Ο Ρεμί αγαπά τρία πράγματα από παιδί και θα τα αγαπά για πάντα!

Ο Ρεμί αγαπά τρία πράγματα από παιδί και θα τα αγαπά για πάντα!

Δεν τα αγαπά επειδή είναι αντικειμενικά τα καλύτερα, αλλά επειδή τον περιμένουν κάπου πίσω, όπως ήταν παιδί.

Για μπριζόλες στην «Argentina»

Στην «Argentina» πήγαινα από μικρός, τότε που ήταν σχεδόν το μοναδικό steak house της Αθήνας. Από τότε άλλαξαν πολλά στη γαστρονομική πόλη: φυλές μοσχαριού, κοπές, ωριμάνσεις, ψησίματα, τεχνικές, σερβιρίσματα. Η «Argentina», όμως, έμεινε σχεδόν ίδια. Σταθερή σε αυτό που κάνει εδώ και χρόνια, χωρίς να προσπαθεί να γίνει κάτι άλλο. Και νομίζω πως ακριβώς γι’ αυτό το κάνει καλά.

Θυμάμαι τον ακούραστο και γλυκό Λευτέρη στο ψήσιμο, παλιά, και τώρα τον Νίκο. Θυμάμαι και εκείνη την αναμονή του κρέατος, περίπου μία ώρα, σαν τελετουργία. Εκεί δεν θα βρεις μενού που να σε μπερδεύει. Τα πράγματα είναι απλά: σαλάτα, τζατζίκι, φρεσκοτηγανισμένες πατάτες, κολοκύθια από το μποστάνι τους, μια πικάντικη σάλτσα και, μετά, περιμένεις στωικά τον σερβιτόρο να σου φέρει το ψητό.

Εδώ δεν έχει επίδειξη με μαχαίρια ούτε ερωτήσεις για medium και well done. Παίρνεις το τίμιο φαγητό σου, που συνήθως λιώνει στο στόμα. Τότε δεν πλήρωνες το μοσχάρι μια περιουσία· δεν ήταν ωρίμανσης, ήταν γάλακτος. Είχε ωραίο μοσχαρίσιο λουκάνικο, εκπληκτικά spare ribs και εκείνες τις καταπληκτικές εμπανάδας με κιμά.

Η «Argentina» δεν είναι ο γαστρονομικός παράδεισος της ζωής μου. Είναι, όμως, μια παιδική ανάμνηση που δεν θέλω να ξεχάσω. Και, μάλλον, ενδόμυχα, δεν θέλω ούτε να αλλάξει ούτε να εκσυγχρονιστεί. Γιατί είναι από εκείνα τα πράγματα στα οποία γυρνάς όσο μεγαλώνεις, όχι για την τελειότητά τους, αλλά για την αθωότητα και την αφέλειά τους: μια κυριακάτικη εκδρομή στον Μαραθώνα, μπάλα, χάζι στο φράγμα και μια καλοψημένη μπριζόλα, τότε που δεν ξέραμε ακόμη πως έπρεπε να έχει αίμα.

Το μπιφτέκι-μυστήριο του Θωμά

Μερικές φορές μια συγκεκριμένη μυρωδιά με γυρίζει πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Το παράξενο είναι πως δεν μπορώ ποτέ να καταλάβω από πού ακριβώς έρχεται. Αν την έβρισκα, θα έφτιαχνα ένα κερί από αυτήν. Κι αν προσπαθούσα να το πουλήσω, μάλλον δεν θα το πουλούσα ποτέ. Ίσως να έδινα μόνο ένα: στον αδερφό μου, γιατί έχουμε την ίδια μυρωδιά στη μνήμη μας. Ίδια ρούχα, ίδια ντόπια, ίδια απόσταση αναπνοής από ένα ρυάκι, όπου περιπλανιόμασταν μικροί.

Κάποτε μου έστειλαν αυτές τις λέξεις και δάκρυσα. Σκέφτηκα αμέσως μία εικόνα που θα μπορούσε να τις χωρέσει: το μπιφτέκι του Θωμά στο Περιστέρι. Υπάρχει όσα χρόνια υπάρχω κι εγώ σε αυτόν τον μάταιο κόσμο. Η μυρωδιά του μού φέρνει ανεμελιά και καλοκαίρι. Ποτέ χειμώνα.

Μικρός νόμιζα πως έκλειναν όταν σκοτείνιαζε νωρίς και άνοιγαν ξανά όταν ο ήλιος ζωντάνευε. Οι παλιές καλοκαιρινές αναμνήσεις ήταν έτσι: μία φορά στις τριάντα μέρες ταβέρνα, μία φορά στις είκοσι μπάνιο και ατελείωτες κουβέντες στις γειτονιές. Το μπιφτέκι του Θωμά ανήκει σε εκείνη τη μνήμη· όχι στη γεύση μόνο, αλλά στο φως της.

Τούρτα αμυγδάλου Μπόζας

Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιον τύπο ομορφιάς στον οποίο να μην υπάρχει λίγη μελαγχολία. Αυτό παθαίνω όταν βλέπω την τούρτα αμυγδάλου του Μπόζα. Γυρίζω τον χρόνο πίσω και θυμάμαι ακόμη τον κύριο Μπόζα να προσπαθεί να χωρέσει την τεράστια τούρτα στο σχετικά μικρό κουτί της. Θυμάμαι να μου δίνει σε ένα σακουλάκι καβουρδισμένο αμύγδαλο για να το βάλω από πάνω, «για να δώσει παραπάνω ένταση», όπως έλεγε. Για το κορίτσι.

Μοναδικό γλυκό, μοναδικός ζαχαροπλάστης, μοναδική γεύση για Σάββατο βράδυ και Κυριακή πρωί. Με καφέ, σαν ιδανικό πρωινό μετά από μια μικρή γιορτή. Υπάρχουν γεύσεις που δεν είναι απλώς γεύσεις. Είναι άνθρωποι, δρόμοι, ηλικίες, φωνές, αμηχανίες, έρωτες που δεν είπαμε σωστά και Κυριακές που πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε.

Αν αγαπώ ακόμη αυτά τα τρία πράγματα, δεν είναι επειδή είναι αντικειμενικά τα καλύτερα. Είναι επειδή με περιμένουν κάπου πίσω, όπως ήμουν τότε: πεινασμένος, αφελής, λίγο ντροπαλός και έτοιμος να πιστέψω πως ένα πιάτο, ένα μπιφτέκι ή μια τούρτα μπορούν να σώσουν ολόκληρη τη μέρα.

Σχετικά άρθρα