Ο Αλέκος Συσσοβίτης μιλά για τον θάνατο
Με αφορμή -ή μάλλον με αιτία- το θεατρικό έργο "Ο θάνατος και ο αγρότης", ο Αλέκος Συσσοβίτης μιλάει για τη συνεργασία του με τη Ρούλα Πατεράκη, για τον έρωτα, τη ζωή και φυσικά για τον θάνατο.
Αλέκος Συσσοβίτης “Η ζωή μας είναι ένα βλεφάρισμα ματιού”
Ο Αλέκος Συσσοβίτης φέτος έκανε την έκπληξη. Σε συνεργασία με τη Ρούλα Πατεράκη, ανέβασαν ένα πολύ ξεχωριστό θεατρικό έργο στην σκηνή του Faust: «Ο θάνατος και ο αγρότης» είναι ένα κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1460 και η υπόθεσή του αναφέρεται στην αιώνια αναζήτηση του ανθρώπου γύρω από το μυστήριο του θανάτου.

Έχετε ανεβάσει στη σκηνή του Faust το θεατρικό έργο του Τζοχάνες Φον Τεπλ «Ο θάνατος και ο αγρότης». Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε τα έργα είναι καθαρά προσωπικός, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον. Και εγώ και ο συνέταιρός μου, ο Αντώνης Πέρης, ο οποίος βρήκε το έργο και το μετέφρασε, κινούμαστε με αυτόν το γνώμονα. Βρίσκουμε έργα που θα μιλήσουν πρώτα στην ψυχή μας και μετά κοιτάμε αν είναι και μπορούν να γίνουν επίκαιρα, να μιλήσουν στο σήμερα και να πουν κάτι στον Έλληνα πολίτη. Φυσικά πάντα είναι στόχος, επειδή το θέατρο είναι ο καθρέφτης της ψυχής του θεατή, να κάνουμε κάτι που να μην είναι τόσο προσωπικό, αλλά να απευθύνεται -όπως συμβαίνει και με κάθε καλό έργο- στο ευρύ κοινό.
Το συγκεκριμένο ασχολείται με ένα θέμα που είναι πάντα επίκαιρο: τον αγώνα του ανθρώπου με το θάνατο. Είναι διαχρονικό θέμα βέβαια. Νομίζω ότι είναι και το καίριο και μεγαλύτερο στοίχημα του ανθρώπου: πώς θα μπορούσε εν δυνάμει να καταφέρει την αθανασία ή να μεγαλώσει το όριο ηλικίας του ζώντας παραπάνω, γιατί αυτό, το δώρο της ζωής, είναι πολύ γλυκό και δεν θέλουμε να το χάσουμε. Και γλυκόπικρο να είναι, εμείς θέλουμε να το ζήσουμε, να το βιώσουμε παραπάνω και καλά κάνουμε. Η ζωή μας είναι ένα βλεφάρισμα ματιού δηλαδή.
Νομίζετε ότι φοβόμαστε πιο πολύ το δικό μας θάνατο ή το θάνατο των ανθρώπων που αγαπάμε; Τον δικό μας. Ο θάνατος άλλων ανθρώπων μάς συγκινεί βαθύτατα, αλλά νομίζω πάνω απ’ όλα φοβόμαστε τις αρρώστιες, γιατί -όπως λένε και οι φιλόσοφοι- όταν θα συναντήσουμε το θάνατο, δεν θα τον συναντήσουμε καν, γιατί εκείνη την ώρα εμείς θα φεύγουμε και αυτός θα έρχεται. Οπότε αυτή τη μεγάλη στιγμή, την οποία όλοι προσπαθούμε να αποφύγουμε, ίσως να μη τη βιώσουμε κιόλας. Αλλά το γήρας, τη φθαρτότητα, την ανημποριά και την ασθένεια, τα φοβάται ο άνθρωπος.
Παρόλα αυτά, ο αγώνας με το θάνατο είναι άνισος. Ίσως είναι το μοναδικό πράγμα για το μέλλον που είμαστε σίγουροι ότι θα μας συμβεί. Και έτσι έχει δοθεί και η παράσταση από την κυρία Πατεράκη, η οποία διασκεύασε το έργο, το έφερε στο σήμερα και έκανε μια πιο ουμανιστική προσέγγιση, γιατί το έργο είναι γραμμένο το 1400, όταν όλη η Ευρώπη ήταν θεοσεβούμενη και η εξουσία στην Ευρώπη ήταν στα χέρια της εκκλησίας. Τώρα όμως που ζούμε άλλες εποχές και που διένυσε ο άνθρωπος και μια περίοδο μηδενισμού, βλέπουμε ότι πραγματικά στο τέλος κερδισμένος σε αυτό το άνισο παιχνίδι είναι ο θάνατος. Σαφέστατα.
Ο έρωτας τι σχέση έχει με το θάνατο; Τεράστια. Ο έρωτας είναι ένα έντονο σημάδι ζωής. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι πραγματικά, τις μεγάλες στιγμές της ζωής μας, υπάρχουμε. Εκεί πάνω, όπως παντού υπάρχει το καλό και το κακό, το γιν και το γιαν, ο έρωτας γίνεται συνοδοιπόρος με το θάνατο, γιατί όταν θα τελειώσει αυτός θα έρθει μία επόμενη στιγμή που θα βρει τον άνθρωπο. Ο έρωτας για τη ζωή είναι σημαντικός, όπως και ο προσωρινός έρωτας για κάποιον άνθρωπο άλλο είναι τόσο σημαντικός, έτσι όταν τελειώσει αυτή η έντονη περίοδος του έρωτα, όταν πεθάνει ο έρωτας, μετά πηγαίνουμε σε κάποια επόμενα στάδια. Έρωτας και θάνατος συνυπάρχουν, όπως το σκοτάδι με το φως.
Στο θεατρικό έργο που παίζετε αυτό τον καιρό, πώς λειτουργεί ο έρωτας; Το έργο είναι πάρα πολύ συγκεκριμένο και απλό. Ο συγγραφέας έχασε τη γυναίκα του πάνω στη γέννα. Το επόμενο βράδυ έγραψε αυτό το έργο. Οπότε έβαλε τον άνθρωπο απέναντι στο θάνατο και ουσιαστικά διεκδικεί από το θάνατο τον έρωτά του, να την επαναφέρει γιατί έφυγε πάνω στη νιότη της. Αντιπαρατίθεται ο θάνατος και του λέει «εμείς δεν κάνουμε διαχωρισμούς. Είτε είναι νέος ο άνθρωπος είτε μεγαλώσει, θα φύγει από εδώ. Αυτός είναι ο στόχος μου σε αυτή τη γη: Να καθαρίζω το τοπίο». Βλέπουμε ότι πραγματικά ο θάνατος δεν έχει διακρίσεις… Στο Νεπάλ αυτή τη στιγμή σάρωσε 6.000 άτομα και σίγουρα ανάμεσά τους θα υπήρχαν και νεαρά άτομα. Οπότε ο άνθρωπος επιζητάει αυτό που έχει χάσει. Το στοιχείο της απώλειας είναι πάρα πολύ έντονο, ζητάει τον έρωτά του πίσω, γιατί πραγματικά νιώθει άδειος χωρίς αυτόν, δεν έχει ένα τιμόνι στη ζωή και ο θάνατος του λέει «ζήσε και χωρίς αυτό, ξεπέρασε τον έρωτά σου και προχώρα τη ζωή σου».
Η συνεργασία σας με τη Ρούλα Πατεράκη πώς προέκυψε; Με τη Ρούλα Πατεράκη έχουμε παίξει 17 χρόνια πριν, όταν πρωτοξεκινούσα εγώ στο θέατρο, σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια. Είχαμε κάνει το ζευγάρι από το έργο «Η κυρία με τις καμέλιες» στο γνωστό έργο του Δουμά. Μετά με σκηνοθέτησε σε μια άλλη παράσταση που είχε γίνει στο θέατρο «Αμιράλ» και τώρα είναι η τρίτη συνεργασία μας. Λόγω της φιλίας που προέκυψε μετά την πρώτη μας συνεργασία, γιατί έχουμε μια μακρόχρονη φιλική σχέση, της έκανα την πρόταση. Θεώρησα ότι είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να διασκευάσει αυτό το έργο, να το σκηνοθετήσει και να παίξει. Τη δέχτηκε και το αποτέλεσμα νομίζω ότι έρχεται και μας δικαιώνει.