Στα άδυτα-αποδυτήρια του Ολυμπιακού
Όταν οι ποδοσφαιριστές ήταν λαϊκοί ήρωες αντί για σταρ, το ΚΛΙΚ τους φωτογράφιζε στα ενδότερα του γηπέδου. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από το αρχείο.
Το ποδόσφαιρο είναι ταυτόχρονα το πιο λαϊκό, το πιο κερδοφόρο αλλά και το πιο δυσφημισμένο άθλημα στον τόπο μας. Ιδιαίτερα μετά την πτώση της χούντας, θεωρήθηκε, από διάφορους, σαν μίασμα στο χώρο του αθλητισμού μιας και η χούντα το είχε χρησιμοποιήσει για τον αποπροσανατολισμό των μαζών. Το παραμύθι είναι παλιό, το είχανε διδάξει στη Λατινική Αμερική. Όμως τα τελευταία χρόνια αρκετοί λατινοαμερικάνοι διανοούμενοι (και δη προοδευτικοί) αποκαταστήσανε τα πράγματα πλέκοντας το εγκώμιο του ποδοσφαίρου. Βέβαια, για όσους έχουν μνήμη, ο κλασικός αθλητισμός ήταν η αιχμή του δόρατος της χουντικής προπαγάνδας. Ποιος δε θυμάται τη διαφήμιση των διαφόρων ρεκόρ των Παπανικολάου, Τζωρτζή, Παπαγεωργόπουλου, Κοντοσώρου, Παπαδημητρίου, που ήταν το κύριο θέμα των εφημερίδων τότε; Τις «γιγαντομαχίες» Παπανικολάου-Νόρντβινγκ; Την αναζητούμενη με φανατισμό κυριαρχία στα Βαλκάνια; Βέβαια, τα πράγματα αποκαταστάθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, όπου οι σοσιαλιστές υπουργοί βλέπονται μεταξύ τους πιο συχνά στις εξέδρες του Ολυμπιακού Σταδίου παρά στο υπουργικό Συμβούλιο. Και καλά κάνουν. Αξιοπρεπέστερη και πιο αποδεκτή μια φωτογραφία σ’ έναν αθλητικό χώρο με 50.000 ανθρώπους μαζί, παρά μια άλλη, με αμήχανα χαμόγελα, σε κοσμικές συγκεντρώσεις. Και το θέαμα και το σασπένς του ποδοσφαίρου είναι πιο ενδιαφέροντα, ίσως, απ’ αυτό που προσφέρουν διάφοροι διαμαρτυρόμενοι (για τις αμοιβές των ποδοφαιριστών) καλλιτέχνες. Στο χώρο του θεάματος, υπάρχει και ένας αμείλικτος κανόνας. Να γεμίζεις την αίθουσα. Οι θεατές ξέρουν να κρίνουν. Και τιμωρούν το κακό θέαμα. Και στο ποδόσφαιρο ακόμη πιο πολύ. Πόσα ματς έγιναν φέτος με άδειες κερκίδες^ Όσο για το περίφημο πια, χαμηλό, «ποδοσφαιρικό» επίπεδο των ανθρώπων της μπάλας, τι να πει κανείς; Εφημερίδες στις «σοβαρές» στήλες τους το καυτηριάζουν, και στο τέλος διαθέτουν οχτασέλιδα ποδοσφαιρικά για να πουλήσουν. Ή μήπως οι μη ποδοσφαιρόφιλοι νεαροί των 2Θ-25 ετών χειρίζονται καλύτερα την ελληνική γλώσσα απ’ τους ποδοσφαιριστές; ‘Η μήπως πάλι φταίει ο Αναστόπουλος όταν δεν μπορεί ν’ απαντήσει στη φοβερή δημοσιογραφική ατάκα. «Πώς έβαλες αυτό το γκολ;». Με τα πόδια, ρε. Μέσα σ’ ένα κλίμα αδιαφορίας, που κυριαρχεί τελευταία, όπου και ο πολιτικός αγώνας μοιάζει πολλές φορές σικέ (και ως γνωστόν τότε οι θεατές είτε φεύγουν είτε γιουχάρουν) το ποδόσφαιρο παρουσιάζεται αρκετά ενδιαφέρον. Και οι καλλιτέχνες που έχουν τα ονόματα Αναστόπουλος, Ζάετς, Χατζηπαναγής, Σαραβάκος, Μητρόπουλος, μας προσφέρουν συγκινήσεις αλλά και θέμα συζήτησης. Ο Ολυμπιακός ή θρύλος είναι η ομάδα με τους περισσότερους φιλάθλους. Για πολλούς είναι το πιο μακρόβιο λαϊκίστικο φαινόμενο του τόπου μας. Απ’ ό,τι φαίνεται θα είναι και ο φετινός Πρωταθλητής. Πήγαμε στου Ρέντη για να παρακολουθήσουμε την άγνωστη ζωή και τις πρόβες των πρωταγωνιστών της Κυριακής. Π.Κ

Οι προβολείς των γηπέδων σπάνια ανάβουν τις Κυριακές.
Οι παραστάσεις δίνονται νωρίς το απόγευμα, με το φως της μέρας.
Και μάλλον είναι αυτό το φως που ταιριάζει στους 22 πρωταγωνιστές.
Λαϊκοί ήρωες που το κοινό τους δεν τους επιτρέπει να είναι σταρ.
Με στόχο να γνωρίσουμε το «καθημερινό» πρόσωπο του ποδοσφαίρου μας, βρεθήκαμε μια καθημερινή Τετάρτη στου Ρέντη. Αναζητήσαμε την άλλη διάσταση, την άλλη πραγματικότητα στο ρυθμό των προπονήσεων. Ξεναγός μας ο κύριος Παναγούλιας. Φιλικός, πρόθυμος, αναλαμβάνει να λύσει τις απορίες, να διευκολύνει τις κινήσεις μας.
Τριγυρισμένες από εργοστάσια και φτωχόσπιτα, οι εγκαταστάσεις είναι φτωχικές οι ίδιες. Δεν αρμόζουν στον Ολυμπιακό, την ομάδα των εφοπλιστών, ταιριάζουν στο ποδόσφαιρο, το κατεξοχήν λαϊκό σπορ. Οι χώροι είναι μικροί, εφοδιασμένοι μόλις με τα απαραίτητα: το γραφείο του προπονητή, η αίθουσα διδασκαλίας ερυθρόλευκη, το γραφείο του γυμναστή Μπασιούκα, και ένα δωμάτιο με ένα τραπέζι και δυο καρέκλες για κοινή χρήση. Στο βάθος, τα αποδυτήρια, άδυτο των αντρών και του ποδοσφαίρου. Δε είμαι ούτε άντρας, ούτε ποδοσφαιριστής. Το κατάστημα κερνάει καφέ, λιόσπορους και πασατέμπο. Καταλαμβάνω τη μια από τις δυο καρέκλες και περιμένω. Οι παίκτες ξεπροβάλλουν από την απαγορευμένη ζώνη ένας- ένας. Η παρουσία μου δημιουργεί ερωτηματικά και αμηχανία. Κάποιες συζητήσεις για ταινίες «πονηρές» σταματούν απότομα για να στραφούν σε πιο ανώδυνα θέματα, όπως αυτοκίνητα και βίντεο. Κυκλοφορεί η φήμη, και δε μου κάνει εντύπωση, ότι είμαι από το Ρομάντσο. Η εμφάνιση και η στάση του κύριου Παναγούλια, παράλληλα με τις δικές μου εξηγήσεις, βάζουν τελικά τα πράγματα στη θέση τους.

Το κρύο στο γήπεδο είναι αφόρητο, οι «ηρωικοί οπαδοί» πίσω απ’ τα κάγκελα λιγοστοί, η ώρα κοντεύει τρεις. Η προπόνηση αρχίζει. Το διπλό θυμίζει μπάλα στη γειτονιά, το πάθος για τη νίκη, παιχνίδι. Εδώ τα νεύρα κι οι φωνές (βγήκε-δε βγήκε, φάουλ-ποιο φάουλ) ακούγονται παιδικά, τα γκολ δεν αντηχούν, μπαίνουν ήσυχα και οι τερματοφύλακες φωνάζουν μπράβο καθώς τα τρώνε. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως τα διαβάζουμε καθημερινά στις αθλητικές στήλες των εφημερίδων. Και βέβαια, ένας καβγάς ή ένα δυνατό φάουλ αποκτάει νέες, μεγαλύτερες διαστάσεις όταν γίνεται τίτλος οκτάστηλος, όταν απομονώνεται από το αληθινό του πλαίσιο.
Αν θέλετε να ξέρετε πώς πραγματικά είναι, φέρτε στο νου σας το σχολείο. Οι ομοιότητες είναι φανερές, οι αναλογίες προκύπτουν αβίαστα. Η ίδια εύθυμη ρουτίνα, η ίδια αμεσότητα και άνεση της καθημερινής επαφής, η ίδια προσπάθεια για την επίδοση-απόδοση, το ίδιο άγχος για τις εξετάσεις-αγώνες. Οι παίκτες μιλούν στον προπονητή στον πληθυντικό, όμως με το μικρό του όνομα, «Κύριε Αλκέτα». Το καθημερινό πρόσωπο που ζητούσαμε μας προέκυψε μάλλον αθώο και γελαστό. Οι λαϊκοί ήρωες, παιδιά. Παρεξηγημένα παιδιά που το ξέρουν. Που το ταλέντο τους είναι αρκετό για να τα αγαπούν όχι όμως και να τα σέβονται.
– Ο κόσμος είναι σκληρός;
– Πολύ.

Η αναγνώριση έρχεται δύσκολα μα χάνεται εύκολα. Η αξία δοκιμάζεται κάθε Κυριακή. Το μέλλον υπόσχεται μοναξιά και αβεβαιότητα. Οι άνθρωποι αυτοί στέκουν στη μέση. Ανάμεσα στους οπαδούς και τους παράγοντες, ανάμεσα στην ιδέα της ομάδας και την ΠΑΕ, ανάμεσα σ’ αυτά που βλέπουμε και σ’ εκείνα που μαθαίνουμε.
Το ποδόσφαιρο είναι ρομαντικό. Την εποχή μας τη λέμε κυνική. Οι παίκτες καλούνται να γεφυρώσουν το κενό, να συγκεράσουν τα αντίθετα. Στη διανομή τους έπεσε ο δύσκολος ρόλος, ο πρώτος.
Κι όπως εμείς, οι «αγνοί» φίλαθλοι της κερκίδας, γίναμε καχύποπτοι, όπως εμείς, οι πιστοί της ομάδας, μιλάμε για παρασκήνια, στημένα ματς και πουλημένους παίκτες, έτσι κι αυτοί, τα ταλέντα της γειτονιάς και του χωριού, γίναν «επαγγελματίες». Παίζουν για τη φανέλα και για το πριμ, δένονται με την ομάδα, όμως την αλλάζουν. Γυρίζουμε στο οίκημα.

Στην είσοδο οι παίκτες βγάζουν τα παπούτσια τους και τ’ ακουμπούν σ’ ένα τραπέζι που βρίσκεται απ’ έξω ακριβώς γι’ αυτό το λόγο. Μου μένει η εικόνα του μεγάλου τραπεζιού φορτωμένου λασπωμένα ποδοσφαιρικά παπούτσια. Τα πρόσωπα είναι ξαναμμένα απ’ το παιχνίδι, πιθανόν και το κρύο, το μικρό δωμάτιο γεμίζει φωνές και πειράγματα. Πίνουμε τσάι με κανέλλα, ζάχαρη και μέλι που το σερβίρουν με μπρίκι από μια μεγάλη κατσαρόλα. Σιγά-σιγά η ένταση υποχωρεί. Για λίγο εξαφανίζονται όλοι κι ύστερα εμφανίζονται πάλι τυλιγμένοι σε μπουρνούζια και πετσέτες, σαν διαφήμιση για σαμπουάν. Κινούνται ελεύθερα σ’ ένα χώρο δικό τους, καθαρά αντρικό, που με κάνει να νιώθω παρείσακτη και να προσέχω το βλέμμα μου. Ετοιμάζονται. Ξυρίζονται, ντύνονται, παίρνουν σειρά για να στεγνώσουν τα μαλλιά τους – μην το βάλλεις αυτό, έτσι κι αλλιώς μας βγαίνει τ’ όνομα.

Πηγαινοέρχονται στο γραφείο του κυρίου Μπασιούκα να πάρουν εισιτήρια για τον αγώνα της Κυριακής, χασομερούν από δω κι από κει, συζητούν, αστειεύονται. Οι χαρακτήρες διακρίνονται, οι ρόλοι προβάλλονται στη συμπεριφορά, στους τρόπους τους. Ο Μητρόπουλος άνετος, με αίσθημα υπεροχής, δε δείχνει να έχει πολλά πολλά με τους υπόλοιπους. Ο Αναστόπουλος, εν γένει σεμνός και μαζεμένος μπροστά σε τρίτους, αποδεικνύεται πειραχτήρι στην προπόνηση και τ’ αποδυτήρια. Ο Μίχος είναι αρχηγός. Ο Κωστίκος σοβαρός και αξιοπρεπής. Ο Αλεξίου, το καλό παιδί. Ο Βαΐτσης πολύ παιδί. Ο Ζελελίδης με μόνιμο χαμόγελο κι ο Σκούνας αραχτός. Ο Κοκκολάκης αποτελεί στόχο αμέτρητων πειραγμάτων από όλους, κυρίως όμως από τον Αναστόπουλο.

Η προπόνηση τελείωσε. Το προαύλιο αδειάζει από τ’ αυτοκίνητα, οι παίκτες φεύγουν. Σπίτι περιμένουν τα βίντεο να συμπληρώσουν τη μέρα, να γεμίσουν τις άδειες βραδιές τους. Η διοίκηση και ο προπονητής επαγρυπνούν στο τηλέφωνο… Την άλλη μέρα η εικόνα είναι πια γνώριμη, η διαδικασία η ίδια. Η προπόνηση, ακόμη και στα δικά μου μάτια, εμφανίζει σημεία ρουτίνας, επανάληψης. Ο κύριος Παναγούλιας σήμερα έχει γρίππη και παρακολουθεί από μακριά. Προσέχω τις ενέργειες των παικτών, πολύ πιο ελεύθερες, τις φάσεις πιο θεαματικές και γρήγορες από εκείνες του επίσημου αγώνα και συνειδητοποιώ πόσο τα «τυχερά» γκολ, τα τυχερά αποτελέσματα δεν είναι εν τέλει και τόσο τυχερά. Βλέπω τον Αναστόπουλο να επιχειρεί το ένα ανάποδο ψαλίδι πίσω απ’ τ’ άλλο και σκέφτομαι πόσο άδικο είναι αυτό το «δεν το ’θελε» ο παίκτης που λέμε πολλές φορές, πόσο υποτιμάει την προσπάθειά του κάθε μέρα, για χρόνια ολόκληρα.
Η ζωή αυτών των ανθρώπων μετριέται με τις Κυριακές, ο κόπος τους με τον ιδρώτα στον αγώνα. Τη Δευτέρα γυρίζουμε στις δουλειές και στα σπίτια μας, τους ξεχνάμε. Τους αντιμετωπίζουμε σαν τυχερούς, προικισμένους με ένα ταλέντο που τους εξασφαλίζει «εύκολα» λεφτά. Ζηλεύουμε τόσο το ταλέντο όσο και τα «εύκολα» λεφτά αδιαφορώντας για τη μονότονη και πειθαρχημένη ζωή τους. Κι όταν δηλώσουμε πόσο βαριά είναι η φανέλα του Ολυμπιακού, δε σταματάμε να ψάξουμε τι κρύβεται από πίσω, ποιο ακριβώς είναι αυτό το βάρος.
– Ποια εικόνα νομίζετε ότι έχει ο κόσμος για σας;
– Ο κόσμος δεν μας ξέρει. Δε θέλουν να μιλήσουν. Διστάζουν μπρος σε ερωτήσεις ανώδυνες, είναι καχύποπτοι, προσεκτικοί. Οι απαιτήσεις των χιλιάδων οπαδών λογοκρίνουν τις απαντήσεις τους, η εν γένει στάση του τύπου τους κάνει επιφυλακτικούς.
– Ποια είναι η μεγαλύτερη φιλοδοξία ενός ποδοσφαιριστή;
– Να αφήσει όνομα.
– Είστε προληπτικοί;
– Το 90%.
– Είσαστε ασφαλισμένοι;
– Μας έχει ασφαλίσει ο Ολυμπιακός. Οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές δεν είναι.
– Φοβόσαστε τους τραυματισμούς;
– Όποιος φοβάται δεν παίζει μπάλα, παίζει τένις με το διχτάκι στη μέση.
– Η Τούμπα γιατί είναι τόσο φοβερή;
– Γιατί είναι έδρα. Αν παίζαμε κι εμείς στο Καραϊσκάκη το ίδιο θα ήτανε.
– Τους αθλητικογράφους τους εμπιστεύεστε;
– Άσε καλύτερα. Λες κάτι και μετά ασχολούνται διαρκώς μαζί σου.
– Πόσα απ’ αυτά που συμβαίνουν στον αγωνιστικό χώρο φτάνουν στην κερκίδα;
– Λίγα. Ο κόσμος δεν μπορεί να μπει εκείνη τη στιγμή στην ψυχολογία του παίκτη.
– Αυτά που μαθαίνουμε για ψυχολογικό πόλεμο στη διάρκεια του παιχνιδιού, για βρι σιές και προκλήσεις, είναι αλήθεια;
– Συμβαίνουν, αλλά όχι συχνά.
– Σας κατηγορούν ότι μιλάτε με το «βασικά» και το «οπωσδήποτε».
– Είναι ο φακός. Και μορφωμένος άνθρωπος να βγει στην τηλεόραση, θα τα χάσει. Ύστερα είναι και οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων, «πώς απόκρουσες το πέναλτι;» έγινε και το «απόκρουσα» τώρα γιατί και πώς, τι να λέμε.
– Αφιερώνετε, στο κορίτσι σας ας πούμε, κάποιες καλές ενέργειες, όπως οι καλλιτέχνες τα έργα τους;
– Όταν είσαι μικρός, ναι. Όχι τώρα πια.
Τους αποχαιρετώ. Φεύγοντας μου ζητούν οι φωτογραφίες που θα μπουν στο περιοδικό να είναι σεμνές. Τους το υπόσχομαι.

ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΚΕΤΑ ΠΑΝΑΓΟΥΛΙΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑ, ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ.
ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ.
Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται για το πώς και γιατί, προπονείται ο ποδοσφαιριστής. Αυτό που βλέπει ο κόσμος είναι αν κουράστηκαν οι παίκτες ή όχι.
Αν ο κόσμος ήξερε πόσο σημαντικό είναι το ότι ερχόμαστε εδώ να προπονηθούμε, οπωσδήποτε θα άλλαζε και η νοοτροπία του μέσα στο παιχνίδι.
Ακόμη και προπονητές στην Ελλάδα δεν ξέρουν τι είναι προπόνηση.
Εμείς λέμε ότι προπονούμεθα για να αποκτήσουμε φυσική κατάσταση, τεχνική του αθλήματος και τακτική για τους αγώνες. Ομπρέλα όλης αυτής της κατάστασης είναι η ψυχολογική προπαρασκευή.
Χωρίζονται οι παίκτες σε αθλητές προπονήσεων και σε αθλητές αγώνων.
Γιατί ξέρεις ότι ο Γιωργάκης, ναι μεν όλη την εβδομάδα δουλεύει καλά, αλλά στον αγώνα της Κυριακής, μόλις μπει στο γήπεδο, κάτι ο κόσμος, κάτι η ψυχολογία του, δε θα σου αποδώσει.
Εγώ θα το παραλλήλιζα με τον κινηματογράφο, το θέατρο. Ο φακός, το stage fright (σκηνικός φόβος). Η Βουγιουκλάκη βγήκε και είναι η Βουγιουκλάκη. Ίσως να μην προπονείται κιόλας η Βουγιουκλάκη.
Κάθε άσκηση που πετάς πρέπει να ξέρεις σε τι αποβλέπει. Άρα, ο προπονητής πρέπει να έχει γνώσεις Ανατομίας, Βιολογίας, Βιοχημείας που λένε τώρα. Από την άλλη μεριά θα πρέπει να είναι και ένας κάπως μορφωμένος άνθρωπος, να ξέρει ότι μιλάει σε ανθρώπους πάνω απ’ όλα. Για μένα η νίκη ή η ήττα μιας συνάντησης αρχίζει από το κεφάλι και όχι από τα πόδια. Άρα το όποιος δεν έχει μυαλό έχει ποδάρια δεν κολλάει εδώ.
Σ’ έναν αγώνα Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού έρχονται αντιμέτωπες όχι μόνο δυο ομάδες, αλλά δυο κοινωνίες ανθρώπων με διαφορετικές τοποθετήσεις. Στην Κύπρο, όταν πας να δεις ΑΠΟΕΛ-Ομόνοια, βλέπεις τη δεξιά με την αριστερά. Εκεί είναι σαν να πρόκειται για εκλογές. Η νίκη έχει άλλη διάσταση.
Το πράγμα πάει πια στην αρχαία εποχή. Εμείς είμασταν ο πολιτισμός που επιδεικνύαμε το σώμα μας και το πνεύμα μας. Έπειτα ήρθε ο Ιουδαϊσμός, η άλλη θρησκεία. Ντυθείτε, πίσω, σεμνότης, θεοκρατία.
Εγώ θεωρώ τον αθλητή σαν μια έκφραση του σύγχρονου ιππότη. Πώς ήτανε ο ιππότης του Μεσαίωνα, έτσι πρέπει να είναι σήμερα ο αθλητής, άμεμπτος.
Επειδή είμαι κατά κάποιον τρόπο και μορφωμένος άνθρωπος και έχω γνωρίσει τόσο κόσμο, σου λέω ότι έχω δει τους ποδοσφαιριστές να είναι πολύ πιο ώριμοι από πολλούς ώριμους, και σε ηλικία και σε μόρφωση, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.
Καλύπτονται πίσω από το μανδύα του εκπροσώπου της ιντελιγκέντσιας του τόπου και σου λένε μιλάς σαν ποδοσφαιριστής ή δρας σαν ποδοσφαιριστής.
Έτσι κι έρθεις σε άμεση ρήξη με ποδοσφαιριστή, θα πρέπει απαραιτήτως να είσαι ο νικητής. Αλλιώς πρέπει να φύγεις.
Υπ’ αυτήν την έννοια η σχέση προπονητή και παικτών είναι σχέση απολύτου δικτατορίας.
Δημοκρατικότατος μπορείς να είσαι στις σχέσεις σου, αλλά πρέπει να ξέρουν οι δημοκράτες αυτοί ότι ένας αποφασίζει.
Δεν προπονούμαστε για την προπόνηση. Προπονούμαστε για το συγκεκριμένο αγώνα. Δηλαδή δεν ερχόμαστε την Τρίτη εδώ και λέμε, ωραία, τι μέρα είναι σήμερα, Τρίτη. Άντε ας τρέξουμε 5 χιλιόμετρα, άντε ας τρέξουμε και 200 μέτρα ταχύτητα, άντε ας παίξουμε κι ένα διπλό. Όλα αυτά πρέπει να έχουνε ίσον, να έχουν γιατί.
– Γιατί τα κάνεις αυτά;
Τώρα μου θυμίζεις αυτό που λέμε για τους κριτικούς του κινηματογράφου. Ότι είναι αποτυχημένοι ηθοποιοί ή αποτυχημένοι σεναριογράφοι ή σκηνοθέτες. Το ίδιο είναι οι φίλαθλοι. Είναι αποτυχημένοι προπονητές όλοι.
Οι Άγγλοι έχουνε μία λέξη που τη θεωρούνε βασική αρχή. Improvisation λένε. Εμείς το μεταφράζουμε αυτοσχεδιασμό. Εκεί δεν ξεχωρίζει και ένας μεγάλος ηθοποιός; Ξεχνάει τις γραμμές του, δεν ακούει τον υποβολέα. Αντί να χαλάσει όλο το έργο και να το κάνει μούσκεμα, πετάει κάτι άλλο και βγαίνουν την άλλη μέρα και τον εκθειάζουν τύπος και κόσμος.
Ο αυτοσχεδιασμός όχι μόνο δε φρενάρεται από τον προπονητή, αλλά διδάσκεται. Παίζουμε αυτά τα μικρά διπλά με τις μικρές εστίες στην προπόνηση ώστε να επαναλαμβάνονται πολλές φάσεις και να βλέπεις πόσες επιλογές έχει και μπορεί να κάνει ο παίκτης υπό πίεση.
Τους λέω, ακούστε να δείτε. Πάρτε ένα μεγάλο ηθοποιό, ένα μεγάλο μουσικό, πάρτε όποιον νομίζετε, αν ξέρετε κανένα μεγάλο. Ξέρει αυτός ο μεγάλος μουσικός ότι σε έξι μήνες, στις 8 Ιουλίου, στο Κόρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης θα παίξει Μότσαρτ. Τον βλέπεις 8 ώρες την ημέρα και παίζει το ίδιο ακριβώς κομμάτι. Θυμάμαι κάτι παλιές γειτονιές στη Σαλονίκη που παίζαν τα παιδιά πιάνο και έλεγα, μα τόσο τούβλα είναι ρε παιδί μου, ένα χρόνο το ίδιο πράγμα. Εσείς είστε τυχεροί. Διότι δεν κάνετε το ίδιο πράγμα. Διότι όπως λέμε εμείς, ποτέ μια φάση δεν επαναλαμβάνετια ακριβώς η ίδια στο ποδόσφαιρο. ΓΓ αυτό είναι τόσο θεαματικό και τόσο συναρπαστικό το ποδόσφαιρο. Όλα τ’ άλλα σπορ έχουν κάποια τυποποιημένη έκφραση, κυρίως τ’ αμερικάνικα.
Αυτό ήταν κι ένα πρόβλημα που είχα με τους φίλους μου τους Αμερικάνους όταν ήμουν προπονητής στην εθνική ομάδα. Ότι προσπαθούν να κάνουν το ποδόσφαιρο αμερικάνικο, γι’ αυτό και δεν πιάνει Στατιστική, τόσο, έτσι, αριθμοί. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στο ποδόσφαιρο.

Στην Ελλάδα την έννοια της πειθαρχίας την έχουμε με την αρνητική πλευρά, το μη, το δεν, το όχι, το δεν πρέπει. Πειθαρχία για μένα είναι η θετική πλευρά, ότι κάνε αυτό, αυτό που δείχνω εγώ, ο ηγέτης υποτίθεται.
Είναι πολύ μεγάλη απόφαση για έναν προπονητή το ποια ενδεκάδα θα κατεβάσει. Δεν εξαρτάται μόνο ένα άτομο από τη δική μου την απόφαση, ολόκληρος λαός εξαρτάται. Ακόμα το απόγευμα 70.000 κόσμου εκεί και ίσως εκατομμυρίων άλλων. Κι επειδή έχω ζήσει στο εξωτερικό, ξέρω πόσοι φίλαθλοι του Ολυμπιακού ζούνε στον κόσμο, έξω. Ξέρω ότι την ίδια στιγμή που ακούει ο Λαρισαίος, ο Αθηναίος, ο Σαλονικιός το ραδιόφωνο, το ακούει κι ο άλλος απ’ τη Μελβούρνη, από το Σίδνεϊ, απ’ τη Νέα Υόρκη, από τη Γερμανία ο εργάτης, από παντού.
Δεν είναι μόνο η ηθική μείωση του παίκτη που μένει όχι απλά εκτός ενδεκάδας, αλλά εκτός δεκαεξάδας. Ούτε που θα ξεντυθεί. Κι αναρωτιέται ίσως ο φίλαθλος, ο ίδιος ο παίκτης, και συ σαν προπονητής, τότε τι έτρεχε έξι μέρες εδώ και σκοτωνόταν. Κι όμως, θα κάτσει στην κερκίδα και την άλλη εβδομάδα θα πρέπει να γίνει καλύτερος για να φάει τη θέση κάποιου άλλου. Αυτή είναι η ζωή. The survival of the fittest. H επιβίωση του δυνατότερου. Εδώ, έχει πλήρη εφαρμογή αυτή η Δαρβίνειος θεωρία. Gladiators (μονομάχοι) είναι αυτοί.
Πρώτα πρώτα, επειδή υπήρξα ποδοσφαιριστής, ξέρω το πώς και το πότε θα μιλήσω στον παίκτη. Υπάρχουν, σε διαβεβαιώ, ποδοσφαιριστές που ένα άει σιχτίρ να τους πεις, τους έχασες για όλη τη χρονιά. Και υπάρχουν ποδοσφαιριστές που αν δεν τους πεις Παναγίες και Χριστούς, δεν καταλαβαίνουν ότι πραγματικά ενδιαφέρεσαι γι’ αυτούς.
Γι αυτό κι εγώ όταν ακούω πολιτικά ή καλλιτεχνικά κουτσομπολιά γελάω. Γιατί ξέρω από το ποδόσφαιρο ότι ούτε ένα 5% δεν είναι αλήθεια. Υπάρχουν παίκτες που χάνονται, δε θα λεγα όχι. Αλλά αυτό δε γίνεται με την έννοια που διαδίδεται στον κόσμο. Δε γίνονται πια αυτά τα πράγματα. Έχω ένα παράδειγμα πρόσφατο να σας πω. Φέραμε φέτος έναν Καναδό 21 ετών, τον Βράμπλιτς. Ελληνικά, ούτε λέξη. Κι όμως με τα δυο τρία σπασμένα αγγλικά που ξέρουνε μερικοί και τάβλι του μάθανε, και παρέα κάνουνε, και πιγκ-πογκ παίζουν μαζί. Μιλάω για το ξενοδοχείο, γιατί στο γήπεδο η γλώσσα είναι πια διεθνής. Τα δώσε, πάρε, έλα, φύγε, τα ξέρουνε όλοι.
Να σου πω κι ένα άλλο πράγμα. Ο ποδοσφαιριστής είναι το υγιέστερο κύτταρο αυτού του οργανισμού που λέγεται ποδόσφαιρο. Ακόμα κι από το κράτος, που επιβλέπει και μαζεύει τα λεφτά.
Το κράτος είναι ο νταβατζής του ποδοσφαίρου μας. Διότι δεν είναι δυνατόν ο Ολυμπιακός κι η Προοδευτική να έχουν το ίδιο εισιτήριο. Δική μου είναι η ομάδα, εγώ βάζω τα λεφτά, άσε με να κάνω κουμάντο. Μπορεί μεθαύριο να καλέσω την Εθνική Αργεντινής και να πω είσοδος δωρεάν, προσφορά στον κόσμο. Αφήνω πόσα βγάζει απ’ το ΠΡΟ-ΠΟ.
Έρχονται εδώ πολλοί ξένοι προπονητές και λένε θα κάνω τον Ολυμπιακό Λίβερπουλ. Δεν μπορείς να τον κάνεις ποτέ τον Ολυμπιακό, Λίβερπουλ, διότι τον Αναστόπουλο δεν μπορείς να τον κάνεις ποτέ Ρας.
Ο Άγγλος έχει μάθει να ζει, να μιλάει, να συναναστρέφεται με μία φλεγματικότητα. Τέτοιο είναι και το παιχνίδι του, το fair play. Ναι μεν θα παίξει σκληρά, γερά, αλλά δε διανοείται ο Άγγλος να σου σπάσει το πόδι.
Όχι οι Μεσογειακοί λαοί. Είναι η ιδιοσυγκρασία μας, η ιστορία μας, της αρχαίας Ρώμης και της κλασικής Ελλάδας. Γεμάτη δολοφονίες, δολοπλοκίες, αρχαίες τραγωδίες. Αυτό εκφράζεται και στο παιχνίδι μας. Γιατί να είμαστε διαφορετικοί δηλαδή έξω, όταν οδηγούμε το αυτοκίνητό μας και να είμαστε κύριοι όταν βάζουμε τα παντελόνια και είμαστε αθλητές. Το ίδιο θα είμαστε, Έλληνες.

Σάββατο βράδυ. 21ο χιλιόμετρο εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Ξενοδοχείο Ουράνιο Τόξο. Μικρό ξενοδοχείο, οικογενειακό. Οι ξένοι πελάτες ανύπαρκτοι, εμείς κι εμείς. Κάποιοι γνωστοί και φίλοι περνούν κάθε τόσο να πάρουν εισιτήρια για το αυριανό ματς, να πουν έναν τελευταίο καλό λόγο. Οι παίκτες παίζουν τάβλι, πιγκ-πογκ. Οι περισσότεροι παρακολουθούν βίντεο από περασμένους αγώνες. Πειράγματα – πού έβοσκες σ’ αυτή τη φάση ρε Σκούνα – σχόλια, παρατηρήσεις ακόμη και νεύρα για τις τότε αποφάσεις του διαιτητή. Ο κύριος Μπασιούκας μιλάει για τα τρωτά του ελληνικού ποδοσφαίρου, για τους παίκτες μας που είναι ανώτεροι σε τεχνική αλλά υστερούν σε δύναμη. Δε θέλουν να κάνουν βάρη, τους φαίνονται βαρετά, δεν καταλαβαίνουν τη σημασία τους. Από παιδιά μαθαίνουν το ποδόσφαιρο σε μικρούς χώρους, όπου η ανάγκη της φυσικής κατάστασης και της ταχύτητας δε φαίνεται. Εκεί μετράει η τεχνική, η τριπλά. Αποκτούν έτσι μια νοοτροπία που δύσκολα την αποβάλλουν μετά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να σταθούν με αξιώσεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Αν όλα πάνε καλά και εξασφαλίσου με τον τίτλο, γύρω στο Πάσχα θα τους αρχίσω ειδική προετοιμασία για την Ευρώπη. Αν μπορούσαμε να πάμε στα πρώτα παιχνίδια με περισσότερους αγώνες στα πόδια μας, πράγμα που ζητάμε απ’ την πολιτεία κάπως να ρυθμιστεί, και με την κατάλληλη προετοιμασία, νομίζω ότι θα είχαμε πολλές ελπίδες για διάκριση.

Η ώρα είναι 11:00. Μόνοι στο σαλόνι του ξενοδοχείου, με τον κύριο Παναγούλια και τον κύριο Μπασιούκα, παρακολουθούμε στην τηλεόραση την Κίτρινη Ρολς Ρόις. Οι παίκτες έχουν πάει όλοι στα κρεβάτια τους. ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ.
Κείμενο: Σοφία Κιντή
Photo: Πάνος Βαρδόπουλος
Τεύχος 1, Μάρτιος 1987
*Το άρθρο αναδημοσιεύεται διατηρώντας την αρχική μορφή.