Τι αρώματα φορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες; Ο αρωματοποιός Γιώργος Παπαχατζής έχει την απάντηση
Ο αρωματοποιός Γιώργος Παπαχατζής, η νέα ελληνική αρωματοποιία και η δύσκολη τέχνη του να ξεχωρίζεις σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από αρώματα.
Περιεχόμενα
- Όταν το ελληνικό άρωμα αποκτά φωνή
- Αν ο Διόνυσος φορούσε άρωμα
- Τι μυρίζει η Ελλάδα του 2026;
- Τι κάνει ένα άρωμα πραγματικά καλό;
- Η δυσκολία του να είσαι αρωματοποιός στην Ελλάδα
- Οι influencers, οι παγίδες και η σωστή επιλογή αρώματος
- Σεμινάρια δημιουργίας αρώματος σε τουρίστες
- Η κομψότητα δεν μετριέται σε ψεκασμούς
Υπάρχουν σήμερα περισσότερα αρώματα από όσα μπορεί να ένας άνθρωπος να μυρίσει σε όλη τη ζωή του. Κάθε τρεις και λίγο λανσάρονται νέες κυκλοφορίες, τα social media γεμίζουν με λίστες για τα «10 αρώματα που πρέπει να δοκιμάσεις», οι influencers ανακηρύσσουν το επόμενο viral μπουκαλάκι και οι αλγόριθμοι μοιάζουν να έχουν αναλάβει χρέη προσωπικού συμβούλου όσφρησης.
Όταν σε μια διαδικτυακή μου βόλτα, ανακάλυψα τον Γιώργο Παπαχατζή συνειδητοποίησα ότι πέρα από τη χαοτική λεωφόρο αρωμάτων, υπάρχουν και πιο ενδιαφέρουσες διαδρομές. Ιδρυτής της The Greek Perfumer, ενός ελληνικού niche brand που τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να αφηγηθεί την Ελλάδα μέσα από οσφρητικές ιστορίες, ο Έλληνας αρωματοποιός ψάχνει εικόνες, μύθους, φυτά, τοπία, αναμνήσεις και πολιτισμικά ίχνη που διατρέχουν αιώνες ελληνικής ιστορίας.
Γιατί, τελικά, πώς μπορεί να ξεχωρίσει ένας Έλληνας αρωματοποιός σήμερα; Πώς μπορεί να ακουστεί η φωνή του μέσα σε μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων όπου οι μεγαλύτεροι οίκοι του κόσμου δίνουν καθημερινά μάχη για λίγα δευτερόλεπτα από την προσοχή μας; Η απάντηση ίσως βρίσκεται ακριβώς σε αυτό που δεν μπορούν να αντιγράψουν εύκολα οι άλλοι: την ιστορία του.
Ο Γιώργος Παπαχατζής μπήκε στον χώρο των αρωμάτων από ένστικτο, σαν κάτι που έφερε εκ γενετής και τον έσπρωχνε ως παιδί να οσμίζεται ξανά και ξανά ό,τι υπήρχε στο περιβάλλον του. Από τις τριανταφυλλιές, το γιασεμί και την αρμπαρόριζα στον κήπο τους μέχρι τα μπαχαρικά στο ντουλάπι της κουζίνας ή τα αρώματα των καλεσμένων: «Θυμάμαι ακόμα τι φορούσε ο παππούς μου, η μητέρα μου και οι θείες μου» αναφέρει.
Η σχέση του με το άρωμα ξεκίνησε με συλλογές με ακριβά αιθέρια έλαια, niche δημιουργίες από ταξίδια στο εξωτερικό και πειραματισμούς στο σπίτι. Αναζητούσε μια διαφορετική αρωματική ταυτότητα από εκείνη που προσέφεραν τα μαζικά designer perfumes. Το καθοριστικό σημείο όμως για την πορεία του ήρθε στο Παρίσι, όταν σε ένα σεμινάριο στη Fragonard έδωσε σε έναν αρωματοποιό ένα δείγμα από δικό του άρωμα. Ο ενθουσιασμός του και η προτροπή του τον ώθησαν να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο και ήταν η αιτία που τον οδήγησαν ξανά πίσω στη Γαλλία για να εξειδικευτεί στην αρωματοποιία στην ISIPCA, μία από τις πιο αναγνωρισμένες σχολές αρωματοποιίας και καλλυντικών στον κόσμο, η οποία θεωρείται η «Σορβόννη της αρωματοποιίας» και ιδρύθηκε από τον ιστορικό οίκο αρωμάτων Guerlain.

Όταν το ελληνικό άρωμα αποκτά φωνή
Η αρχαία Ελλάδα είναι μια διαρκής έμπνευση για τον Γιώργο Παπαχατζή. Όχι όμως σαν καρτ ποστάλ. Η δική του προσέγγιση περνάει μέσα από το αρχαιοελληνικό παρελθόν μας εστιάζοντας στις πρώτες ύλες που συνδέονται με την Ελλάδα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μαστίχα, αρωματικά βότανα, εσπεριδοειδή και αιθέρια έλαια καθορίζουν τις μυρωδιές αυτού του τόπου. Ωστόσο, και παρά τα αρώματα που κατακλύζουν την ελληνική γη, η χώρα δεν είχε ποτέ σύγχρονους αρωματοποιούς.
Κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Όπως συνέβη στη μόδα με τους Έλληνες designers, έτσι και στην αρωματοποιία εμφανίζεται μια νέα γενιά δημιουργών που θέλει να αναδείξει τη δική της ταυτότητα χωρίς να αντιγράφει τους ξένους. Μέσα σ’ αυτή τη νέα εποχή, ο Γιώργος Παπαχατζής βρήκε έδαφος να εκφραστεί και το 2019, σύστησε τη δική του αρωματοποιία με όραμα να σφραγίσει στα μπουκάλια του όλο τον πλούτο της μεσογειακής φύσης αλλά και τον αρχαίο με τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό.
Αν ο Διόνυσος φορούσε άρωμα
Όταν τον ρώτησα ποια ιστορική στιγμή θα ήθελε να αναδημιουργήσει αρωματικά, μου μίλησε για το Dionysian Orgy, μια από τις πιο χαρακτηριστικές δημιουργίες του: «Το ψεκάζεις και νιώθεις ότι συμμετέχεις σε διονυσιακά συμπόσια που πραγματοποιούνταν σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, τους λεγόμενους ανδρώνες, προς τιμήν του θεού Διονύσου, συνοδεία κρασιού, μουσικής και ζωηρών συζητήσεων». Σταφύλι, σύκο, παιώνια και αποξηραμένο βερίκοκο συνθέτουν μια αφήγηση που δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει μουσειακά το παρελθόν. Προσπαθεί να το φανταστεί εκ νέου.
Αυτό μάλλον είναι το μυστικό της σύγχρονης ελληνικής αρωματοποιίας που θέλει να ξεχωρίσει, ότι δεν πουλά αναμνηστικά αλλά δημιουργεί εμπειρίες.

Τι μυρίζει η Ελλάδα του 2026;
Οι περισσότεροι περιμένουν ίσως μια ποιητική απάντηση. Ο Γιώργος Παπαχατζής επιλέγει τον ρεαλισμό: «Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, οι τάσεις προσανατολίζονται σε value for money, αραβικού τύπου αρώματα». Την ίδια στιγμή όμως, όπως παρατηρεί, η διεθνής niche αρωματοποιία κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση: «Η καρδιά της διεθνούς αρωματοποιίας επικεντρώνεται σε πιο quiet luxury αρώματα βασισμένα σε μίνιμαλ φόρμουλες, εμπλουτισμένες με φρέσκες, υδάτινες, γκουρμάντ, ζουμερές ή κρεμώδεις νότες από φρούτα και βανίλια μέχρι φυστίκι».
Πλέον δεν υπάρχει ένα άρωμα για μια ζωή: «Έχουμε ξεφύγει από το ένα αγαπημένο άρωμα που κάποτε κάποια κυρία φόραγε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Πλέον θέλουμε ποικιλία, ποσότητα και αν αυτό συνδυάζεται με ποιότητα σε μια value for money λογική, τότε μιλάμε για το ιδανικό» προσθέτει.
Τι κάνει ένα άρωμα πραγματικά καλό;
Η απάντησή που δίνει ο Έλληνας αρωματοποιός στην παραπάνω ερώτηση δεν σχετίζεται μόνο με τα υλικά: «Αναμφισβήτητα το projection, η διάρκεια του και οι διαφορετικές πτυχές που αποκαλύπτει πάνω στο δέρμα μας over time» σημειώνει.
Υπάρχει όμως και ένας πιο ανθρώπινος δείκτης επιτυχίας, εκείνος που περνάει μέσα από την όσφρηση των άλλων. Μέσα από την ερώτηση «Τί άρωμα φοράς;» που θα σου κάνει κάποιος στο γραφείο ή ένας περαστικός στο δρόμο: «Έχει σημασία όχι απλά να αρέσει ένα άρωμα σε εμάς, αλλά να επιβεβαιωνόμαστε μέσα από αυτό», καταλήγει ο Έλληνας αρωματοποιός.

Η δυσκολία του να είσαι αρωματοποιός στην Ελλάδα
Πίσω από τη γοητεία του επαγγέλματος κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: «Ένας νέος επιχειρηματίας και πολύ περισσότερο ένας αρωματοποιός που θέλει να λανσάρει το δικό του brand πρέπει να έχει γερό στομάχι για να αντιμετωπίσει τα τεράστια έξοδα και τον αμείλικτο διεθνή ανταγωνισμό» εξηγεί ο κ. Παπαχατζής.
Και δεν είναι μόνο αυτό: «Ο συνδυασμός δημιουργικότητας, τεχνικής γνώσης και επιχειρηματικής οξυδέρκειας, καθώς και η συμμόρφωση με τους κανονισμούς ασφαλείας και τις νομοθετικές αλλαγές στις πρώτες ύλες, αποτελούν διαχρονικά τις βασικότερες προκλήσεις».
Ίσως γι’ αυτό η επιτυχία ενός μικρού ελληνικού brand αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία.
Διαβάστε επίσης
Οι influencers, οι παγίδες και η σωστή επιλογή αρώματος
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η αγορά αρωμάτων επηρεάζεται από τα social media: «Οι influencers παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιρροή που ασκούν όχι μόνο στο κοινό αλλά ακόμη και στην καθοδήγηση των ίδιων των επιχειρηματιών».
Αυτό, όπως λέει, έχει και θετικές και αρνητικές πλευρές. Η δημοτικότητα ενός αρώματος δεν σημαίνει ότι θα ταιριάξει σε όλους: «Το κύριο κριτήριο είναι να ανακαλύπτουμε εμπειρικά τι ταιριάζει στο δικό μας δέρμα και τι κολακεύει τη δική μας προσωπικότητα».

Σεμινάρια δημιουργίας αρώματος σε τουρίστες
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της δραστηριότητάς του είναι τα perfume workshops που διοργανώνει στην Αθήνα: «Ούτε εμείς δεν περιμέναμε ότι Έλληνες αλλά και τουρίστες που ψάχνουν ένα μοναδικό experience στην Αθήνα θα έκαναν sold out όλα μας τα workshops» αναφέρει ο ίδιος.
Το σεμινάριο διαρκεί τρεις ώρες και οι συμμετέχοντες μαθαίνουν για την ιστορία των αρωμάτων από την αρχαία Ελλάδα μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, γνωρίζουν τις πρώτες ύλες, κατανοούν τη λειτουργία της όσφρησης και στη συνέχεια δημιουργούν το δικό τους προσωπικό άρωμα. Το αγαπημένο του κομμάτι είναι ότι οι συμμετέχοντες «πραγματικά μεταμορφώνονται σε μικρά παιδιά».
Τον ρωτάω ποια αρώματα κουβαλά ακόμη το παιδί που κρύβεται μέσα του: «Το επιβλητικό Caleche Hermes της μητέρας μου και το Equipage του παππού μου, ενός Αθηναίου εξαιρετικά καλλιεργημένου και μποέμ» απαντά. Ίσως γι’ αυτό, όπως παραδέχεται, οι δημιουργίες του συχνά έχουν πουδρέ και πικάντικες ανταύγειες. Η μνήμη άλλωστε δεν είναι ποτέ ουδέτερη, περνά πάντα μέσα από τις αισθήσεις.
Η κομψότητα δεν μετριέται σε ψεκασμούς
Πριν τελειώσει η συζήτηση, τον ρωτώ ποιος είναι τελικά ο σωστός τρόπος να φοράμε ένα άρωμα. Στο μυαλό μου έρχονται influencers σε TikTok βίντεο που ψεκάζονται από πάνω μέχρι κάτω ρίχνοντας το μισό μπουκάλι επάνω τους. Θέλω επιτέλους κάποιος ειδικός να καταρρίψει αυτόν τον μύθο.
Η απάντηση του Γιώργου Παπαχατζή μοιάζει περισσότερο με φιλοσοφία ζωής παρά με συμβουλή αρωματοποιού: «Μην περιμένετε να σας πω τα κλασικά. Θα πω μόνο να μην τρίβετε τους καρπούς σας γιατί έτσι καταστρέφετε τα μόρια του αρώματος. Ψεκάστε με σκοπό όχι να μυρίζετε από το χιλιόμετρο, αλλά τόσο ώστε να αφήνετε πίσω μια οσφρητική αύρα που αποπνέει μυστήριο, σαγήνη και ερωτισμό. Η κομψότητα δεν μετριέται σε ψεκασμούς αλλά σε ισορροπία».
Ίσως αυτό να ισχύει και για την ίδια την ελληνική αρωματοποιία. Δεν χρειάζεται να φωνάξει δυνατότερα από όλους τους άλλους, αρκεί να αφήσει πίσω της ένα ίχνος αρκετά ξεχωριστό ώστε να γυρίσεις το κεφάλι και να αναρωτηθείς από πού ήρθε. Και κάπου μέσα στην οσφρητική αύρα να δεις κάτι από την Ελλάδα.
Thegreekperfumer.com
Πιπίνου 2, Κυψέλη
Διαβάστε επίσης