Εκεί που το ρετρό γίνεται εμπειρία και η μνήμη αντικείμενο
«Παλιοσυνήθειες» © Λίλα Σταμπούλογλου

Εκεί που το ρετρό γίνεται εμπειρία και η μνήμη αντικείμενο

Από τουρίστρια της γειτονιάς χρονοταξιδιώτισα, μέσα από μια μαγική πύλη που κρύβεται στο Μοσχάτο.

Δεν έχω ξαναδεί έναν τόσο μεγάλο χώρο γεμάτο με πράγματα. Και σίγουρα δεν έχω ξαναμπεί σε έναν χώρο που να λειτουργεί τόσο έντονα σαν σκηνικό. Οι Παλιοσυνήθειες δεν είναι απλώς ένα παλαιοπωλείο, είναι μια εμπειρία. Ένας τόπος όπου η απρόσμενη μίξη αντικειμένων που θεωρητικά δεν ταιριάζουν μεταξύ τους καταφέρνει, όταν τα δεις όλα μαζί, να αποκτά ένα παράξενο, αυτόνομο νόημα. Μόνο εκεί δηλαδή θα δεις μια παλιά αφίσα του ΠΑΣΟΚ δίπλα σε ταμπέλα εργοστασίου χάλυβα και μια κορνίζα με πίνακα του Τσαρούχη να ακουμπά σε φιγούρα από φάτνη και θα σου φανεί φυσιολογικό σαν θέαμα.

Μπαίνοντας στον χώρο στο Μοσχάτο, συνειδητοποιώ ότι δεν θα κάνω περιήγηση, θα κάνω ολόκληρο ταξίδι. Τρεις όροφοι, 3.000 τετραγωνικά μέτρα συνολικά, με χιλιάδες αντικείμενα στοιβαγμένα, ακουμπισμένα, κρεμασμένα, ξεχασμένα και ταυτόχρονα σε πλήρη εγρήγορση. Ανεβαίνω και κατεβαίνω σκάλες σαν να μετακινούμαι ανάμεσα σε εποχές. Σε μια γωνιά, κασετόφωνα και πικάπ με κοιτούν σαν παλιά μάτια που περιμένουν να τα προσέξεις. Σε άλλη, καρέκλες παλιές, αμέτρητες, η μία πάνω στην άλλη, δημιουργούν έναν τοίχο από ξύλο και ύφασμα, σαν ιστορικό μνημείο ταπετσαρίας.

© Λίλα Σταμπούλογλου
© Λίλα Σταμπούλογλου
© Λίλα Σταμπούλογλου

Κάπου εκεί, βρίσκομαι να κρατάω από το χέρι ένα υπερμεγέθες μωρό. Μια φιγούρα αλλόκοτη, σχεδόν ανατριχιαστική, που στέκεται ανάμεσα σε αυτόν τον αχανή χώρο σαν να ανήκει ταυτόχρονα παντού και πουθενά. Το κρατάω από το χέρι και γελάω με την αμηχανία μου, γιατί όλα εδώ σε κάνουν να ξεχνάς τον ρεαλισμό. Λίγο πιο πέρα, σκύβω και κοιτάζω μέσα σε ένα καλάθι γεμάτο κούκλες τοποθετημένες όπως να ‘ναι εντός του, με χέρια, πόδια και κεφάλια να βγαίνουν από τα ανοίγματα. Θα μπορούσαν άνετα να έχουν βγει από ταινία τρόμου, από κάποιο έργο του Ντέιβιντ Λιντς.

© Λίλα Σταμπούλογλου

© Λίλα Σταμπούλογλου

Ρίχνω το βλέμμα μου κάτω και βλέπω ένα καλάθι γεμάτο αναπτήρες. Ακριβώς δίπλα, μια βεντάλια που γράφει «Κορέα». Τίποτα δεν εξηγείται, τίποτα δεν ζητάει να μπει σε τάξη. Και κάπως έτσι, όλα λειτουργούν τέλεια. Σε μια άλλη στάση, φωτογραφίζομαι φορώντας ένα καπέλο που γράφει «Μύκονος». Σίγουρα από τα 90s. Το νιώθω. Το ξέρω. Είναι σαν να φοράω πάνω μου ένα καλοκαίρι που έχει τελειώσει προ πολλού, αλλά αρνείται να ξεχαστεί.

© Λίλα Σταμπούλογλου

© Λίλα Σταμπούλογλου

© Λίλα Σταμπούλογλου

Αυτή η παράξενη αρμονία οφείλεται ξεκάθαρα στην Άντα Πανά, την ιδιοκτήτρια του χώρου. Μόλις τη συναντάς, καταλαβαίνεις ότι έχεις απέναντί σου έναν ξεχωριστό άνθρωπο, πολυεπίπεδο, ανήσυχο, με βαθιά αγάπη γι’ αυτό που κάνει. Η Άντα δεν βλέπει τις Παλιοσυνήθειες σαν ένα απλό εμπορικό εγχείρημα. Το βλέπει σαν κυνήγι θησαυρού. Και αυτή η ματιά διαπερνά τα πάντα. Έχει κυριολεκτικά καταφέρει να φτιάξει τη μεγαλύτερη αγορά για vintage, second hand και αντίκες στην Ελλάδα. Ο κόσμος τη γνωρίζει τόσο από το μαγαζί όσο και από τη συμμετοχή της στο Cash or Trash (Star). Η ίδια είναι διακοσμήτρια και ξεκίνησε το μαγαζί μέσα στην κρίση. Το όνομα είναι προσωπικό: «Είναι από τις δικές μου παλιοσυνήθειες», λέει. Και συμπληρώνει: «Πάντα προσπαθούμε να βοηθάμε και κόσμο που έχει σταματήσει τις παλιοσυνήθειες, τις εξαρτήσεις».

Το πρώτο μαγαζί άνοιξε πριν 15 χρόνια στην Πρωτογένους, στου Ψυρρή. Τότε, το δρομάκι ήταν σκοτεινό και παραμελημένο. Σιγά-σιγά όμως απέκτησε ζωή. «Τώρα η περιοχή του Ψυρρή είναι τουριστική, αλλά την αγαπάμε. Είμαι βλαχοδήμαρχος εκεί. Δεν φεύγω. Έχω ένα χωριό, του Ψυρρή, και άλλο ένα, τη Σαρωνίδα», λέει και γελάει ενώ από δίπλα της περνάει κόσμος που μπαίνει να χαζέψει. Άλλοι ξέρουν, άλλοι όχι και μπαίνουν με περιέργεια, με την ερώτηση «τι είναι εδώ;» να αναγράφεται ξεκάθαρα στο μέτωπό τους.

Εδώ, λοιπόν, σ’ αυτόν τον χώρο που μόνο αν έρθεις θα καταλάβεις το μεγαλείο του, ήταν ένα παλιό εργοστάσιο του Νίκα. Όταν οι ανάγκες μεγάλωσαν και τα ενοίκια έγιναν απαγορευτικά στου Ψυρρή, η Άντα και οι θησαυροί της εγκαταστάθηκαν εδώ. Ο χώρος αδειάζει και ξαναγεμίζει συνέχεια. Έρχονται κατά μέσο όρο 100 τετραγωνικά τη μέρα και φεύγουν άλλα τόσα. Αν δεις την ταμπελίτσα «Πρόλαβε Άλλος» πάνω σε κάτι, σημαίνει ότι έχει πουληθεί.

© Λίλα Σταμπούλογλου

© Λίλα Σταμπούλογλου

«Όταν ξεκινήσαμε, στην κρίση, ο κόσμος ήθελε φθηνά πράγματα. Καρέκλες με 5 ευρώ, τραπέζια με 10. Τώρα, έχουμε και τέτοια αλλά οι προτιμήσεις έχουν αλλάξει. Ο κόσμος ζητά περισσότερο και αντίκες, ζητά ιστορία. Έχει μπει δυναμικά και η δεκαετία του ’80 στο προσκήνιο. Μεγαλώνουμε και αναζητάμε αντικείμενα που θυμίζουν την παιδική μας ηλικία» αναφέρει.

Η Άντα εισάγει από το εξωτερικό, φέρνει ολόκληρα κοντέινερ, πράγματα που δεν θα βρεις στην Ελλάδα. Της αρέσει να μπαίνει σ’ ένα αμάξι και να οργώνει τη Βόρεια Ευρώπη, θα ήθελε κάποια στιγμή να κάνει και μια εκπομπή σχετική. «Δέχομαι προτάσεις» σημειώνει.

Της αρέσουν τα φλιπεράκια και τα τζουκ μποξ, από την εκπομπή που συμμετέχει αγόρασε ακριβά ένα αλογάκι λούνα παρκ και δύο τσάντες Ολυμπιακής τότε που έφευγαν τα αεροπλάνα της ακόμα από το αεροδρόμιο στο Ελληνικό. Εκεί καταλαβαίνεις ότι όταν λέει είμαι κυνηγός, το εννοεί. Γύρω μας, το σκηνικό αυτό, έχει φτιαχτεί με τη δική της τρέλα: «Τα παλιά αντικείμενα έχουν ζωή», μου λέει. «Δεν είναι άψυχα. Αν τους δώσεις προσοχή, αλλάζουν. Παίρνουν τα πάνω τους». Πιστεύει πως το 60% των αντικειμένων επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: «Σαν να έχουν ψυχούλα. Τα καινούργια δεν την έχουν. Είναι βόλεμα, όχι αγάπη».

© Λίλα Σταμπούλογλου

© Λίλα Σταμπούλογλου

Φεύγοντας από τις Παλιοσυνήθειες, δεν είχα την αίσθηση ότι βγήκα απλώς από ένα μαγαζί. Έμοιαζε περισσότερο σαν να είχα επιστρέψει από ένα παράλληλο σύμπαν, όπου τα αντικείμενα θυμούνται και οι άνθρωποι ακούν. Κάτι από μένα έμεινε εκεί, και κάτι από εκεί με ακολούθησε έξω στην πόλη, μια ήσυχη υπενθύμιση ότι τίποτα δεν είναι πραγματικά παλιό, όσο κάποιος συνεχίζει να το κοιτά με φαντασία.

Σχετικά άρθρα