“Εχθρός του Λαού”: Δύο αντιδιαμετρικές ματιές στην ίδια παράσταση
Δύο συντάκτριες του "ΚΛΙΚ" παρακολούθησαν το ιψενικό έργο, "Εχθρός του Λαού", που σκηνοθετεί ο Τόμας Όστερμάιερ στο θέατρο Κνωσσός και αναμεταδίδουν τις διαφορετικές εντυπώσεις τους.
Ο «Εχθρός του Λαού» ανεβαίνει στο Κνωσός σε παραγωγή του βερολινέζικου θεάτρου Σαουμπίνε. Η πρόταση του καταξιωμένου σκηνοθέτη και καλλιτεχνικού διευθυντή Τόμας Οστερμάιερ αντιμετωπίζει το έργο του Ίψεν όχι ως κλασικό κείμενο προς επιβεβαίωση, αλλά ως ανοιχτό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους χαρακτήρες, στη σκηνή και, τελικά, στην πλατεία.
Στο έργο, παρακολουθούμε την ιστορία του γιατρού, Τόμας Στόκμαν, που ανακαλύπτει ότι τα ιαματικά λουτρά της μικρής πόλης είναι μολυσμένα και επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία. Αρχικά πιστεύει ότι η αποκάλυψή του θα γίνει δεκτή ως πράξη ευθύνης και ότι οι τοπικές αρχές θα προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες. Γρήγορα, όμως, έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα: το κόστος της αποκατάστασης απειλεί την βασική πηγή εσόδων της πόλης και τη φήμη της ως τουριστικού προορισμού. Ο πρώτος που στέκεται απέναντί του είναι ο αδελφός του, δήμαρχος της πόλης, ο οποίος θεωρεί ότι η αλήθεια αυτή πρέπει να αποσιωπηθεί ή να «διαχειριστεί». Μαζί του συστρατεύονται τα τοπικά μέσα, οι επαγγελματίες και τελικά η πλειοψηφία των πολιτών.
Ο Στόκμαν, επιμένοντας να μιλήσει δημόσια, απομονώνεται σταδιακά, χάνει συμμάχους, εργασία και κοινωνική θέση, και καταλήγει «εχθρός του λαού». Όχι επειδή λέει ψέματα, αλλά επειδή επιμένει σε μια αλήθεια που η κοινωνία δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει. Η επιλογή του Οστερμάιερ να εμπλέξει άμεσα το κοινό παράγει αντιδράσεις, εντάσεις και σαφείς διαφωνίες. Το αποδείκνυαν άλλωστε και οι φωνές που ακούστηκαν από την πλατεία. Δύο από αυτές, καταγράφονται εδώ.
Ανάγνωση Α’
Τα πάντα προμήνυαν μια όμορφη θεατρική εμπειρία εκείνο το βράδυ Σαββάτου: έργο του μεγάλου Ίψεν με προφανή διαχρονικά μηνύματα, εξαιρετικό καστ (κυριολεκτικά ένας κι ένας οι ηθοποιοί), πρωτοποριακός σκηνοθέτης που σίγουρα θα παρουσιάσει κάτι ενδιαφέρον επί σκηνής, ένα περιποιημένο και ζεστό θέατρο χωμένο κάπου στα σύνορα Κυψέλης και Πατησίων και μια από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις της φετινής θεατρικής σεζόν. Αν σε αυτά τα δεδομένα προσθέσουμε και την έμφυτη αισιοδοξία μου, που επέλεξε να ερμηνεύσει θετικά τα αντικρουόμενα μηνύματα που έφταναν στα αυτιά από φίλους που είχαν ήδη δει την παράσταση, καταλαβαίνετε ότι οι προσδοκίες ήταν εξαιρετικά υψηλές.

Τα φώτα χαμηλώνουν, η παράσταση αρχίζει. Και κάπου εκεί νιώθεις ότι μπερδεύεσαι, ίσως και να βαριέσαι πρόωρα. Ο ρυθμός της παράστασης ασταθής, σε κάποια σημεία πολύ έντονος σε άλλα πολύ πιο νωθρός, γεγονός που έκανε ιδιαίτερα απαιτητική άσκηση το να διατηρήσεις το ενδιαφέρον και την προσοχή σου στο ίδιο επίπεδο ενώ την ίδια στιγμή αναρωτιέσαι αν όλες οι ερμηνείες σε πείθουν εξίσου. Η μουσική και τα τραγούδια επί σκηνής -δυσανάλογα μεγάλης διάρκειας- επίσης αποσπούν, ίσως και να αποδυναμώνουν το μήνυμα του έργο, σίγουρα πάντως σε κάνουν να ξεχνάς τον λόγο για τον οποίο βρίσκεσαι εκεί.
Και καθώς οι προσδοκίες σου οδεύουν προς διάψευση, έρχεται η στιγμή για το κερασάκι στην τούρτα: η σκηνή μετατρέπεται σε ένα πολιτικό forum, μοιράζονται μικρόφωνα στην πλατεία και o πρωταγωνιστής απευθύνεται ευθέως στο κοινό και εξαπολύει ένα μανιφέστο διδακτικού τόνου με – κάποτε έμμεσες κάποτε πιο σαφείς- αναφορές στην σημερινή κοινωνικοπολιτική κατάσταση. Εκεί μένεις να αναρωτιέσαι τί ακριβώς εξυπηρετεί αυτό το σκηνοθετικό εύρημα ή αν συμμετέχεις σε ένα κοινωνικό πείραμα που εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης για να σου αποκαλύψει τεχνηέντως τις πολιτικές απόψεις του θεατή που κάθεται στο δίπλα κάθισμα (κάποιες από τις οποίες ήταν φρικώδεις παρεμπιπτόντως). Το χειρότερο από όλα, όμως, ότι η παράσταση σου στερεί εκείνη την μαγική διαδικασία που ακολουθεί μετά από ένα καλό θέατρο: τον προσωπικό κάματο να χωνέψεις αυτό που είδες, να αναρωτηθείς, να δώσεις τις δικές σου απαντήσεις και όλο αυτό να σου δημιουργεί ένα γλυκό βάσανο που σε ακολουθεί τις επόμενες μέρες. Δηλαδή, τη χαρά να κάνεις τη δική σου σούπα και όχι να αρκεστείς σε μασημένη τροφή. – Μελίνα Κάππη
Ανάγνωση Β’
Ο Όστερμάιερ δεν προσπαθεί να φέρει τον Ίψεν στο σήμερα αλλά αφήνει το έργο να δείξει μόνο του πόσο επίμονα σύγχρονο παραμένει, τη διαχρονική ευκολία με την οποία το «κοινό καλό» μετατρέπεται σε επίφαση, σε πρόσχημα για την εξυπηρέτηση οικονομικών, πολιτικών και προσωπικών συμφερόντων. Χωρίς να αναζητά εκβιαστικά αναλογίες, η παράσταση θυμίζει ότι οι μηχανισμοί φίμωσης της αλήθειας παραμένουν ανατριχιαστικά ίδιοι.

Οι ερμηνείες είναι φυσικές, αβίαστες και οι ηθοποιοί δεν μοιάζουν να παίζουν ρόλους αλλά τους εαυτούς τους. Η καθημερινή οικειότητα ενός ζευγαριού που αγαπιέται αλλά έχει κουραστεί να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε δύο αδέρφια που δεν μοιράζονται καμία κοινή αξία, μια αλήθεια που γίνεται τόσο άβολη ώστε να αποξενώνει εκείνον που ορκίζεται να την υπερασπιστεί μέχρι τέλους: όλα όσα εκτυλίσσονται σε αυτή τη μικρή κοινωνία είναι πολύ γνώριμα.
Ο φλογισμένος μονόλογος του Στόκμαν, τη στιγμή που ακόμη και όσοι έμοιαζαν σύμμαχοι θα σταθούν απέναντί του, είναι ένας ασταμάτητος χείμαρρος. Δεν είναι πάντα σαφές πού τελειώνει ο ρόλος και πού ξεκινά ο Μπιμπής και αυτό δεν λειτουργεί σε βάρος της παράστασης, αλλά ως βασικό της εργαλείο. Με μια λογική επαγωγή, ο πρωταγωνιστής σπάει τη θεατρική σύμβαση και μετατοπίζει τη συζήτηση από ένα συγκεκριμένο ζήτημα –τα μολυσμένα ιαματικά λουτρά– σε όσα μας απασχολούν πράγματι σήμερα: γενοκτονία, κρατική βία, περιβαλλοντική καταστροφή, τη διαρκή υποχώρηση της ηθικής μπροστά στη σκοπιμότητα. Κρατά απέναντί μας έναν καθρέφτη και δεν επιτρέπει σε κανέναν να στρέψει αλλού το βλέμμα.
Τα ερωτήματα που απευθύνει στο κοινό –το οποίο καλείται να αναλάβει τον ρόλο των δημοτών της πόλης– δεν είναι θεωρητικά. Είναι ερωτήματα που ζητούν άμεση τοποθέτηση, εδώ και τώρα, ακόμη κι αν αυτή γεννά αμηχανία ή θυμό. Η συμμετοχή του κοινού δεν λειτουργεί ως διαδραστικό τέχνασμα, αλλά ως υπενθύμιση της ευθύνης: ακόμα και η μη επιλογή είναι μια ξεκάθαρη επιλογή τελικά.

Ακόμα, η Λένα Παπαληγούρα, ως εκδότρια της μοναδικής εφημερίδας της τοπικής κοινωνίας, ενσαρκώνει τη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην ηθική και τον αριβισμό. Δεν είναι καρικατούρα ούτε ξεκάθαρος «κακός της υπόθεσης». Είναι η φωνή της επιφύλαξης, της αυτολογοκρισίας, που αποδεικνύεται εξίσου επικίνδυνη με την πολιτική διαφθορά. Η ερμηνεία της φωτίζει το πραγματικό διακύβευμα του έργου που δεν είναι η σύγκρουση αλήθειας και ψεύδους, αλλά κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να διαπραγματευόμαστε, να ζούμε με μισές και πιο βολικές αλήθειες.
Δεν είναι μια παράσταση που θα σε διασκεδάσει. Δεν είναι καν μια παράσταση που θα σε κάνει να νιώσεις άνετα. Θέτει, όμως, ερωτήματα που δεν (θα έπρεπε να) αγνοούνται. – Βικτώρια Χαραλάμπους
Ίσως το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα αυτής της παράστασης να μην βρίσκεται στη σκηνή, αλλά στον τρόπο που συνεχίζει να παράγει αντιπαραθέσεις. Και μόνο αυτό αρκεί για να κρατήσει ανοιχτή στη συζήτηση.
Στον “Εχθρό του Λαού” παίζουν οι: Κωνσταντίνος Μπιμπής, Μιχάλης Οικονόμου, Λένα Παπαληγούρα, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Στέλιος Δημόπουλος, Άλκηστις Ζιρώ, Ιάσονας Άλυ.
Διαβάστε επίσης