Μούχταρο 2014, Κτήμα Μουσών (ΠΓΕ Θήβα)

Μούχταρο 2014, Κτήμα Μουσών (ΠΓΕ Θήβα)

Το Μούχταρο είναι μία από τις σπανιότερες ελληνικές ποικιλίες και μέχρι τώρα την συναντούμε μόνο στην Κοιλάδα των Μουσών. Εδώ δεν ίσχυσε το φαινόμενο της εξαφάνισης πολλών ελληνικών γηγενών ποικιλιών, χάρη στην εμμονή της οικογένειας Ζαχαρία.

Το Κτήμα Μουσών δημιουργήθηκε το 1946, όταν ο Νικόλας Ζαχαρίας έφτιαξε μια μικρή μονάδα οινοποίησης στην Άσκρη της Βοιωτίας. Στην περιοχή, όπου το κρασί ήταν το βασικό στοιχείο της οικιακής οικονομίας και κομμάτι της κουλτούρας των ανθρώπων της, εκείνη την εποχή, λειτουργούσαν 7 οινοποιεία.

Η εξέλιξη του σε σύγχρονο οινοποιείο ξεκίνησε από τον Αθανάσιο Ζαχαρία, ο οποίος το ανέλαβε το 1967. Τότε ήταν που φυτεύτηκαν καινούργια αμπέλια, ενώ το 1973 αγοράστηκε το πρώτο πιεστήριο. Το 1987 το οινοποιείο εξοπλίστηκε και μια γραμμή εμφιάλωσης.

Το 2005 ξεκινά η επιρροή της τρίτης γενιάς. Ο Νίκος, ο Στέλιος και ο Παναγιώτης αρχίζουν να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία και η παρουσία τους αλλάζει τα δεδομένα δραματικά. Η επιστημονική κατάρτιση, ο δυναμισμός και ο ενθουσιασμός της νέας γενιάς, συνδυασμένα με την εμπειρία και την παράδοση, δίνουν σε αυτή την οικογενειακή επιχείρηση την σημερινή της μορφή: το Κτήμα Μουσών.

Η Κοιλάδα των Μουσών βρίσκεται βορειοδυτικά της Αθήνας, στην περιοχή της Βοιωτίας και σχηματίζεται στις πλαγιές του όρους Ελικώνα από το πέρασμα του ποταμού Περμησσού. Εκεί κατοικούσαν οι 9 Μούσες, κόρες του Δία και εκεί σήμερα βρίσκονται οι αμπελώνες του Κτήματος Μουσών.

Οι αμπελώνες αποτελούνται από τρία ξεχωριστά αμπελοτόπια, στις θέσεις Τουρίκι, Λαχός και Βρουσαλιά της Κοιλάδας των Μουσών. Το κλίμα είναι χαρακτηριστικά μεσογειακό, με υγρούς χειμώνες, ξηρά καλοκαίρια και μεγάλες περιόδους ηλιοφάνειας. Οι αμπελώνες βρίσκονται σε υψόμετρο 450-520 μέτρων, με νότιο προσανατολισμό και το έδαφος είναι εύφορο αμμοπηλώδες – αργιλοπηλώδες.

Η καλλιέργεια είναι ολοκληρωμένης διαχείρισης. Το οινοποιείο βρίσκεται στην Άσκρη, στην είσοδο της Κοιλάδας των Μουσών, με δυνατότητα παραγωγής 180 χιλιάδων φιαλών το χρόνο.

Το Μούχταρο είναι μία από τις σπανιότερες ελληνικές ποικιλίες και μέχρι τώρα την συναντούμε μόνο στην Κοιλάδα των Μουσών. Εδώ δεν ίσχυσε το φαινόμενο της εξαφάνισης πολλών ελληνικών γηγενών ποικιλιών, χάρη στην εμμονή της οικογένειας Ζαχαρία. Κάποιες άλλες ποικιλίες δεν είχαν την ίδια τύχη εξαιτίας της προτίμησης πολλών αμπελουργών στην καλλιέργεια πιο αποδοτικών και “εύκολων” ποικιλιών εις βάρος άλλων, όπως το Μούχταρο. Η ειρωνεία είναι ότι αυτές που θεωρούνταν κάποτε προβληματικές, σήμερα αναγνωρίζονται ως οι πλέον ιδανικές για την οινοποίηση κρασιών υψηλής ποιότητας, λόγω της χαμηλής αποδοτικότητας και της συμπύκνωσης που αυτή επιφέρει.

Το Μούχταρο του 2014 ωρίμασε για 10 μήνες σε γαλλικά δρύινα βαρέλια. Το 20% από αυτά ήταν καινούργια, ενώ τα υπόλοιπα ήταν βαρέλια δεύτερης και τρίτης χρήσης. Έχει βαθύ ρουμπινί χρώμα με έντονα και ελκυστικά αρώματα ώριμης φράουλας, κερασιών και βατόμουρων, με νότες καραμέλας και βανίλιας. Μετά από αρκετή ώρα θύμιζε έντονα “μαλλί της γριάς”.

Στο στόμα θυμίζει ελαφρώς άγρια ανοιξιάτικα κόκκινα φρούτα. Αιχμηρή οξύτητά, μέτριο σώμα και μαλακές χαμηλές τανίνες, περιστοιχισμένες από φρέσκα ζουμερά φρούτα. Ευχάριστο και νόστιμο κρασί, στο οποίο κυριαρχούν η δροσιστική οξύτητα και η αρωματική ένταση. Αρκετά νεαρό ακόμη, θα γίνεται καλύτερο μέχρι το 2020. Θα πρότεινα να καταναλωθεί ελαφρώς δροσερό, συνδυασμένο με απλά πιάτα όπου κυριαρχεί η οξύτητα ή μόνο του όταν αρχίσουν οι θερμοκρασίες του καλοκαιριού

Στέφανος Κόγιας.

Σχετικά άρθρα