Θ. Πελεγρίνης: Έκανα απλώς τη δουλειά μου.
Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ, συγγραφέας και ηθοποιός, μιλάει για την παράσταση όπου παίζει αυτό τον καιρό. Παράλληλα εξηγεί και τους λόγους που βρέθηκε στο στόχαστρο ακριβώς εξαιτίας της ενασχόλησής του με το θέατρο.
Η ερμηνεία του στην παράσταση «Ένα τριήμερο στην εξοχή», που
παίζεται αυτό τον καιρό στο Ίδρυμα Κακογιάννη, είναι κάτι παραπάνω από
εξαιρετική. Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης μιλάει στο klik για την παράσταση, αλλά και για τις επιθέσεις που δέχτηκε στο πρόσφατο παρελθόν.
Ένα τριήμερο στην εξοχή… Τι μπορεί να συμβεί σε τέσσερις ανθρώπους που συναντιούνται για να περάσουν ένα τριήμερο στην εξοχή;
Πολλά… Πολλά μπορούν να συμβούν σε μία στιγμή, αλλά η συνάντηση αυτή των τεσσάρων προσώπων, των δύο ζευγαριών, στην εξοχή έχει κάποιο λόγο που γίνεται και αυτό και μόνο είναι ικανό να δημιουργήσει την υποψία ότι κάτι πρόκειται να ακολουθήσει. Αυτό που πρόκειται να συμβεί είναι το ξεκαθάρισμα κάποιων λογαριασμών από το παρελθόν. Συγκεκριμένα, ο άνθρωπος τον οποίο υποδύομαι, είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του εξοχικού και καλεί ένα φίλο του με τον οποίο ήτανε φίλοι πριν από 30 χρόνια, όταν ήταν νέοι. Τότε ο ένας ήθελε να γίνει επαναστάτης και να αλλάξει τον κόσμο και ο άλλος να φτιάξει μια οικογένεια, να έχει δηλαδή μία ζωή πολύ καλά ρυθμισμένη. Η εξέλιξη της ζωής τούς κάνει να γίνουν το εντελώς αντίθετο. Αυτός που ήθελε να γίνει επαναστάτης γίνεται ένας συντηρητικός άνθρωπος και ο άλλος που ήθελε να γίνει συντηρητικός γίνεται ένας άνθρωπος επαναστατικός.
Το έργο το έχετε γράψει ο ίδιος. Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα θεατρικό έργο;
Μα έχω γράψει και άλλα… Η εμπλοκή μου με το θέατρο ξεκίνησε αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν οργάνωνα παραστάσεις θεατρικές στο παλιό πανεπιστήμιο στην Πλάκα. Εκεί είχα κάνει την αυλή ένα κανονικό θέατρο. Λειτουργούσα ως παραγωγός και είχαν ανέβει εκεί πολλές και αξιόλογες παραγωγές με πολλούς συντελεστές. Πρώτη παράσταση εκεί ήταν ο «Φάουστ» του Γκαίτε με πρωταγωνιστές τον Φυσσούν, τον μακαρίτη τον Πέππα και τη Δέσποινα Κούρτη, που έκανε τη Μαργαρίτα, μετά ο Δον Ζουάν του Μολιέρου που σκηνοθέτησε ο Νικολαΐδης με τον Πιατά, τον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο και τη Ράνια Οικονομίδου. Ακολουθεί ο «Οθέλλος» του Σαίξπηρ με σκηνοθέτιδα τη Νικαίτη Κοντούρη και πρωταγωνιστή τον Σοφοκλή Πέππα (Οθέλο) και τη Μυρτώ Αλικάκη, Δεισδαιμόνα. Εκεί ανέβηκαν κάπου 8 θεατρικά έργα που είχαν αποκτήσει ένα κοινό που διαρκώς διευρυνόταν. Τότε απλώς οργάνωνα τις παραστάσεις αυτές και ήμουν εκτός σκηνής. Η ενεργός εμπλοκή μου ξεκίνησε στο Μέγαρο Αθηνών με μία σειρά παραστάσεων που ο γενικός τίτλος ήταν «Η φιλοσοφία στη σκηνή» όπου μέσα από τις ιστορίες που έγραφα -οι οποίες μπορούσαν αυτές καθαυτές να προκαλούν το ενδιαφέρον- αναδεικνυόταν η ζωή και η διδασκαλία σημαντικών φιλοσόφων. Ήταν περίπου 14 έργα σε μία περίοδο διάρκειας 7-8 χρόνων.
Τότε όμως δεν βρεθήκατε στο στόχαστρο…
Γιατί δεν είχα αναλάβει διοικητικό ρόλο μέσα στο πανεπιστήμιο. Ο ρόλος που είχα ήταν αφανής. Ήμουν κοσμήτορας στη Φιλοσοφική σχολή. Η ιστορία ξεκινάει όταν έγινα πρύτανης και υπερασπίστηκα πλέον το δημόσιο πανεπιστήμιο. Αυτό, όπως ξέρετε, δημιούργησε αντιδράσεις, γιατί υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν, είτε άδολα είτε για δικούς τους σκοπούς (το κέρδος), να μετατρέψουν τα δημόσια πανεπιστήμια σε ιδιωτικά. Εκεί αντιστάθηκα και γι’ αυτό υπήρξε αυτή η αντίδραση. Λόγω του πολέμου που διεξήγαγα εναντίον του νόμου Διαμαντοπούλου. Ένας άλλος λόγος επίσης που μπήκα στο στόχαστρο της κυβέρνησης και κατ’ επέκταση των ΜΜΕ που την υποστήριζαν, ήταν όταν στις 31 Μαΐου του 2011 οργάνωσα μπροστά στο πανεπιστήμιο μία εκδήλωση εναντίον του μνημονίου. Συγκεντρώθηκαν δεκάδες χιλιάδες κόσμου, είχε συμμετάσχει και ο Θεοδωράκης. Αυτό ήταν αρκετό για να στραφεί και η υπουργός και οι υπουργοί εναντίον μου. Ήταν δηλαδή πράγματα άσχετα με τη δουλειά μου ως καθηγητού ή με την εμπλοκή μου στο θέατρο. Αλλά προκειμένου να με τσαλακώσουν έβγαζαν αυτή την εικόνα. Ευτυχώς δεν είχα σκιές και στην ιδιωτική μου ζωή, γιατί και αυτό θα το εκμεταλλεύονταν.
Πώς νιώθετε τώρα πια που έχετε ουσιαστικά δικαιωθεί και όσον αφορά την ενασχόλησή σας με την υποκριτική, πήρατε ένα βραβείο σε φεστιβάλ ως καλύτερου περφόρμερ, αλλά και ως καθηγητής απολαμβάνετε την εκτίμηση και τον σεβασμό των φοιτητών σας καθώς υπήρξατε εξαιρετικός στο έργο σας…
Ποτέ δεν έκοψα τους δεσμούς μου και με τους ομοτέχνούς μου και με τους φοιτητές και πάντοτε, ακόμη και την εποχή που μου ασκούσαν αυτή τη δριμεία κριτική, οι άνθρωποι αυτοί με έβλεπαν και δεν διεκόπησαν οι δεσμοί μου. Αυτό που είπατε ότι αισθάνομαι δικαιωμένος… Όχι. Έκανα απλώς τη δουλειά μου. Αυτό που πίστευα. Δεν νιώθω καμία πικρία. Στους δημοσιογράφους που στράφηκαν εναντίον μου, πολλές φορές τούς έλεγα «μην κοιτάτε τι γράφουν στις εφημερίδες», κατ’ ιδίαν μου έλεγαν «ξέρεις δεν θέλουμε… αλλά». Το καταλαβαίνω γιατί οι Ρωμαίοι έλεγαν premium vivere, το πρώτο πράγμα είναι να μπορέσουμε να ζήσουμε. Δεν τα έχω με τους δημοσιογράφους. Τα συγκροτήματα τους ανάγκαζαν να συμπεριφέρονται έτσι. Εκείνο που με πίκραινε κάπως ήταν η αμφισβήτηση της διάθεσής μου να ασχοληθώ με το θέατρο. Ναι, να πουν ότι «ξέρεις παίζει στο θέατρο και είναι κακός» να το δεχθώ, γιατί δέχομαι την κριτική, αλλά να πουν «γιατί ασχολείσαι με το θέατρο;». Θεωρούν ότι το θέατρο είναι μια ευτελής διαδικασία; Αυτό με στενοχωρούσε, τη στιγμή μάλιστα που άλλοι καθηγητές πανεπιστημίου στο παρελθόν είχαν ασχοληθεί με το θέατρο. Και ο Βερναδάκης και ο Πολίτης… Απλώς δεν βγήκαν στη σκηνή. Αυτό νομίζω ότι έπρεπε κάποιος να το δει και σαν μια πράξη ηρωισμού, με την έννοια ότι είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι συγγραφέας ή σκηνοθέτης και να μην εμφανίζεσαι ο ίδιος και άλλο να βγάζεις το κορμί σου πάνω και να σε βλέπει ο άλλος.
Στο θεατρικό έργο θίγονται και κάποια κοινωνικά θέματα που έχουν και πολιτικές προεκτάσεις. Ένα από αυτά είναι και η ανεργία. Ο ένας εκ των πρωταγωνιστών ζει με δουλειές του ποδαριού. Η ανεργία αγγίζει τον έναν στους τρεις Έλληνες. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται αυτό το πρόβλημα;
Με ξαφνιάζει που βλέπετε αυτή την κοινωνική διάσταση του έργου… Οτιδήποτε γράφει κανένας έχει μια κοινωνική αντανάκλαση. Μία από τις πτυχές που δεν ήταν στις προτεραιότητές μου είναι πράγματι το θέμα της ανεργίας. Πράγματι ο ένας από τους ήρωες ζει χωρίς να ξέρει την επόμενη μέρα τι θα κάνει.
Ο ίδιος λέει: ακόμα υπάρχει δουλειά…
Και του απαντώ: πώς μπορείς και ζεις έτσι; Παρόλα αυτά, αυτή την κατάσταση τη βιώνουμε στη δική μας κοινωνία. Νομίζω ότι το πρόβλημα δεν θα λυθεί τα προσεχή χρόνια. Δεν είναι ότι πάει μία γενιά χαμένη τώρα – και αυτό είναι το τραγικό. Έχω παιδιά και βλέπω και εγώ πώς είναι τα πράγματα. Έχω τρεις γιους και οι δύο είναι στο εξωτερικό. Ο ένας παραμένει εδώ και επειδή εγώ του επέμενα να μείνει υπάρχει και μια ενοχή από μένα. Είναι ένα πρόβλημα που ζω από κοντά και με τους φοιτητές μου… Γιατί μη νομίζετε ότι δεν πληγώνεται ο δάσκαλος όταν τελειώνει το παιδί το πανεπιστήμιο και ψάχνει απελπισμένα κάπου να δουλέψει. Χωρίς να φταίει, ο δάσκαλος έχει τις ενοχές του. Φοβάμαι λοιπόν ότι η κατάσταση αυτή θα πάει πολλά χρόνια. Δεν ξέρω πότε θα τελειώσει. Δεν είναι μια κατάσταση από την οποία θα βγεις. Είναι μη γίνει το κακό. Μετά για να θεραπευτεί, θέλει πολλές θυσίες και έχει γίνει το κακό.
Επίσης παρατηρούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι περιβάλλονται από μοναξιά και ας βρίσκονται παρέα. Η μοναξιά αυτού του τύπου είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα της εποχής. Πώς οδηγηθήκαμε εκεί;
Υπάρχει μοναξιά που επιδιώκεις ο ίδιος. Λέει ο Πασκάλ ότι μέσα στη μοναξιά του δωματίου σου θα βρεις τον πραγματικό σου εαυτό και όχι έξω στην πολύβουη κίνηση της κοινωνίας. Αυτή η μοναξιά είναι θετική γιατί την επιδιώκεις για να ψάξεις να βρεις τον εαυτό σου. Να μιλήσεις μαζί του. Υπάρχει και η μοναχικότητα, που σου επιβάλλεται. Όταν πια έχει κάποιος το πρόβλημα της επιβίωσης -και όχι της διαβίωσης πλέον- όπου δεν σκέφτεται τον δίπλα του, τον άλλο γύρω του και κοιτάει ο ίδιος τι να κάνει, αυτή η μοναξιά πραγματικά είναι το ύψιστο χαρακτηριστικό της σκληρότητας σε μια κοινωνία παρακμής όπως είναι η δική μας. Αυτή η μοναξιά είναι που σκοτώνει. Αυτή η μοναξιά είναι που υπάρχει στους ήρωες του έργου.
Μπορούμε σε μια τέτοια κοινωνία με όλα αυτά τα προβλήματα να κάνουμε ουσιαστικές σχέσεις; Εμπιστοσύνης, υποστήριξης; Ή μήπως τραβάμε ο καθένας το δρόμο του;
Νομίζω ότι ο άνθρωπος από τη φύση του είναι κοινωνικό ον. Από τη στιγμή που είμαστε δημιουργήματα δύο ανθρώπων που μας γεννούν, ζούμε σε μια κοινωνία εξαρχής. Είμαστε πάντα με κάποιον δίπλα. Από τη φύση του ο άνθρωπος θέλει να έχει σχέση με τους γύρω του. Το κακό είναι ότι αυτές οι σχέσεις δεν ευοδώνονται. Αυτή είναι η τραγικότητα. Δηλαδή το να είναι στη φύση μας να ζούμε μόνοι ο ένας από τον άλλο. Αλλά το γεγονός ότι επιδιώκεις να είσαι κοντά στον άλλο και δεν είσαι, όχι γιατί δεν θέλει ο άλλος, αλλά γιατί οι συνθήκες της κρίσης δεν αφήνουν, είναι πραγματικά τραγικό.
Θα σταθώ και στις σχέσεις των ζευγαριών… Στο ένα ζευγάρι στο έργο ζουν αποξενωμένοι ο ένας από τον άλλο και δεν επικοινωνούν ουσιαστικά αλλά τυπικά. Τελικά τι μας ανάγκασε να αφήσουμε στο περιθώριο την προσωπική μας ζωή;
Υπάρχει μια βασική αρχή που διατύπωσε ο Έγελος και διατήρησε μετά ο Μαρξ. Λένε ότι η ποσότητα όσο αυξάνεται κάποια στιγμή δημιουργεί και την ποιότητα. Όταν κάτι σιγά-σιγά μεγαλώνει, μετά δημιουργεί και μια κατάσταση ανυπόφορη. Για παράδειγμα, φανταστείτε ένα λαό που καταπιέζεται. Στην αρχή δεν αντιδρά. Θα πιέζεται λίγο παραπάνω, λίγο παραπάνω και τελικά φτάνει η στιγμή της έκρηξης και της επανάστασης. Αυτό που γίνεται με αυτό το ζευγάρι που πέφτει στη ρουτίνα είναι αυτό. Στην αρχή βολεύονται, περνούν καλά, έχει τη δουλειά του αυτός, έχουν τα παιδιά τους αλλά σιγά-σιγά αυτό είναι η καταδίκη τους: να συμβιβαστούν σε μια ζωή η οποία είναι και η καταστροφή τους. Λέω ότι στην καταστροφή οδηγείται κανένας είτε με την καταπίεση είτε με το συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός είναι φοβερός διότι είναι κάτι που συμμετέχεις σε αυτό. Γι’ αυτό υπάρχει και απαξίωση στο συμβιβασμό. Όταν λέμε «αυτός συμβιβάστηκε», το λέμε απαξιωτικά. Όταν όμως λέμε αυτός καταστράφηκε επειδή καταπιέστηκε, υπάρχει συμπάθεια. Το μεν ένα ζευγάρι που συμβιβάζεται δημιουργεί μια απαξίωση, ενώ το άλλο που καταστρέφεται επειδή οι συνθήκες το οδηγούν σε αυτό, μας προκαλεί τη συμπάθεια…
Υπάρχει δράση ανάμεσά τους…
Ακριβώς αυτό είναι. Μες την καταπίεση υπάρχει η διάθεση να αντιδράσεις, ενώ στο συμβιβασμό όχι. Γι’ αυτό και αυτό το ζευγάρι, δηλαδή εγώ και η Παππά, είναι σαν να βυθίζεται σε μια σιωπή.
Πληροφορίες «Ένα τριήμερο στην Εξοχή μαζί» του Θεοδόση Πελεγρίνη. Σκηνοθεσία- Σχεδιασμός φωτισμού: Γιώργος Μανιώτης. Φωτογραφία: Βαγγέλης Ρασσιάς. Χειρισμός κονσόλας φώτων-ήχου: Ιωάννα Κόλλια. Βοηθός Σκηνοθέτη: Έλενα Αγγελοπούλου. Σχεδιασμός Αφίσας: Δημήτρης Αρβανίτης. Σχεδιασμός Προγράμματος: Εκδόσεις Άπαρσις. Παραγωγή: ΕΝΑΣΤΡΟΣ. Παίζουν: Αθηνά Παππά, Θεοδόσης Πελεγρίνης, Γιάννης Στεφόπουλος, Έλενα Αγγελοπούλου. Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ρασσιάς. Παραστάσεις: κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00, έως 26 Μαΐου 2015. Διάρκεια παράστασης: 130 λεπτά (με το διάλειμμα). Χώρος: Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Αίθουσα 1, ισογείου, Πειραιώς 206, Ταύρος, Αθήνα, τηλ.: 210 3418550, 210 3418579. Τιμές εισιτηρίων: 12€ κανονικό, 8€ μειωμένο.