Όταν η τάξη μεταφέρεται στο group chat των γονιών

Όταν η τάξη μεταφέρεται στο group chat των γονιών

Η ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Σμαράγδα Χρηστάκη θέτει ένα σημαντικό ερώτημα: τελικά βοηθάμε το παιδί μας όταν επεμβαίνουμε διαρκώς στη διαδικασία της τάξης;

Υπάρχει μια σκηνή που επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια: Ένα παιδί γυρίζει από το σχολείο και λέει κάτι που συνέβη μέσα στην τάξη. «Ο καθηγητής μου μίλησε άσχημα». «Η δασκάλα με αδίκησε». «Ένα παιδί με κορόιδεψε». «Μου έκανε παρατήρηση χωρίς λόγο».

Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, αυτό θα ήταν πιθανότατα η αρχή μιας συζήτησης μέσα στο σπίτι. Σήμερα, πολύ συχνά, είναι η αρχή μιας συζήτησης στο group chat των γονιών.

Και έτσι, ένα περιστατικό που στις 15:30 αφορά ένα παιδί, έναν συμμαθητή του και έναν εκπαιδευτικό, στις 17:00 μπορεί να έχει μετατραπεί σε υπόθεση ολόκληρης της τάξης. Μέχρι το βράδυ έχουν τοποθετηθεί δέκα γονείς, έχουν προστεθεί άλλα περιστατικά, έχουν διατυπωθεί υποψίες, έχουν αποδοθεί προθέσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει ήδη διαμορφωθεί η άποψη ότι «κάτι πρέπει να κάνουμε».

Ως ψυχολόγος, αυτό που με προβληματίζει περισσότερο δεν είναι ότι οι γονείς ενδιαφέρονται περισσότερο για τα παιδιά τους. Αυτό είναι αυτονόητα θετικό. Είναι ότι έχουμε αρχίσει να δυσκολευόμαστε να αφήσουμε τον πολύτιμο χώρο ανάμεσα σε αυτό που μας μεταφέρει το παιδί και σε αυτό που εμείς αποφασίζουμε ότι συνέβη.

Από το «τι έγινε;» στο «πώς τόλμησε;»

Το παιδί μάς μεταφέρει την εμπειρία του και η εμπειρία του είναι αληθινή με την έννοια ότι έτσι τη βίωσε. Αν πει ότι αδικήθηκε, πράγματι αισθάνθηκε αδικημένο. Αν ντράπηκε, θύμωσε ή φοβήθηκε, αυτά τα συναισθήματα χρειάζονται χώρο και προσοχή. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γνωρίζουμε ολόκληρο το περιστατικό.

Τα παιδιά, όπως άλλωστε κι εμείς οι ενήλικες, αφηγούνται τα γεγονότα από τη δική τους οπτική. Δεν λένε απαραίτητα ψέματα, απλώς βλέπουν ένα μέρος της εικόνας, όπως κάνουμε όλοι. Κάποτε, λοιπόν, η πρώτη αντίδραση του γονιού ήταν περισσότερο διερευνητική: «Για πες μου τι έγινε». Σήμερα βλέπω όλο και συχνότερα να περνάμε πολύ γρήγορα στο «πώς σου μίλησε έτσι;», «ποιος νομίζει ότι είναι;», «θα μιλήσω εγώ αύριο».

Η διαφορά φαίνεται μικρή, κι όμως ψυχολογικά είναι τεράστια. Στην πρώτη περίπτωση λέμε στο παιδί: «Σε ακούω και θέλω να καταλάβω». Στη δεύτερη, πριν καν καταλάβουμε, του λέμε: «Έχεις δίκιο και εγώ ( ο μπαμπάκας/ η μανούλα) θα το φτιάξω. Κι έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αφαιρούμε από το παιδί μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες που προσφέρει το σχολείο: να μάθει να διαχειρίζεται δυσκολίες, παρεξηγήσεις, ματαιώσεις, συγκρούσεις και ανθρώπους που δεν λειτουργούν πάντα όπως θα ήθελε.

Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη αλλαγή: Η σχέση της οικογένειας με τον εκπαιδευτικό έχει γίνει πιο καχύποπτη. Ο δάσκαλος, ξαφνικά, μπαίνει απέναντι, αντί για δίπλα μας. Προφανώς, οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αλάνθαστοι. Υπάρχουν άδικες συμπεριφορές, κακοί χειρισμοί, άνθρωποι που μπορεί να ξεπεράσουν τα όρια του ρόλου τους και, φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένας γονιός, όχι μόνο δικαιούται, αλλά οφείλει να παρέμβει.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η παρέμβαση παύει να αποτελεί αντίδραση σε κάτι σοβαρό και γίνεται ο αυτόματος τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με το σχολείο. Ο εκπαιδευτικός αντιμετωπίζεται τότε λιγότερο ως ένας ενήλικας που συμμετέχει στην εκπαίδευση του παιδιού, με ενεργό ρόλο να το νουθετήσει και και περισσότερο ως κάποιος που βρίσκεται διαρκώς υπό αξιολόγηση. Γιατί μίλησε έτσι; Γιατί έβαλε τόσες ασκήσεις; Γιατί τιμώρησε το παιδί; Γιατί δεν το επέλεξε; Γιατί του έβαλε αυτόν τον βαθμό;

Και υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να καταλάβω γιατί συνέβη αυτό» και στο «απαιτώ να μου εξηγήσεις γιατί έκανες κάτι που δεν άρεσε στο παιδί μου». Το πρώτο δημιουργεί συνεργασία. Το δεύτερο δημιουργεί στρατόπεδα.

Και μετά μπαίνει στη μέση το WhatsApp

Το group chat των γονιών είναι ίσως ένας από τους πιο υποτιμημένους παράγοντες της σύγχρονης σχολικής ζωής. Δημιουργήθηκε για πρακτικούς λόγους: Ποια σελίδα έχουμε για αύριο; Τι ώρα είναι η εκδρομή; Ποιος πήρε κατά λάθος το μπλε μπουφάν; Μόνο που πολύ εύκολα μετατρέπεται σε έναν χώρο συλλογικής επεξεργασίας κάθε συμβάντος της τάξης. «Σας είπε και εσάς το παιδί σας τι έγινε σήμερα;»

Αυτή η φράση μπορεί να λειτουργήσει σαν σπίρτο. Ένας γονιός απαντά «ναι, κι εμένα μου είπε κάτι». Ένας δεύτερος θυμάται ένα παρόμοιο περιστατικό πριν από δύο μήνες. Ένας τρίτος γράφει ότι «γενικά υπάρχουν θέματα». Κάποιος άλλος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ακούσει τίποτα από το παιδί του, το ρωτάει. Και το παιδί, αντιλαμβανόμενο πλέον ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει, αρχίζει κι εκείνο να ψάχνει στη μνήμη του. Μέσα σε λίγες ώρες δημιουργείται μια συλλογική αφήγηση.

Και οι συλλογικές αφηγήσεις έχουν μια παράξενη δύναμη: όσο περισσότερο επαναλαμβάνονται, τόσο περισσότερο μοιάζουν με βεβαιότητες. Η ένταση είναι μεταδοτική! Τα group chats έχουν ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει μια συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν βλέπουμε τον άλλον, δεν ακούμε τον τόνο του, δεν υπάρχει η μικρή κοινωνική παύση που μας κάνει να σκεφτούμε αν πράγματι χρειάζεται να μιλήσουμε. Υπάρχει μόνο μια οθόνη και η δυνατότητα άμεσης αντίδρασης.

Κάποιος γράφει θυμωμένος, άλλος απαντά επίσης θυμωμένος, ένας τρίτος αισθάνεται ότι, αν δεν τοποθετηθεί, ίσως φανεί ότι δεν ενδιαφέρεται αρκετά για το παιδί του και κάπως έτσι δημιουργείται κάτι σαν γονεϊκή πίεση συμμόρφωσης. Ξαφνικά δεν συζητάμε πια αν υπάρχει πρόβλημα, αλλά τι θα κάνουμε για «το πρόβλημα».

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο μικρά περιστατικά μπορούν να γιγαντωθούν. Όχι επειδή κάποιος έχει κακή πρόθεση, αλλά επειδή ο θυμός, η ανησυχία και η αγωνία του γονιού ενισχύονται όταν καθρεφτίζονται σε άλλους δεκαπέντε γονείς. Το μήνυμα «κι εμένα μου είπε κάτι παρόμοιο» λειτουργεί σαν επιβεβαίωση. Και κάθε νέα επιβεβαίωση κάνει δυσκολότερο το να εμφανιστεί κάποιος και να πει: «Μήπως δεν ξέρουμε ακόμη ακριβώς τι έγινε;»

Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε

Υπάρχει και μία άλλη συνέπεια, που θεωρώ πιο σημαντική. Τα παιδιά παρατηρούν πώς εμείς μιλάμε για τους δασκάλους τους. Αν κάθε φορά που ένας εκπαιδευτικός τα μαλώνει εμείς τον απαξιώνουμε, ποιο ακριβώς μήνυμα περνάμε; Αν λέμε μπροστά τους «άσχετη είναι», «έχει κόμπλεξ», «θα πάω εγώ να της πω», είναι πολύ δύσκολο την επόμενη ημέρα να ζητήσουμε από το παιδί να σεβαστεί τον συγκεκριμένο άνθρωπο μέσα στην τάξη.

Δεν μπορούμε να αποδομούμε διαρκώς μια μορφή εξουσίας μπροστά στο παιδί και ταυτόχρονα να απαιτούμε από εκείνο να συνεργάζεται μαζί της. Και αυτό δεν σημαίνει ότι ο σεβασμός είναι τυφλή υπακοή. Κάθε άλλο! Θέλουμε τα παιδιά να μπορούν να αναγνωρίζουν μια πραγματική αδικία, να μιλούν, να διεκδικούν και να ζητούν βοήθεια. Αλλά άλλο πράγμα μαθαίνω στο παιδί μου να υπερασπίζεται τον εαυτό του και άλλο του μαθαίνω ότι κάθε δυσάρεστη εμπειρία σημαίνει πως κάποιος το αδίκησε.

Η απογοήτευση δεν είναι πάντα τραύμα

Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες της σύγχρονης γονεϊκότητας: Ίσως έχουμε μπερδέψει την αγάπη με τη δυσκολία μας να τα βλέπουμε να δυσκολεύονται. Θέλουμε να διορθώσουμε γρήγορα αυτό που τα στενοχώρησε, να αφαιρέσουμε το εμπόδιο, να τηλεφωνήσουμε, να στείλουμε μήνυμα, να λύσουμε την παρεξήγηση.

Μόνο που η ψυχική ανθεκτικότητα δεν αναπτύσσεται σε έναν κόσμο όπου κάποιος απομακρύνει συνεχώς τα εμπόδια πριν το παιδί συναντήσει την ανάγκη να τα διαχειριστεί. Αναπτύσσεται όταν το παιδί βιώνει μια δυσκολία σε ανεκτή ένταση και ανακαλύπτει: «Μπορώ να το αντιμετωπίσω».

Μπορώ να πάω αύριο και να μιλήσω στον καθηγητή μου.

Μπορώ να λύσω μια διαφωνία με τον φίλο μου.

Μπορώ να δεχτώ ότι ίσως αυτή τη φορά δεν είχα δίκιο.

Μπορώ ακόμη και να αντέξω το γεγονός ότι είχα δίκιο αλλά τα πράγματα δεν διορθώθηκαν ακριβώς όπως ήθελα.

Αυτές είναι δεξιότητες ζωής. Και δεν διδάσκονται με διάλεξη, αλλά μέσα από μικρές πραγματικές εμπειρίες.

Πότε παρεμβαίνουμε λοιπόν;

Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια εποχή όπου ο δάσκαλος είχε πάντα δίκιο και το παιδί όφειλε απλώς να σωπάσει, ούτε ένας γονιός να αφήνει στην άκρη κάτι που τον ανησυχεί. Χρειάζεται όμως να ξαναβάλουμε στη διαδικασία κάτι που η ταχύτητα της εποχής μάς έχει αφαιρέσει: χρόνο. Αυτό σημαίνει να ακούσουμε πρώτα το παιδί χωρίς να του υποβάλουμε την ερμηνεία μας.

Εδώ είναι χρήσιμα τα παρακάτω ερωτήματα:

«Τι ακριβώς έγινε;»

«Τι είχε συμβεί πριν;»

«Τι είπες εσύ;»

«Τι έκανε μετά ο καθηγητής;»

«Εσύ τι θα ήθελες να κάνεις τώρα;»

Και κυρίως να αντισταθούμε στον πειρασμό να ανοίξουμε αμέσως το κινητό και να γράψουμε στο group: «Έχει ακούσει κανείς άλλος κάτι;», γιατί από τη στιγμή που μια προσωπική εμπειρία ενός παιδιού μπαίνει σε μια ομάδα είκοσι ή τριάντα ενηλίκων, δύσκολα επιστρέφει στις πραγματικές της διαστάσεις. Αν υπάρχει ζήτημα, ας μιλήσουμε πρώτα με τον εκπαιδευτικό. Ας ακούσουμε και τη δική του εκδοχή. Αν χρειάζεται, ας απευθυνθούμε στη διεύθυνση. Κι αν πρόκειται για κάτι σοβαρό, επαναλαμβανόμενο ή επιβλαβές, τότε ασφαλώς χρειάζεται οργανωμένη και αποφασιστική παρέμβαση. Αλλά όχι δίκη στο WhatsApp.

Ίσως το δυσκολότερο είναι να αντέξουμε εμείς

Πολλές φορές, όταν ένας γονιός παρεμβαίνει αμέσως, πιστεύει ότι προστατεύει το παιδί του. Και πράγματι αυτή είναι η πρόθεσή του. Αναρωτιέμαι όμως συχνά ποιον προσπαθούμε να ανακουφίσουμε πρώτο: το παιδί ή εμάς; Γιατί είναι δύσκολο να ακούσεις τον γιο σου να λέει ότι τον αδίκησαν και να μην κάνεις τίποτα εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Είναι δύσκολο να ακούσεις την κόρη σου να κλαίει για μια φίλη που την απέκλεισε και να μη σηκώσεις το τηλέφωνο. Είναι δύσκολο να γνωρίζεις ότι το παιδί σου αύριο πρέπει να επιστρέψει σε μια κατάσταση που σήμερα το στενοχώρησε.

Η γονεϊκή ωριμότητα, όμως, δεν βρίσκεται πάντα στην άμεση δράση. Μερικές φορές βρίσκεται στην ικανότητα να παραμένεις δίπλα στο παιδί χωρίς να μπαίνεις μπροστά του. Να του λες, με τη στάση σου: «Είμαι εδώ. Σε πιστεύω ότι αυτό που ένιωσες ήταν δύσκολο. Θα σε βοηθήσω αν με χρειαστείς. Αλλά πιστεύω επίσης ότι μπορείς να δοκιμάσεις να το διαχειριστείς». Αυτό ίσως είναι ένα πολύ πιο ισχυρό μήνυμα από το «άσε, θα το κανονίσω εγώ».

Γιατί κάποια στιγμή δεν θα υπάρχει το group των γονιών, αλλά ένας δύσκολος προϊστάμενος, ένας συνάδελφος που φέρθηκε άδικα, μια σχέση που δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε, μια απόρριψη, μια σύγκρουση, μια αποτυχία. Και τότε το σημαντικό είναι να έχουμε μεγαλώσει  έναν άνθρωπο που έμαθε ότι μπορεί να σταθεί μόνος του, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι, όταν πραγματικά χρειαστεί βοήθεια, έχει κάπου να στραφεί.

Σχετικά άρθρα