Γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά, κηπουρική
Tough love, gentle parenting ή μια τρίτη, ενδιάμεση εναλλακτική.
Περιεχόμενα
Εγώ μάνα δεν είμαι, οπότε τις σκέψεις μου περί γονεϊκότητας τις εκφράζω πάντα με επιφύλαξη: δεν γνωρίζω το συναίσθημα του να βλέπεις το σπλάχνο σου να ταλαιπωρείται ή ακόμα και να δυσαρεστείται, ούτε το προσωπικό άγχος που επιφέρει η υποχρέωση να βοηθήσεις έναν καινούργιο άνθρωπο να πλοηγηθεί σε έναν ολοένα και πιο δύσκολο κόσμο. Ολοκληρώνοντας, όμως, αυτό το disclaimer, δεν μπορώ παρά να κοιτάζω με ισάξια επιφυλακτικότητα όσα διαδραματίζονται στο 3ο ΕΠΑΛ Χαλανδρίου, μετά την καταγγελία του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων για την τακτική της διευθύντριας του σχολείου να αναθέτει εξωτερικές εργασίες στους μαθητές προκειμένου να μην καταχωρήσει τις απουσίες τους.
«Εμείς στην ηλικία σας, πηγαίναμε σχολείο με τα πόδια, μέσα απ’ τα βουνά, χωρίς παπούτσια»
Εντάξει αυτό είναι υπερβολή και ούτε χρειάζεται να ωραιοποιούμε τις «παλιές καλές μέρες», άσε που δεν έχουν μεσολαβήσει και τόσα πολλά χρόνια από τα σχολικά μου. Αν κάτι, όμως, θυμάμαι καθαρά είναι πως οι εργασίες στον χώρο του σχολείου υπήρξαν πάντα μια εναλλακτική για τους μαθητές που δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν στην τάξη, αλλά παράλληλα αποδέχονταν τη δυνατότητα να προσφέρουν με έναν άλλον τρόπο στο σχολείο και ταυτόχρονα να εξοικειωθούν με την εργασιακή ηθική. Κι αν όλο αυτό περί παραγωγικότητας ακούγεται αρκούντως καπιταλιστικό, σας βεβαιώ πως δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου: μόνο να τονίσω πως στους νεαρούς σχεδόν ενήλικες, η προσφορά μιας επιλογής για το πώς θέλουν να περάσουν τον χρόνο τους μπορεί να λειτουργήσει εξίσου εκπαιδευτικά με ένα αναγνωστικό.
Δεν μπορώ να γνωρίζω ακριβώς τι συνέβη στο ΕΠΑΛ Χαλανδρίου – και μην ξεχνάμε ότι οι μαθητές των ΕΠΑΛ μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζονται ως «β κατηγορίας» – ωστόσο αν φύγουμε για λίγο από τα συγκεκριμένα γεγονότα, ίσως έχει έρθει η ώρα να ανοίξουμε μια συζήτηση για ένα σχολείο που δεν περιορίζεται στην στείρα εκπαίδευση διά εγχειριδίου, αλλά φροντίζει ώστε όντως να καθοδηγήσει νέους ανθρώπους στη ζωή, μαθαίνοντας τους βιωματικά πως οι πράξεις μας μπορούν να είναι αναστρέψιμες, πως η τιμωρία δεν αφορά το άτομο και την ποιότητά του αλλά την πράξη και κυρίως πως έχουν το δικαίωμα στην επιλογή, αφού έχουν πλήρη ενημέρωση για τις συνέπειές της.
Ουσιαστικές εναλλακτικές
Στην Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας ανηλίκων, η οποία κατατέθηκε περίπου έναν χρόνο νωρίτερα, τέθηκε το ζήτημα της κοινωνικής εργασίας έναντι της αποβολής, με στόχο αφενός να μην δοθεί περαιτέρω χρόνος στους νέους για έκφραση ανεπιθύμητων συμπεριφορών αλλά και να γνωρίζουν εναλλακτικούς τρόπους συνύπαρξης και προσφοράς.
Τότε, η Πρόεδρος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, καθηγήτρια Εγκληματολογίας με έμφαση στην ενδοοικογενειακή βία, Βάσω Αρτινοπούλου είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Το σχολείο πρέπει να μάθει στα παιδιά τη Μη Βίαιη Επικοινωνία. Πρέπει να μάθει στα παιδιά ότι η βία δεν μπορεί να αποτελεί κώδικα επικοινωνίας και πώς θα το μάθει αυτό; Μέσα από τις δεξιότητες, μέσα από τη βιωματική εκπαίδευση στην ενεργητική ακρόαση, σε άλλες δεξιότητες και κυρίως μέσα από την εισαγωγή του θεσμού της σχολικής διαμεσολάβησης. Εκπαιδεύοντας τους ίδιους τους μαθητές ως διαμεσολαβητές για να αναπτύξουν αυτές τις δεξιότητες. Με αυτή τη διαδικασία ξέρουμε ότι και το σχολικό κλίμα θα αλλάξει και η ψυχική υγεία των παιδιών θα βελτιωθεί».
Και συμπλήρωσε αναφορικά με το μέτρο της αποβολής: «Πρακτικά τι κάνουν τα παιδιά; Μένουν στο σπίτι συχνά χωρίς την επίβλεψη γονέων με ένα κινητό. Εμείς δίνουμε παιδαγωγικό χαρακτήρα στο μέτρο της αποβολής και λέμε ότι τα παιδιά πρέπει να είναι και να συμμετέχουν υποχρεωτικά σε ενδοσχολικές δράσεις που προάγουν την κοινωνική ευθύνη. Να πάνε στο σχολείο, να βοηθήσουν μαθητές μικρότερων τάξεων, να διαβάσουν, να κάνουν τις εργασίες και αν έχουμε σοβαρά περιστατικά τότε να παραπεμφθούν στα Κέντρα Κοινότητας, Κέντρα Ημερήσιας φροντίδας για ανήλικους που το σχολείο θα πρέπει να συνεργάζεται με αυτά. Επομένως, προτείνουμε μια μορφή κοινωνικής εργασίας στο σχολείο».
Κοινώς, δεν χρειάζεται η κοινωνική προσφορά να είναι σκάψιμο, όπως δεν χρειάζεται τα παιδιά να λένε ευχαριστώ που πάνε στο σχολείο με παπούτσια. Ο ρόλος όμως της εκπαίδευσης, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετος από τη μάθηση εντός τάξης και έχει έρθει η ώρα το ελληνικό σχολείο να το αναγνωρίσει αυτό και να αλλάξει ρότα: καλές οι εξετάσεις και η ολοκλήρωση της ύλης και οι αξιολογήσεις των καθηγητών, που κρέμονται σαν λαιμητόμος πάνω απ’ τα κεφάλια τους, αλλά καιρός είναι να τους δώσουμε χώρο να υπάρξουν στο σχολείο ως πραγματικοί ταγοί, υποστηρικτές και σύμμαχοι των μαθητών, όχι απλοί δημόσιοι υπάλληλοι.