Με αυτήν τη «Νύφη!» γάμος δε γίνεται

Με αυτήν τη «Νύφη!» γάμος δε γίνεται

Το αντιπατριαρχικό θρίλερ της Μάγκι Τζίλενχαλ είναι ξεσηκωτικό, αλλά και εντελώς ξεχαρβαλωμένο παρά τη χάρη του πρωταγωνιστικού διδύμου Τζέσι Μπάκλεϊ - Κρίστιαν Μπέιλ.

Ανάμεσα στη «Νύφη!» (Μάγκι Τζίλενχαλ), τη «Βαβυλώνα» (Ντάμιεν Σαζέλ, 2022) και το «Μονοπάτι των Χαμένων Ψυχών» (Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, 2021) υπάρχουν πολλά κοινά σημεία, παρότι φαινομενικά έχουμε να κάνουμε με τρεις ασύνδετες περιπτώσεις. Όλα τους τοποθετούνται σε κοντινές και αισθητικά όμοιες χρονικές περιόδους των ΗΠΑ, από το Μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του ‘40, διακρίνονται για το παθιασμένο μεράκι με το οποίο σκηνοθετήθηκαν, υφολογικά αποτελούν συγκερασμό διαφορετικών genres, υποστηρίχθηκαν με γενναιόδωρους προϋπολογισμούς από τα στούντιό τους, αλλά ταυτόχρονα, είναι εντελώς ξεχαρβαλωμένη η αφήγησή τους. Και για όλους αυτούς τους λόγους, είναι ταινίες εξίσου ικανές να ενθουσιάσουν και να αποξενώσουν το κοινό τους.

Η Νύφη 2

«Νύφη» αντιμέτωπη με την Ιστορία

Στη δεύτερη σκηνοθετική απόπειρά της, μετά την υπαρξιακή «Χαμένη Κόρη» (2021), η Τζίλενχαλ αναμετράται με δύο μύθους. Από τη μία, ανατρέχει στο αξεπέραστο μυθιστόρημα «Φρανκενστάιν (ή Ο Σύγχρονος Προμηθέας» (1818) της Μαίρη Σέλεϊ στο οποίο, ως γνωστόν, ένας επιστήμονας καταφέρνει να επαναφέρει στη ζωή ένα πτώμα, το οποίο κατοικεί πλέον στη Γη ως ένα ανθρωπόμορφο Τέρας. Από την άλλη, η Τζίλενχαλ διασκευάζει ένα από τα πιο εμβληματικά σίκουελ στην ιστορία του κινηματογράφου, το οποίο φυσικά βασίζεται στα γραπτά της Σέλεϊ, τη «Νύφη του Φρανκενστάιν» (Τζέιμς Γουέιλ, 1935), αναβαθμίζοντας το ρόλο της Συζύγου του Τέρατος και τοποθετώντας τη στο επίκεντρο. Επιπλέον, θέλοντας να επικαιροποιήσει τις θεματικές που διατρέχουν αμφότερα τα έργα, η Αμερικανίδα υιοθετεί ένα ενδυναμωτικό όσο και καταγγελτικό πρίσμα, παρουσιάζοντας τις περιπέτειες της Νύφης σα μια εύγλωττη μεταφορά ενάντια στο σεξισμό και την πατριαρχική κοινωνία.

Ακούγεται αρκετά φρέσκο και ανανεωτικό, σωστά; Ομολογουμένως έτσι είναι αρχικά, όσο βλέπουμε την Τζέσι Μπάκλεϊ να ενσαρκώνει με ορμή την Άιντα, μια εργάτρια του σεξ αναμειγμένη στο οργανωμένο έγκλημα μιας αφιλόξενης πόλης, όπου δεκάδες φίλες και συναδέλφισσές της έχουν δολοφονηθεί σε μια εποχή όπου ο όρος «γυναικοκτονία» μονάχα, ίσως, ψυθιριζόταν. Γίνεται μία από εκείνες, προσωρινά, προτού το Τέρας (Κρίστιαν Μπέιλ) εμφανιστεί για να την κάνει Νύφη του. Στο πλάι του πια, καλείται να νοηματοδοτήσει εκ νέου την ταυτότητά της, αλλά και να διαχειριστεί ένα τραύμα που δεν περιορίζεται στο δικό της βίωμα και τη δική της γενιά θηλυκοτήτων. Από τη μεριά του, το πλάσμα που επέστρεψε από τον άλλο κόσμο διανύει τη δική του εσωτερική κρίση, καθώς πασχίζει όχι απλά για αποδοχή, αλλά και συντροφιά που θα απαλύνει τη μοναξιά του.

Η Νύφη 3

Η «Νύφη» το ‘σκασε

Εκείνο που προσδίδει γοητεία στην ταινία είναι, αφενός, η πληθωρικότητά της. Οι νουάρ αποχρώσεις, η δράση που προοδευτικά θυμίζει περιπέτεια τύπου «Μπόνι και Κλάιντ» και ορισμένες διασκεδαστικές παράλληλες πλοκές όπως των δύο άσπονδων ντετέκτιβ (Πενέλοπε Κρουζ, Πίτερ Σάαρσγκαρντ) είναι μονάχα μερικά από τα στοιχεία που κάνουν τη «Νύφη!» πραγματικά χορταστική, όπως και το αίσθημα του κατ’ επείγοντος που τη διατρέχει. Αφενός, βέβαια, γίνεται γρήγορα σαφές πως έχουν μπει πάρα πολλά υλικά σε αυτήν την φροντισμένη κινηματογραφική συνταγή.

Ειδικά όσον αφορά το φεμινιστικά φορτισμένο κομμάτι, οι διαθέσεις αμφιταλαντεύονται μεταξύ πανκ εξεγερσιακότητας και χολιγουντιανής ετεροντροπής. Καθόλου διακριτική στα μηνύματα που θέλει να επικοινωνήσει, και καλά κάνει, η Τζίλενχαλ διατρανώνει το αντιπατριαρχικό θυμό της με κάθε τρόπο, ενίοτε συγκινώντας με τον ηλεκτρισμό της (όταν η Νύφη μετατρέπεται σε υπερασπίστρια των θυμάτων γυναικοκτονίας), αλλά και ενίοτε προκαλώντας μειδίαμα με την πρόχειρη ανακύκλωση πολιτικών σλόγκαν. Είναι ενδεικτικό το στιγμιότυπο όπου εμφανίζεται πρωτοσέλιδο εφημερίδας με τίτλο που παραπέμπει στο σπουδαίο μουσικό κίνημα των «riot grrrls» το οποίο, ωστόσο, εκδηλώθηκε… εξήντα χρόνια μετά. Συμπτωματικά ή όχι, αυτήν τη μεταμοντέρνα σύνδεση παρελθόντος – μέλλοντος πραγματοποίησαν πρόσφατα και οι «Αμαρτωλοί» (Ράιαν Κούγκλερ, 2024), αλλά με σαφώς αρμονικότερο τρόπο (βλ. σκηνή μουσικού «ταξιδιού» στο χρόνο). Για να το θέσουμε και αλλιώς, η ταινία επιδιώκει να αρθρώσει μια δικαίως αμείλικτη κριτική με όρους κυριολεξίας, την ώρα που η κατασκευή της παραπέμπει σε μια συνθήκη μακριά από το ρεαλισμό. Προσέγγιση η οποία δε βοηθάται από το γεγονός πως σεναριακά επαναλαμβάνονται ιδέες αβαθείς συγκριτικά με όσα τις απασχολούν. Επομένως, η «Νύφη!» σε παρασέρνει στη φούρια και τις τίμιες προθέσεις της, αλλά μετατρέπει τα κρίσιμα αιτήματα των πληγωμένων ηρώων της σε ατάκες φιταγμένες για τύπωμα σε fast fashion μπλουζάκια.

Η ταινία «Η Νύφη!» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από την Tanweer (5/3). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα