Γιατί ο Τραμπ θέλει να τον αποκαλούν «μπαμπάκα»
Η λέξη–σύμβολο που αποκαλύπτει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την εξουσία, τις συμμαχίες και τον κόσμο
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια φράση, ειπωμένη σχεδόν χαλαρά, φωτίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τρόπο σκέψης ενός ηγέτη απ’ ό,τι δεκάδες επίσημες ομιλίες. Η πρόσφατη αναφορά του Ντόναλντ Τραμπ στο ότι κάποιοι θα μπορούσαν –ή ίσως θα έπρεπε– να τον αποκαλούν «μπαμπάκα», ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.
Αρχικά αντιμετωπίστηκε σαν μια ακόμα ιδιορρυθμία. Ένα σχόλιο που τροφοδότησε memes, ειρωνικά tweets και εύκολα χαμόγελα. Όμως όσο η σκόνη της πρώτης αντίδρασης καταλάγιαζε, τόσο πιο καθαρό γινόταν ότι αυτή η λέξη δεν ειπώθηκε ούτε τυχαία ούτε επιπόλαια. Αντίθετα, λειτουργεί σαν συμπύκνωση μιας ολόκληρης πολιτικής κοσμοθεωρίας.
Η γλώσσα της εξουσίας δεν είναι ποτέ αθώα
Στη διεθνή πολιτική, οι λέξεις έχουν βάρος. Δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα· τη διαμορφώνουν. Όταν ένας ηγέτης επιλέγει έναν συγκεκριμένο όρο, ειδικά σε δημόσιο λόγο, το κάνει γνωρίζοντας ότι αυτός ο όρος θα ερμηνευτεί, θα αναλυθεί και θα εγγραφεί στη συλλογική μνήμη.
Η λέξη «μπαμπάκας» δεν είναι ουδέτερη. Δεν παραπέμπει σε θεσμικό ρόλο, ούτε σε πολιτική ισοτιμία. Αντίθετα, κουβαλά μια βαθιά συμβολική φόρτιση: υποδηλώνει ιεραρχία, προστασία, αλλά και εξάρτηση. Υπονοεί ότι κάποιος βρίσκεται σε ανώτερη θέση, όχι επειδή του ανατέθηκε θεσμικά, αλλά επειδή «φροντίζει» τους άλλους και, άρα, δικαιούται να ορίζει.
Αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό λεξιλόγιο του Τραμπ.
Όταν η διεθνής πολιτική μοιάζει με οικογενειακή σχέση
Ο Τραμπ δεν αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως πλέγμα θεσμών και ισορροπιών. Τις βλέπει μέσα από το πρίσμα της προσωπικής συναλλαγής. Ποιος δίνει, ποιος παίρνει, ποιος χρωστά, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Σε αυτό το σχήμα σκέψης, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται ως ο μεγάλος χρηματοδότης, ο εγγυητής ασφάλειας, εκείνος που «κρατά το σύστημα όρθιο». Και από τη στιγμή που κάποιος πληρώνει, θεωρεί αυτονόητο ότι δικαιούται να απαιτεί αναγνώριση, συμμόρφωση και –τελικά– υπακοή.
Ο «μπαμπάκας» είναι ακριβώς αυτός ο ρόλος: ο προστάτης που δεν χρειάζεται να εξηγεί κάθε του απόφαση.
ΝΑΤΟ, Ευρώπη και η λογική του λογαριασμού
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ χρησιμοποιεί παρόμοια ρητορική. Από την πρώτη του θητεία, η στάση του απέναντι στο ΝΑΤΟ και την Ευρώπη χαρακτηριζόταν από μια μόνιμη εμμονή με το κόστος. Ποιος πληρώνει αρκετά. Ποιος «εκμεταλλεύεται» τις ΗΠΑ. Ποιος δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του.
Αυτή η οικονομίστικη προσέγγιση στις συμμαχίες μετατρέπει την πολιτική συνεργασία σε οικογενειακό καβγά γύρω από το τραπέζι. Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο ρόλος του «πατέρα» μοιάζει, στα μάτια του Τραμπ, σχεδόν φυσικός.
Όμως η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί έτσι. Και όταν επιχειρείς να τη συμπιέσεις σε τέτοιους ρόλους, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες.
Η ψυχολογία της πατρικής αυθεντίας
Η χρήση της λέξης «μπαμπάκας» δεν αφορά μόνο τη γεωπολιτική. Αφορά και την ψυχολογία της εξουσίας. Σε περιόδους κρίσης, φόβου και αβεβαιότητας, οι κοινωνίες συχνά στρέφονται σε ηγέτες που υπόσχονται τάξη, σαφήνεια και προστασία. Όχι διάλογο. Όχι πολυφωνία. Αλλά αποφασιστικότητα.
Ο Τραμπ ενσαρκώνει ακριβώς αυτή τη φιγούρα. Δεν παρουσιάζεται ως διαμεσολαβητής, αλλά ως αυθεντία. Ως κάποιος που δεν αμφιβάλλει, δεν εξηγεί υπερβολικά και δεν ζητά συναίνεση.
Ο πατέρας, άλλωστε, στο συλλογικό φαντασιακό, δεν χρειάζεται να απολογείται. Ξέρει καλύτερα.
Γιατί αυτή η λέξη προκαλεί τόση ενόχληση
Η ενόχληση που προκάλεσε η φράση δεν οφείλεται στην ιδιαιτερότητα της λέξης. Οφείλεται στο μήνυμα που μεταφέρει. Όταν ένας πολιτικός ηγέτης τοποθετεί τον εαυτό του σε ρόλο πατρικής φιγούρας, υποβαθμίζει αυτομάτως όλους τους υπόλοιπους σε ρόλο ανήλικων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφωνία δεν είναι ισότιμη άποψη. Είναι απείθεια. Η κριτική δεν είναι πολιτική διαδικασία. Είναι ασέβεια. Και η ανεξαρτησία των συμμάχων μοιάζει περισσότερο με αχαριστία παρά με θεμιτή επιλογή.
Αυτό είναι επικίνδυνο. Όχι μόνο σε επίπεδο ρητορικής, αλλά και σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής.
Από τη γλώσσα στην πράξη
Η ιστορία δείχνει ότι η γλώσσα της εξουσίας συχνά προηγείται της άσκησής της. Όταν ένας ηγέτης αρχίζει να μιλά σαν πατέρας, αργά ή γρήγορα αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν τέτοιος. Να απαιτεί, να επιβάλλει, να τιμωρεί.
Στη διεθνή σκηνή, αυτό μεταφράζεται σε πιέσεις, εκβιασμούς, μονομερείς αποφάσεις και απαξίωση των θεσμών. Και όλα αυτά, ντυμένα με τον μανδύα της «φροντίδας» και της «προστασίας».
Τι μας λέει τελικά το «μπαμπάκας»
Μας λέει ότι ο Τραμπ δεν πιστεύει βαθιά στη συλλογική διακυβέρνηση. Πιστεύει στην προσωπική ισχύ. Μας λέει ότι αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως μια ιεραρχημένη δομή, όπου οι ισχυροί προστατεύουν και οι υπόλοιποι ακολουθούν. Και μας λέει ότι, πίσω από την προκλητική απλότητα της γλώσσας του, κρύβεται μια εξαιρετικά συνεκτική —και σκληρή— αντίληψη για την εξουσία.
Το «μπαμπάκας» δεν ήταν αστείο. Δεν ήταν επικοινωνιακό λάθος. Ήταν μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας.
Και ίσως γι’ αυτό προκάλεσε τόσο μεγάλη αμηχανία.
Διαβάστε επίσης: