Ζορμπάς & Νίκος Καζαντζάκης | Με έμαθε να αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο.
Ο Βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά- ένα αριστούργημα στο οποίο βασίστηκε η ταινία `Zorba the Greek`σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη & πρωταγωνιστή τον Άντονι Κουίν & στις 17/12/1964, γίνεται στη Νέα Υόρκη η Παγκόσμια Πρεμιέρα της.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
“Ο Βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”. Το αριστούργημα του Νίκου Καζαντζάκη, ένα από τα πιο γνωστά και αναγνωρισμένα του δημιουργήματα σε όλον τον κόσμο.
Ολοκληρώθηκε στα 1943 και εκδόθηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα τρία χρόνια αργότερα, από τις εκδόσεις Δημητράκου. Το 1947 κυκλοφορεί στο Παρίσι και με την επανέκδοσή του εκεί το 1954 βραβεύεται ως “Το Καλύτερο Βιβλίο της Χρονιάς”. Ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνει: “Πολλές φορές πεθύμησα να γράψω το βίο και την πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ενός γέρου εργάτη που πολύ αγάπησα. (…) με έμαθε να αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο. Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς: την πρωτόγονη ματιά(…)τη δημιουργική, κάθε πρωί ανανεούμενη αφέλεια να βλέπει ακατάπαυτα για πρώτη φορά τα πάντα. (…) Όταν συλλογίζομαι με τι θροφή τόσα χρόνια με τάιζαν τα βιβλία κι οι δάσκαλοι για να χορτάσουν μια λιμασμένη ψυχή και τι λιονταρίσιο μυαλό για θροφή με τάισε ο Ζορμπάς σε λίγους μήνες, δύσκολα μπορώ να βαστάξω την οργή και τη θλίψη μου”.
Η βρετανική-ελληνική ταινία του 1964, Αλέξης Ζορμπάς (Zorba the Greek) – η οποία έχει γράψει μεγάλη ιστορία στον κινηματογράφο- βασίζεται στο εν λόγω βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη.
Του Ζορμπά στην ομώνυμη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη Αλέξης Ζορμπάς .Ο δημοφιλής λογοτεχνικός ήρωας. Αλέξης Ζορμπάς, που ταυτίστηκε κινηματογραφικά με τον σπουδαίο ερμηνευτή, Άντονι Κουίν…Το βραβευμένο με Όσκαρ ηθοποιό, που στο άκουσμα του ονόματός τους- οι Έλληνες τουλάχιστον- μας έρχεται στο μυαλό ο διασημότερος ρόλος.
Μαζί με τον με τον Άντονι Κουίν πρωταγωνιστούν οι Άλαν Μπέιτς, Ειρήνη Παππά και Σωτήρης Μουστάκας .

Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ, με σημαντικότερο το Όσκαρ β` γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Λίλα Κέντροβα, στο ρόλο της Μαντάμ Ορντάνς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το συγκεκριμένο ρόλο είχε αρνηθεί η Γαλλίδα Σιμόν Σινιορέ, η οποία, αν και ήρθε στην Ελλάδα και βρέθηκε στην Κρήτη για τα γυρίσματα της ταινίας, μόλις πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να της προστεθούν κάποια χρόνια με ειδικό μακιγιάζ, πανικοβλήθηκε και προτίμησε να μη συνεχίσει… Τελικά η ταινία απέσπασε άλλα δύο Όσκαρ, ασπρόμαυρης φωτογραφίας στον Γουόλτερ Λάσαλι και καλλιτεχνικής διεύθυνσης και σκηνικών στο Βασίλη Φωτόπουλο, ενώ προτάθηκε επίσης για άλλα τέσσερα: Καλύτερης Ταινίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου, Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου.
Η εκπληκτική μουσική της ταινίας γράφτηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη κι έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο ως “συρτάκι”. Μέχρι και σήμερα αποτελεί την πιο διάσημη ελληνική μελωδία στο εξωτερικό. Ποιός μπορεί να ξεχάσει την περίφημη σκηνή με τον Άντονι Κουίν να το χορεύει στην παραλία; Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ο Κουίν δεν ήταν καλός μαθητής. Κατέφερε να μάθει μόνο τα βασικά βήματα του χορού αλλά το αποτέλεσμα βγήκε τόσο εντυπωσιακό , που για χρόνια μετά, όπου κι αν βρισκόταν ο ηθοποιός, ο κόσμος του ζητούσε να χορέψει συρτάκι.
Ποιός όμως εμπνεύστηκε το να γυριστεί αυτή η ταινία; Ο Αμερικανός ηθοποιός Φρέντρικ Μαρτς και η σύζυγός του -επίσης ηθοποιός- Φλόρανς Έλντριτζ, ενώ είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα το 1953, είπαν σε δημοσιογράφους ότι είχαν προτείνει στον Ελία Καζάν να γυρίσουν μια ταινία που θα βασιζόταν στον Αλέξη Ζορμπά του Καζαντζάκη.
Υπήρξε η φήμη ότι η ταινία θα γυριζόταν με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάνκαστερ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ο Ζυλ Ντασέν προσπάθησε να σκηνοθετήσει ανεπιτυχώς το βιβλίο με πρωταγωνιστή τον Σοβιετικό ηθοποιό Νικολάι Τσερκάσοφ.
“Ο Άντονι Κουίν, μονοκόμματος, πελώριος και αξύριστος, είναι ένας τέλειος Ζορμπάς”, έγραψε κάποτε ο Φρέντυ Γερμανός στις Εικόνες σε ρεπορτάζ του από τα γυρίσματα της ταινίας.
Στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στα Χανιά και στις γύρω περιοχές εκτυλίχθηκε, την άνοιξη του 1964, η ιστορία του “Αλέξη Ζορμπά”. Ακριβώς όπως τη εμπνεύστηκε ο Νίκος Καζαντζάκης και τη μετέφερε στην οθόνη ο Μιχάλης Κακογιάννης.
Την εποχή των γυρισμάτων, το μεγάλο ελληνικό νησί έγινε επίκεντρο του διεθνούς κινηματογραφικού ενδιαφέροντος καθώς εκτός από τον Κουίν, πολλοί διάσημοι ηθοποιοί το είχαν επισκεφθεί.
Ο Άλαν Μπέιτς ερμήνευσε τον συγγραφέα, η Ειρήνη Παππά την ελκυστική και επιθετική χήρα, ο Γιώργος Φούντας τον Μαυραντώνη. Αρχικά για το ρόλο της μαντάμ Ορτάνς επελέγη στην αρχή η Σιμόν Σινιορέ. Όταν όμως εκείνη ήρθε στην Κρήτη, πανικοβλήθηκε επειδή έπρεπε να προσθέσει χρόνια με ειδικό μακιγιάζ. Αποφάσισε τελικά να αποχωρήσει και τον ρόλο της πήρε η Λίλα Κέντροβα που την επόμενη χρονιά τιμήθηκε με Όσκαρ για την ερμηνεία της.
Σύμφωνα με το Μιχάλη Κακογιάννη “Η αποκάλυψη της ταινίας είναι οι Κρητικοί κομπάρσοι”, και χαρακτήρισε τον Αλέξη Ζορμπά “αναρχική κωμωδία”.
Ο Άντονι Κουίν αγάπησε την Ελλάδα και αγαπήθηκε από τους Έλληνες. Ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο ελληνικούς ρόλους στον κινηματογράφο, εξοικειώθηκε με τις συνήθειες και τις «ιδιοτροπίες» του τόπου μας και όπως έλεγε, περνούσε υπέροχα στα γυρίσματα.
Ένας μεγάλος ηθοποιός που έχει ταυτιστεί στη συνείδηση των Ελλήνων, με τον Αλέξη Ζορμπά από την ομώνυμη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη.
Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη…
“Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιχνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.
Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.
— Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;
— Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με τον παπαγάλο* και δεν αποκρίθηκε.
Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:
— Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε.
— Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.
— Νυστάζεις;
— Όχι.
— Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια*· έχω κάτι να σε ρωτήσω. Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης· ο ύπνος μάς φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας· έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν* ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ` αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα `βλεπε για πρώτη φορά.
— Τι να γίνεται εκεί πάνω! μουρμούρισε. Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
— Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα καμε; Γιατί τα καμε; Και πάνω απ` όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
— Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
— Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν. Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο· άξαφνα ξέσπασε:
— Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τι λένε;
— Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν` απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
— Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
— Καναβάρο*! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
— Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
— Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές*· θα `χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί· τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε· αχ, να μπορούσα να του `δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι `ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; Ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
— Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
— Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ` ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας· τ` άλλα φύλλα είναι τ` αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα· τ` οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει· το γευόμαστε, τρώγεται· το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
»Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου· από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια* το θρό* που κάνουν τ` άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν` ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
— Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
— … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»· άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· βασανίζουνταν να καταλάβει.
— Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
— Όχι, δε θ` απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν` αγιάσω!»
Δε μιλούσα· στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
— Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση — αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το `ξερα, και γι` αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
— Καληνύχτα, αφεντικό, είπε· φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σαν να `ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα· ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, κάποιον μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν` αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ` αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.”