παρί Σεν Ζερμέν – Μπάγερν 5-4 που είδαμε την Τρίτη το βράδυ; Όχι ακριβώς. Η διαφήμιση είναι μεν πρόταση, πλην όμως είναι μια πρόταση με στόχευση την αύξηση μιας κατανάλωσης: το ποδόσφαιρο δεν έχει τέτοια ανάγκη. Αν πεις ότι «αυτό το ματς διαφήμισε το ποδόσφαιρο», αδικείς και το ματς και το ποδόσφαιρο. Πρώτον γιατί το ματς είναι κάτι μοναδικό, ανεπανάληπτο και ως εκ τούτου κάτι που δεν μπορεί να αποτελέσει και πρόταση: δεν γίνεται να παίζουν όλοι όπως αυτοί οι δύο. Και δεύτερον γιατί είναι άδικο για το ίδιο το ποδόσφαιρο να χρησιμοποιούμε μια από τις πιο λαμπερές του βραδιές για να θυμίσουμε την ομορφιά του: είναι σαν να λες πως όμορφες γυναίκες είναι μόνο οι σταρ του Χόλυγουντ στο κόκκινο χαλί των Οσκαρ – και δεν ισχύει και είναι κι άδικο για τις γυναίκες. Όχι το ματς αυτό δεν είναι διαφήμιση, είναι κάτι πολύ σημαντικότερο: υπήρξε κάτι σαν ιεροτελεστία αποθέωσης ενός σπορ που είναι το μαζικότερο του πλανήτη γιατί μπορεί να προσφέρει τέτοιες τελετουργικές συγκινήσεις. Ανεπανάληπτες και συγχρόνως μυσταγωγικές. Χρήσιμες κυρίως σε εκείνους που χάνουν την πίστη τους στο σπορ. Πόσο μάλλον όταν αυτή η τελετουργική μυσταγωγία έρχεται μετά από μια άλλη που έμοιαζε κάτι μοναδικό: το Μπάγερν – Ρεάλ Μαδρίτης 4-3 που είδαμε μια εβδομάδα πριν.

Στην ιστορία του ποδοσφαίρου μπορεί να βρεθούν αρκετά ματς ανάλογης διακύμανσης ή ανάλογης δραματικότητας. Η παράταση του Ιταλία – Γερμανία 4-3, στο πρώτο τηλεοπτικό μουντιάλ της ιστορίας το 1970, παραμένει ακόμα σήμερα, πάνω από πενήντα χρόνια μετά, ένα θέαμα υψηλού επιπέδου. Η ανατροπή του 0-3 από την Λίβερπουλ στον τελικό της Κωνσταντινούπολης και η επικράτησή της στα πέναλτι με αντίπαλο την πολύ καλύτερη Μίλαν έχει δικαίως καταγραφεί ως ένας θρίαμβος θέλησης. Οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις είναι γεμάτες από εποποιίες: ένα ματς μεταξύ της Βέρντερ του Οττο Ρεχάγκελ και της Αντρελεχτ στα πρώιμα χρόνια του Τσάμπιονς Λιγκ, στο οποίο οι Γερμανοί μετέτρεψαν το αρχικό 0-3 σε μια καθαρή νίκη με 5-3, παραμένει ακόμα και σήμερα που νιώθουμε ότι τα ‘χουμε δει όλα, κάτι ανεπανάληπτο.

Στο ποδόσφαιρο υπάρχει πάντα η προσμονή του ανεπανάληπτου: ο ποδοσφαιρόφιλος είναι ένας μεγάλος ματαιόδοξος που θέλει να πιστεύει ότι στον καιρό του είδε ό,τι καλύτερο, κάτι που οι επόμενοι δεν θα χαρούν ποτέ τους. Το πράγμα γίνεται χειρότερο ή καλύτερο (ανάλογα πως το βλέπει κανείς) όταν η ματαιοδοξία (μας) συναντά την παιδικότητα (μας): εδώ την ανάγκη του να κοινωνήσουμε κάτι μοναδικά συναντά ο μύθος. Το Παρί – Μπάγερν 5-4 είναι το παραμύθι που ψάχναμε να λέμε στα παιδιά μας, σαν παιδιά που είμαστε.

Ο ποδοσφαιρόφιλος ψάχνει μύθους – αυτή νομίζω ότι είναι η αόρατη κλωστή που δένει όλους τους ποδοσφαιρόφιλους που αγαπούν το σπορ για τις μεγάλες ιστορίες που τους επιτρέπει να αφηγούνται. Ενώ στην αξιολόγηση των ποδοσφαιριστών μετράνε απτά πράγματα (γκολ, εμφανίσεις, τρόπαια, διάρκεια και είδος καριέρας) στην περίπτωση των μεγάλων ματς αυτό που μετρά είναι κάτι μεταφυσικό: το ματς έχει ένα σενάριο ίσως σημαντικότεροι από τους χαρακτήρες των ομάδων που πρωταγωνιστούν, κι αυτό το σενάριο είναι που στο πέρασμα των χρόνων αποκτά μυθιστορηματική του διάσταση. Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο χρόνος και οι μύθοι που αυτός κουβαλά είναι το μόνο ασφαλές κριτήριο αντοχής. Όμως το ματς της Παρί με τη Μπάγερν είναι πέρα από τα όρια του μύθου: κανείς από αυτούς τους άτυχους που δεν το είδαν δεν θα καταφέρουν ποτέ να το χαρούν και κανείς από όσους το απόλαυσαν δεν θα καταφέρουν να το περιγράψουν. Το παιγνίδι μυθοποιήθηκε ενώ το έβλεπες. Έλεγες «τι βλέπω τώρα» και προσδοκούσες μια απάντηση που σου ήταν αδύνατον να δώσεις. Ήταν σαν να έβλεπες «αυτή που περνάει», σαν να ήσουν δίπλα στον Κλοντ Μονέ όταν ζωγράφιζε τον «Εξώστη της Sainte-Adresse» ή δίπλα στον Λένον όταν έγραφαν το Imagine. Κανείς δεν θα σε πιστέψει αν του πεις τι είδες αν δεν το έχει δει.

Όταν τέλειωσε ήταν μεσάνυχτα. Παρόλα αυτά ο κόσμος έλαμπε…

Σχετικά άρθρα