Όλοι θυμούνται πού βρίσκονταν όταν πέθανε ο Παντελίδης
«Φαινόμενο είμαι εγώ» θα έπρεπε να τραγουδάει ο «Παντέλος», αντί για το «Δεν ταιριάζετε σου λέω».
«Ήταν ο Παντελής Παντελίδης οι δίδυμοι πύργοι της Ελλάδας;» Με αυτή την αιρετική ερώτηση, συνάδελφος που επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμη και να κάνει disclaimer πως το λέει «τηρουμένων των αναλογιών», έβαλε φυτιλιές στο ημερήσιο meeting. Πράγματι, κι εγώ θυμάμαι που βρισκόμουν όταν πέθανε ο Παντελίδης, πριν από ακριβώς 10 χρόνια· όπως και η φανατική Παντελιδικιά κολλητή μου αλλά και η μαμά μου που ακούει σχεδόν αποκλειστικά Δεύτερο Πρόγραμμα.
Το περίεργο είναι πως θυμάμαι και την πρώτη φορά που άκουσα Παντελίδη, κάτι που μου συμβαίνει με ελάχιστους καλλιτέχνες, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκουν σ’ αυτούς που ακούω φανατικά μέχρι σήμερα. Κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του «Παντέλου»· αντιθέτως, νομίζω έχει γραφτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου από την απορία μου «γιατί τόσος κόσμος ακούει αυτόν τον τύπο;».
Το φαινόμενο Παντελίδη
Αφήνοντας όμως πίσω την pick me (μουσικά) περίοδο της ζωής μου, επιχείρησα να καταλάβω καλύτερα το φαινόμενο Παντελίδη· γιατί ας μη γελιόμαστε, μόνο ως φαινόμενο μπορεί να χαρακτηριστεί η δημοφιλία του. Είναι άκομψο να χαρακτηρίσω «τυχερό» κάποιον που πέθανε τόσο νέος, όμως το timing με το οποίο εμφανίστηκε ήταν σίγουρα επιτυχημένο.
Βρισκόμαστε στο 2010, με την οικονομική κρίση να βαραίνει όλο και περισσότερο και να δημιουργεί μια όλο και μεγαλύτερη λαϊκή τάξη που αρχίζει να ξεχνά τι σημαίνει «κάνω όνειρα για το μέλλον». Οι μεγάλοι λαϊκοί τραγουδιστές δεν ανήκουν πλέον στον λαό για να τον εκπροσωπήσουν, ακριβώς επειδή είναι μεγάλοι. Η χρήση των social media διευρύνεται όλο και περισσότερο, αλλά παράλληλα ανήκει σχεδόν αποκλειστικά στους κάτω των 35, άρα ό,τι ανακαλύπτεις μέσα σ’ αυτά γίνεται αυτομάτως κουλ. Κι αν η indie και underground σκηνή τα χρησιμοποιούν από τα γεννοφάσκια τους για να αποκτήσουν το κοινό τους, η mainstream μουσική παραμένει εξαρτώμενη από τις δισκογραφικές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Και ακριβώς σ’ αυτό το σημείο της ιστορίας, εμφανίζεται ένα παλικάρι που γρατζουνάει την κιθάρα του μπροστά στο καλοριφέρ του στο πατρικό του στη Νέα Ιωνία και τραγουδάει όλο νταλκά για τον έρωτά του που θέλει κάποιον άλλον (η ηθική μη μονογαμία δεν ήταν ακόμα διαδεδομένη ούτε και τα situationships μάστιγα). Με λίγα λόγια, μιλάει αποκλειστικά για το μόνο πράγμα που μας ενώνει όλους: τον σεβντά, για να τιμήσουμε και την Μικρασιατική καταγωγή του.
Ποια κρίση, ποια οικονομική καταστροφή, ποια άνοδος της ακροδεξιάς, ποια χαμένη γενιά που δεν καταφέρνει να ορθοποδήσει; Το όπιο του ελληνικού λαού δεν ήταν το ποδόσφαιρο αλλά το «Δεν ταιριάζετε σου λέω» και το «Για τον ίδιο άνθρωπο μιλάμε», όπου πήρε την ψήφο εμπιστοσύνης του Βασίλη Καρρά. Και να που η απογοητευμένη γενιά ξαναβρήκε το όνειρό της: αν ένας μέτριος τραγουδιστής μπορεί απ’ το δωμάτιό του να φτάσει στη σκηνή δίπλα στον κορυφαίο λαϊκό τραγουδιστή γιατί όχι κι εγώ; Δεν είναι τυχαίο πως την ίδια χρονική περίοδο και με τον ίδιο φαινομενικά τρόπο (υπήρχε κανονικό αφανές marketing team στη δική του περίπτωση) κυριαρχεί στο παγκόσμιο ποπ στερέωμα ο Justin Bieber, όπως σχολιάζει και στο βιβλίο του «Social Media: Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι» o Κωνσταντίνος Πουλής. Τα SoMe δίνουν την ελευθερία να μπορείς να εκφραστείς και να επιλέξεις αυτούς που σε εκφράζουν: μια ψευδαίσθηση δημοκρατίας που μέχρι σήμερα δεν έχει καταρριφθεί στην κοινή γνώμη.
Κάπως έτσι ο «Παντέλος» έγινε το σύμβολο όσων χρειάζονταν από κάπου να πιαστούν για να δημιουργήσουν και πάλι μια φαντασίωση για ένα καλύτερο (ή έστω πιο ανοιχτό σε πιθανότητες) αύριο, αλλά και για όσους που μέσα στη μαυρίλα την εποχής ένιωσαν την ανάγκη να αγκιστρωθούν από κάτι κανονικό, καθημερινό, που μπορείς να σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς αντί για τους λογαριασμούς και τα μνημόνια. Την υπέρ πάντων καψούρα.