Το «Scream 7» είναι ένα μεγάλο επεισόδιο «Scooby-Doo»
Και για αυτό δε φταίει μόνο η επιστροφή του Μάθιου Λίλαρντ στο horror franchise.
Γενικά, όποτε ακούς για μια χολιγουντιανή παραγωγή που ταλαιπωρείται από τη μία δυσκολία μετά την άλλη, οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Αυτή η μοίρα έλαχε(;) στην περίπτωση του «Scream 7», το σίκουελ που για να βρει το δρόμο του στις μαρκίζες χρειάστηκε να αντικαταστήσει τις δύο βασικές πρωταγωνιστριές του, τις Μελίσα Μπαρέρα και Τζένα Ορτέγκα, αλλά και να ξεπεράσει αντικειμενικές επιπλοκές που επιβράδυναν την εξέλιξη της παραγωγής. Έτσι, οι συντελεστές έπαιξαν το ασφαλές χαρτί της νοσταλγίας ώστε να κρατήσουν, τουλάχιστον, τους πολυάριθμους φίλους του franchise ευχαριστημένους. Η κατ’ εξοχήν σταρ των ταινιών Νιβ Κάμπελ επέστρεψε στο ρόλο της Σίντνεϊ Πρέσκοτ, του ανίκητου final girl, όπως επίσης ο Μάθιου Λίλαρντ σε ένα comeback που, φυσικά, δε θα προδώσουμε πώς παίρνει σάρκα και οστά. Έπειτα, ο σεναριογράφος του πρώτου «Scream» Κέβιν Γουίλιαμσον κλήθηκε να καλύψει το κενό που άφησαν οι σκηνοθέτες Ματ Μπετινέλι-Όλπιν και Τάιλερ Γκίλετ, αφού επίσης εγκατέλειψαν το πρότζεκτ. Παρόλα αυτά, ο Ghostface βγήκε και πάλι παγανιά…

Μανία καταδίωξης
Πολύ συνοπτικά, η διαχρονική γοητεία του «Scream» οφείλεται στα εξής στοιχεία: τη μεταμοντέρνα προσέγγιση στο είδος του τρόμου, το μακάβριο χιούμορ, τις βίαιες ανατροπές, τα σινεφιλικά κλεισίματα του ματιού και το πώς συντονίζεται με το πνεύμα της εποχής του. Σε άνισες δόσεις, όλα τα παραπάνω ανανεώθηκαν σχετικά στα κεφάλαια «V» (2022) και «VI» (2023) των Μπετινέλι-Όλπιν και Γκίλετ, αλλά πάντα έλλειπε εκείνη η ιδέα που θα έκανε πραγματικά φρέσκα τα ρίκουελ. Δεν αρκεί, ας πούμε μια χαριτωμένη αναφορά στο Letterboxd για να συντονιστείς στο «τώρα». Ίσως μοιάζει αμελητέο να επιμένουμε σε αυτό το σημείο, όμως, στα αλήθεια δεν είναι. Στα ‘90s, η εικόνα ενός δολοφόνου που σε παγιδεύει μέσω μιας τηλεφωνικής κλήσης συνδεόταν με τον εσωτερικευμένο φόβο του αγνώστου, όταν η παραβίαση του προσωπικού χώρου συνδεόταν και με την οικονομική ευρωστία, την ιδιωτικότητα και τη φύλαξη της ιδιοκτησίας.
Αλλά και αργότερα, όσο ο «πολύς» Γουές Κρέιβεν ήταν πίσω από την κάμερα, οι εκσυγχρονιστικές τσαχπινιές έδιναν τον τόνο στο franchise ακόμα και τις φορές που δε δούλευαν τελείως τα πράγματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σαρδόνια διακωμώδηση της εμμονής με τη διασημότητα στο «Scream 4». Έπειτα, ο προαναφερθής Γουίλιαμσον είχε ιδιαίτερη ικανότητα να αφουγκράζεται τον παλμό της νεανικότητας, κάτι που αποδεικνύεται από τα τηλεοπτικά σουξέ που εμπνεύστηκε και απευθύνονταν κατά βάση στους νεαρούς τηλεθεατές («Dawson’s Creek», «The Vampire Diaries»). Έφεση που δε φάνηκε να επαναλαμβάνεται στο νέο έβδομο κεφάλαιο. Πλέον η Σίντνεϊ Πρέσκοτ είναι μητέρα και ζει στην πόλη του Γουέστμπορο, ανησυχώντας για το εάν η κατάρα θα συνεχιστεί με αποτέλεσμα ο Ghostface να στοιχειώσει και την κόρη της. Σωστά μαντέψατε, η ιστορία επαναλαμβάνεται, έτσι ο μασκοφόρος μακελάρης δεν αργεί να επανεμφανιστεί σπέρνοντας τον τρόμο. Ποιος και γιατί, όμως, θα μπορούσε να βρίσκεται πίσω από το αιματηρό κυνηγητό αυτήν τη φορά;

Ένας gen-z κατά συρροή δολοφόνος(;)
Μην ανησυχείτε, ο υπέρτιτλος δεν είναι spoiler. Παραπέμπει, ωστόσο, σε μια αμηχανία που διατρέχει την ταινία. Μία από τις κεντρικές προβληματικές του σεναρίου περιστρέφεται γύρω από την ελαττωματική επικοινωνία που έχει η Πρέσκοτ με την κόρη της, μια κλασικά ταραχώδης σχέση μεταξύ γονιού και εκκολαπτόμενου ενήλικα, η οποία εντείνει το σασπένς όταν αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες κηλίδες αίμα. Πρόκειται για μια τυπική περίπτωση χάσματος γενεών, το οποίο εν προκειμένω δεν περιορίζεται μόνο μεταξύ των χαρακτήρων, αλλά παρατηρείται συνολικά στο φιλμ. Όση ώρα η αφήγηση αφορά πρωτίστως τους μεγαλύτερους, οι πλάκες δίνουν και παίρνουν, η δράση έχει μια μεγαλύτερη σιγουριά. Όταν, όμως, η προσοχή στρέφεται στα λυκειόπαιδα, τότε το ενδιαφέρον στερεύει και οι ίδιοι δεν αποκτούν επιπλέον ιδιότητες πέρα από το να αποτελούν μηχανισμούς εντός του σεναρίου. Σε αυτό το σημείο προδίδεται η αδυναμία του Γουίλιαμσον να εμπνευστεί καλοσχηματισμένους περιφερειακούς ήρωες, κάτι που στο παρελθόν πρόσθετε χάρη στο franchise. Διαφορετικά, τώρα, γιατί να είχε νόημα η επιστροφή του Λίλαρντ;
Βέβαια, το παραπάνω δεν είναι το μείζον ζήτημα του έβδομου «Scream», αλλά η προσκόλληση στο μύθο της Πρέσκοτ. Παρότι κάποτε αντιστοιχούσε σε μια ανατρεπτική απεικόνιση μιας scream queen, ελάχιστα εξελίσσεται η παρακαταθήκη της στο νέο πλαίσιο, όπου πρακτικά εκτελεί ένα ποτ πουρί δοκιμασμένων, αν όχι ξεπερασμένων, horror τρικ. Είναι ενδεικτικός ο βαθμός στον οποίο κάθε νέα πληροφορία αποδίδεται διεκπεραιωτικά και ξέπνοα, απλώς και μόνο για να κερδηθεί χρόνος μέχρι την επόμενη επίθεση του Ghostface. Είναι εντυπωσιακό δε, ότι ακόμα και η αγωνία για την πραγματική ταυτότητα του δολοφόνου σταδιακά χάνει το ενδιαφέρον της, με την τελική αποκάλυψη να μοιάζει βγαλμένη από επεισόδιο «Scooby-Doo». Και για αυτό, πάλι, δε φταίει η συμμετοχή του Λίλαρντ…
Συνοψίζοντας, θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως αυτό είναι το πιο αδύναμο «Scream» από όλα, γιατί ενίοτε φροντίζει να κάνει πλάκα με τον εαυτό του. Μέχρι και το «Look Out for Me» των Turnstile ακούμε, διάολε! Από την άλλη, μπορεί και να είναι, γιατί αποδεικνύεται μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Η αφορμή να σχολιαστεί αποτελεσματικά και έξυπνα το πώς η τεχνητή νοημοσύνη διαμορφώνει πια την ανθρώπινη ζωή μένει ανεκμετάλλευτη, το χιούμορ ποτέ δεν πιάνει τις ταχύτητες που θα μπορούσε μα κυρίως, απουσιάζει το οτιδήποτε που θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκές έναυσμα για μία ακόμα επιδρομή του Ghostface. Αλλά, πότε αυτό ήταν αρκετό για να τον σταματήσει;
Η ταινία «Scream 7» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους από τη Feelgood Entertainment (26/2). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.