«Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ ήταν ένας γεννημένος ηθοποιός»: Οι ρόλοι που τον έκαναν εμβληματικό
O Ρόμπερτ Ντιβάλ στη Νέα Υόρκη © Photo by Chuck Fishman/Getty Images

«Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ ήταν ένας γεννημένος ηθοποιός»: Οι ρόλοι που τον έκαναν εμβληματικό

Οι ερμηνείες που κάνουν αθάνατο έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ηθοποιούς.

Καλύτερα και απλούστερα από όλους το έθεσε ο Αλ Πατσίνο: «Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ ήταν ένας γεννημένος ηθοποιός». Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να βρίσκεις αναγνώριση μεταξύ των καλύτερων συναδέλφων σου, ειδικότερα όταν έχετε συνυπάρξει σε μια από τις πιο παραγωγικές εποχές του αμερικανικού σινεμά, τη δεκαετία του ’70. Το ρεύμα του Νέου Χόλιγουντ, όπως ονομαζόταν τότε, ευθύνεται για μια επαναστατική φουρνιά συντελεστών που άλλαξαν άρδην το κινηματογραφικό τοπίο. Και ο Ρόμπερτ Ντιβάλ, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 95 ετών, βρέθηκε στο επίκεντρο όντας ήδη από τα ’50s φίλος και συν-σπουδαστής με κομβικές προσωπικότητες όπως οι Ντάστιν Χόφμαν, Τζιν Χάκμαν και Τζέιμς Κάαν. Μάλιστα, έχει δηλώσει χαρακτηριστικά: «Φίλος είναι αυτός που κάποτε σου πρόσφερε τα τελευταία 300 δολάρια που είχε πάνω του, επειδή έσπασες τη λεκάνη σου. Φίλος είναι ο Τζιν Χάκμαν».

Ο Αμερικανός είχε δεκάδες ρόλους στο όνομά του, χάρη στο σπάνιο ταλέντο του να μαγνητίζει το βλέμμα ακόμα και όταν δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του ή και διαλόγους. Αυτό το απέδειξε ευθύς εξαρχής με το ντεμπούτο το στο σινεμά, ενσαρκώνοντας σιωπηλά τον Μπου Ρίντλεϊ, γείτονα της οικογένειας Φιντς στο φιλμ – σταθμό «Σκιές και Σιωπή» («To Kill a Mockingbird», Ρόμπερτ Μάλιγκαν, 1962). Ακολούθησε μια φιλμογραφία που περιλαμβάνει σχεδόν όλους τους κορυφαίους Αμερικανούς σκηνοθέτες, ενώ συνέχισε να εμφανίζεται στη μεγάλη οθόνη μέχρι αρκετά πρόσφατα. Το 2015 έγινε ο γηραιότερος ηθοποιός που διεκδικούσε Όσκαρ, συνολικά έβδομη οσκαρική υποψηφιότητα της καριέρας του, για το «Δικαστή» (Ντέιβιντ Ντόμπκιν), με το εμπνευσμένο από την περσόνα του συγγραφέα Έντγκαρ Άλαν Πόε «Pale Blue Eye» (Σκοτ Κούπερ, 2022) να αποτελεί την ύστατη κινηματογραφική συμμετοχή του. Ακολουθούν εκείνοι οι ρόλοι που έκαναν τον Ρόμπερτ Ντιβάλ έναν εμβληματικό χολιγουντιανό σταρ.

Οι καλύτεροι ρόλοι του Ρόμπερτ Ντιβάλ:

«THX 1138» (Τζορτζ Λούκας, 1971)

THX 1138

Προτού σκαρφιστεί τον «Πόλεμο των Άστρων», ο Τζορτζ Λούκας εμπνεύστηκε αυτό το ιδιοσυγκρασιακό sci-fi που διαδραματίζεται τον 25ο αιώνα. Σε ένα δυστοπικό και άχρωμο μέλλον όπου η επίδοση και η κατανάλωση έχουν αντικαταστήσει τα ανθρώπινα συναισθήματα, ένας άντρας και μια γυναίκα «παραβιάζουν» το σύστημα αναπτύσσοντας ερωτική έλξη. Η δράση περιστρέφεται γύρω από τον Ντιβάλ ο οποίος δίνει μια απόκοσμη, ταιριαστά εξωγήινη και άμεσα στοιχειωτική ερμηνεία.

«Ο Νονός» & «Ο Νονός 2» (Φράνσις Φορντ Κόπολα, 1972 – 1974)

Ο Νονός Ρόμπερτ Ντιβάλ

Στο ρόλο του κονσιλιέρε Τομ Χέιγκεν, προσωπικού συμβούλου του Βίτο Κορλεόνε (Μάρλον Μπράντο), ο Ντιβάλ καταφέρνει να φέρει στην επιφάνεια όλες τις εσωτερικές αντιφάσεις ενός ήρωα ο οποίος παρότι βρίσκεται στη σκιά της φαμίλιας, μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά τις επιχειρήσεις της. Θετός γιός του Νονού, με αδερφικές σχέσεις με τα παιδιά του, βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο που εύκολα μπορεί να διαλύσει τις εσωτερικές ισορροπίες. Δικαίως, χάρη στη διακριτική δεξιοτεχνία του, ο Αμερικανός τιμήθηκε για πρώτη φορά εδώ με οσκαρική υποψηφιότητα (1973).

«Αποκάλυψη Τώρα!» (Φράνσις Φορντ Κόπολα, 1979)

Αποκάλυψη Τώρα Apocalypse Now

Μια ματιά στο καρέ και είναι αρκετό για να θυμηθείς αμέσως την ατάκα: «I love the smell of napalm in the morning». Την εκφέρει ο συνταγματάρχης Κίλγκορ, λίγη ώρα αφού έχει ισοπεδώσει με ελικόπτερα ένα βιετναμέζικο χωριό. Ο ωμά κυνικός και ψυχρά ήρεμος τρόπος που παίζει ο Ντιβάλ αντικατοπτρίζει τον παραλογισμό που, έτσι κι αλλιώς, διατρέχει το «Αποκάλυψη Τώρα!». Το πιο ανατριχιαστικό, βέβαια, είναι πως ο ηθοποιός σμίλεψε το ρόλο του συνδυάζοντας προσωπικές εμπειρίες και βιώματα βετεράνων του πολέμου στο Βιετνάμ. Εκτός του ότι δούλεψε στενά με αρκετούς από αυτούς, καθοριστικές υπήρξαν οι αναμνήσεις από τη δική του διετή θητεία στο στρατό, είχε πατέρα στο ναυτικό εξάλλου, όπου οι ανώτεροι επιδείκνυαν και ενθάρρυναν αυτήν τη σκληρή αδιαφορία απέναντι στο πιο στυγνό μακέλεμα.

«The Great Santini» (Λούις Τζον Καρλίνο, 1979)

The Great Santini

Σε παράδοξη επικοινωνία με την προηγούμενη επιλογή, ο Ντιβάλ ενσαρκώνει εκ νέου ένα στρατιωτικό, μόνο που εδώ η προαναφερθείσα σκληράδα παίρνει εντελώς καταπιεστικές ποιότητες. Ως ένας αυταρχικός πατέρας που ταυτόχρονα, δυσαρεστείται έντονα από τη ζωή του και ταλαιπωρεί εκείνη του γιου του, ο Αμερικανός ψηλαφεί την πατρότητα υπό ένα αγριευτικό πλην υπαρκτό πρίσμα που πολλοί συμπατριώτες του επέλεγαν να αγνοούν. Η σκηνή δε στην οποία παίζει μπάσκετ με τον έφηβο απόγονό του, αλλά κυρίως του πετάει την μπάλα στο κεφάλι, είναι αρκετή για να σου σφίξει το στομάχι.

«Tender Mercies» (Μπρους Μπέρεσφορντ, 1983)

Tender Mercies

Αδίκως υποτιμημένο δράμα, όχι μόνο γιατί χάρη σε αυτό ο Ντιβάλ κέρδισε το μοναδικό Όσκαρ της καριέρας του, αλλά και γιατί αποτελεί ένα από αυτά τα χαμηλότονα υπαρξιακά αφηγήματα που βρίσκουν το δρόμο στην καρδιά σου. Επιπλέον, ο ηθοποιός εν προκειμένω αποδεικνύει ότι βρίσκεται στα καλύτερα του όταν υποδύεται ένα χαρακτήρα με μεγάλη ένταση που θάβει στο στέρνο του, όπως αυτός ο τραγουδιστής της κάουντρι που αποφασίζει να βάλει σε τάξη τη ζωή του, λιγάκι αργά και παρά την προβληματική σχέση που έχει με το αλκοόλ. Εάν ακόμα αμφιβάλλετε για τη μελαγχολική ατμόσφαιρα της ταινίας, ορίστε η ατάκα: «See, I don’t trust happiness. I never did, I never will».

Σχετικά άρθρα