Η «Πλατεία Αοράτων» του Θεόδωρου Σελέκου είναι το σπάνιο ποιητικό ντοκιμαντέρ που είχαμε ανάγκη
Η πόλη και οι εφήμεροι άνθρωποί της έχουν την τιμητική τους στο ελεγειακό φιλμ του ταλαντούχου δημιουργού.
Αφού πέρασε μια σημαντική περίοδο σκηνοθετώντας εμβληματικά βίντεο κλιπ για καλλιτέχνες όπως οι ATH Kids, Saske και Εθισμός, ο Θεόδωρος Σελέκος συμμετέχει στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης με τη μεσαίου μήκους ταινία «Πλατεία Αοράτων», η οποία προβάλλεται και ψηφιακά μέσω της πλατφόρμας του θεσμού.
Όπως γράφαμε πρόσφατα σχετικά: «Ισόποσα ποιητική και προσωπική, η “Πλατεία Αοράτων” αντλεί έμπνευση από το «Ημερολόγιο Ομονοίας» της Κωνσταντίνας Θεοδώρου και επιχειρεί ένα γλυκόπικρο σμίξιμο. Από τη μία, να δώσει φωνή στους ανθρώπους που πέρασαν χρόνο ή έζησαν στους δρόμους πέριξ της Ομόνοιας και από την άλλη, να διαφυλάξει την άυλη κουλτούρα μιας σκόρπιας, αφανούς κοινότητας για την οποία κανείς δε νοιάστηκε πραγματικά, αλλά εδώ πρωταγωνιστεί δια της απουσίας της, χωρίς δανεικές φωνές. Την ώρα που όλο και διευρύνεται η μόδα του ελληνικού σινεμά για καλλωπισμό της λαϊκότητας και εκλέπτυνση των πιο αιχμηρών πτυχών των μητροπόλεων – πείτε το και εξευγενισμό, ο Σελέκος επιχειρεί μια επαναφορά στο ουσιώδες, το γειωμένο, το χαμηλότονο με τρόπο λυτρωτικά ανεπιτήδευτο, παρά το σαφώς προσεγμένο ύφος του».
Λίγο πριν την πρεμιέρα της «Πλατείας Αοράτων», ο Θεόδωρος Σελέκος απαντά στις ερωτήσεις του Κλικ από το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Ποια ήταν η αφετηρία των γυρισμάτων; Ήταν εξαρχής το «Ημερολόγιο Ομονοίας» της Κωνσταντίνας Θεοδώρου;
Όχι ακριβώς — θα έλεγα μάλλον το αντίθετο. Το blogspot «Ημερολόγιο Ομόνοιας» της Κωνσταντίνας Θεοδώρου το ανακάλυψα τυχαία αφού είχα ήδη ολοκληρώσει το ντοκιμαντέρ και έψαχνα ακόμη τον τίτλο της ταινίας. Έπεσα πάνω σε αυτή την πηγή και θαύμασα τόσο πολύ τον τρόπο που αποτυπώνει την περιοχή, ώστε ζήτησα από την Κωνσταντίνα την άδεια να χρησιμοποιήσω ένα απόσπασμα στην αρχή της ταινίας. Το συγκεκριμένο quote μεταφράζει με ακρίβεια αυτό που με τράβηξε κι εμένα σε αυτή την «παγίδα» παρατήρησης της πόλης. Η αφετηρία της ταινίας, όμως, πηγαίνει πιο πίσω: σε ένα γύρισμα βιντεοκλίπ του Εθισμού σε μια χιονισμένη Ομόνοια. Εκείνη η εμπειρία μας σημάδεψε. Όταν αργότερα ξανακοίταξα το υλικό, συνειδητοποίησα ότι τα πλάνα, ακόμη και αμοντάριστα, είχαν μια δική τους δύναμη — σα να στέκονταν μόνα τους, αναζητώντας απλώς τη φωνή τους. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η αναζήτηση της μορφής της ταινίας.
Η ταινία θυμίζει ιστορία φαντασμάτων, ενέργεια που εικάζω επιδίωξες στοχευμένα. Υπό αυτήν την έννοια, απεικονίζεις όψεις του κέντρου που όχι απλά έχουν χαθεί, αλλά συνεχίζουν να χάνονται. Συνήθως, για να αντικατασταθούν από καινούριες επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται την αύρα του παλιού. Πώς ερμηνεύεις αυτές τις σαρωτικές αλλαγές;
Με ελκύουν συχνά χώροι όπου η ζωή έχει αποσυρθεί και έχει μείνει μόνο η ενέργεια όσων πέρασαν από εκεί. Κάπως έτσι μπορεί κανείς να μιλήσει και για «φαντάσματα». Στην Ομόνοια περνούν καθημερινά τόσοι άνθρωποι που αν τους παρατηρήσεις από ψηλά, από μια ταράτσα, μοιάζουν σχεδόν αόρατοι ο ένας για τον άλλον. Αυτή η εικόνα μού θυμίζει τους αγγέλους στα «Φτερά του Έρωτα» (σ.σ.: του Βιμ Βέντερς) που παρατηρούν την πόλη χωρίς να παρεμβαίνουν. Την ίδια στιγμή, η περιοχή μοιάζει να βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο ενός βίαιου εξευγενισμού της μητρόπολης. Οι αλλαγές συμβαίνουν γρήγορα και απρόσωπα, συχνά εξυπηρετώντας οικονομικά συμφέροντα που αλλοιώνουν την ταυτότητα των τόπων. Όπως οι άνθρωποι της περιοχής εργαλειοποιούνται και εκτοπίζονται, έτσι και οι φωνές τους κινδυνεύουν να σβηστούν, παρότι παραμένουν χαραγμένες στους τοίχους και στο σώμα της πόλης.

Αισθητικά το ντοκιμαντέρ κινείται σε ένα πλαίσιο αστικής ποίησης, αφηγηματικής αφαίρεσης και βιώματος, κάτι ανάμεσα σε Γιόνας Μέκας και Σαντάλ Ακερμάν. Εάν συμφωνείς φυσικά μαζί τους, πόσο κοντά στις επιρροές σου νιώθεις πως είναι αυτοί οι χαρακτηρισμοί;
Αν μιλήσουμε συγκεκριμένα για αυτό το έργο, η Ακερμάν αποτελεί πράγματι μια πολύ σημαντική επιρροή για μένα. Η μοναχικότητα, η παύση και η ποιητικότητα που χαρακτήριζαν το έργο της — χωρίς όμως η ποίηση να γίνεται αυτοσκοπός — είναι στοιχεία που με άγγιξαν βαθιά. Μου φαίνεται ξεχωριστό το πώς κατάφερνε να μεταφέρει μια βιωματική εμπειρία μέσα από ένα προσωπικό πρίσμα με τόση αυθεντικότητα. Νομίζω ότι, πρώτα ως άνθρωπος και μετά ως δημιουργός, έχω την ανάγκη της σιωπής μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό εικόνων και πληροφοριών που μας περιβάλλει. Είναι λοιπόν φυσικό να βρίσκω καταφύγιο σε μια μορφή κινηματογράφου που αφήνει χώρο στον χρόνο, στην παρατήρηση και στην εσωτερικότητα — και σε δημιουργούς που εργάστηκαν με αυτή την ευαισθησία.
Αν και χρησιμοποιείς φιλμ, ένα κατεξοχήν εργαλείο της δουλειάς σου, δεν επιδιώκεις τη δημιουργία εικόνων όμορφων, με τη στενή έννοια του όρου. Δηλαδή, παρουσιάζεις μια Ομόνοια αφανή, πιο κοντά στην ειλικρινή και αληθινή υπόστασή της. Πόσο σημαντικό για εσένα ήταν να το πετύχεις αυτό;
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να μη με παρασύρει η αισθητική της εικόνας. Έχοντας ξεκινήσει να δημιουργώ μέσα από τα social media, έχω δει από κοντά πόσο εύκολα μπορεί κανείς να οδηγηθεί στη σκηνοθεσία εικόνων που είναι άμεσα καταναλώσιμες, φτιαγμένες για γρήγορη κατανάλωση και μικρή διάρκεια προσοχής. Με τον καιρό ένιωσα ότι αυτή η λογική μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη σχέση σου με την εικόνα. Από την άλλη, δεν θέλω να υποτιμήσω τη σημασία του να μπορείς να δημιουργείς όμορφες εικόνες· όλοι μαθαίνουμε να επιβιώνουμε μέσα σε ένα περιβάλλον αναπτύσσοντας συγκεκριμένα εργαλεία. Όμως για μένα η πραγματική πρόκληση ήταν να μην αφήσω την αισθητική να γίνει αυτοσκοπός. Με ενδιαφέρει περισσότερο η ιστορία που κουβαλά μια εικόνα, γιατί τελικά αυτή είναι που μπορεί να δώσει στο έργο μια αίσθηση διαχρονικότητας.

Παρότι δεν πλειοψηφούν, υπάρχουν στιγμιότυπα όπου πλησιάζεις ανθρώπους ή καδράρεις φευγαλέους περαστικούς. Οι επιλογές σου ήταν, φαντάζομαι, ενστικτώδεις; Συνάντησες, άραγε, προβλήματα κατά την κινηματογράφηση;
Ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα για εμάς ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα κινηματογραφούσαμε την περιοχή χωρίς να γίνουμε παρεμβατικοί. Οι περισσότεροι άνθρωποι που εμφανίζονται στην ταινία είναι απλώς περαστικοί που βρέθηκαν τυχαία σε εκείνα τα σημεία τη στιγμή που κινηματογραφούσαμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν συναντήσαμε ιδιαίτερα προβλήματα, κυρίως γιατί υπήρχε μεγάλη σκέψη και προετοιμασία πριν από κάθε λήψη. Παρ’ όλα αυτά, το να κυκλοφορείς με κάμερα σε τέτοιες περιοχές παραμένει πάντα κάτι ευαίσθητο και ενίοτε επικίνδυνο. Σήμερα βλέπουμε συχνά ανθρώπους να καταγράφουν εικόνες με το κινητό τους για λόγους προβολής, κάτι που προσωπικά βρίσκω πολύ στενάχωρο. Στις πιο δύσκολες περιοχές επιλέξαμε να κινηματογραφήσουμε κυρίως μέσα από την απουσία, αποφεύγοντας την άμεση καταγραφή των ανθρώπων. Στα σημεία γύρω από την πλατεία καταγράψαμε κυρίως περαστικούς. Στο τρίτο μέρος της ταινίας η πρόκληση ήταν ακόμη μεγαλύτερη: ήθελα να αφήσω να φανεί από πού προέρχεται αυτή η φωνή, χωρίς όμως να παρέμβω ή να εκθέσω τους ανθρώπους που ανήκουν σε αυτόν τον χώρο.
Διαβάστε όλα τα νεότερα από το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης εδώ.