Oι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Η μπατζίνα, η μοσχαρίσια γλώσσα και η cacio e pepe
Άραγε η λύτρωση έρχεται και όταν βρίσκεις τη χαμένη γεύση της νιότης;
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο 1: Μπατζίνα ή Ζυμαρόπιτα
Έχω μια απίστευτη μανία με την μπατζίνα, ίσως γιατί αγαπάω την πατρίδα της. Καρδίτσα και μπατζίνα. Έμεινα κάποτε τρεις μήνες στη Λίμνη Πλαστήρα: πρωινό, ένας ελληνικός καφές και μπατζίνα· απογευματινή λιγούρα, μπατζίνα από το πρωί· βράδυ, υπολείμματα μπατζίνας με θέα τα αστέρια και τη λίμνη!
Άρχισα να τη φτιάχνω κι εγώ. Την έκανα μπαμπάτσικη. Η γιαγιά Μαρία από το Νεοχώρι με μάλωνε ότι δεν πρέπει να είναι μπαμπάτσικη, αλλιώς δεν είναι μπατζίνα, είναι κάτι άλλο.

Έφυγα από την Καρδίτσα και τη λησμόνησα, τη μπατζίνα. Την ξανασυνάντησα ένα βράδυ στη Φάρμα Μπράλου. Την έφτιαχνε αριστοτεχνικά ο μάγειρας. Οι φίλοι μου και η Λου έτρωγαν κοπές, εγώ μπατζίνα!
Αύριο σκέφτομαι να φτιάξω και να βρεθώ ξανά με αυτή την ιερή πίτα. Θα προσπαθήσω να θυμηθώ τα λόγια από το απολυτίκιο του Αγίου Δαμιανού, του γόνου του Φαναριοφαρσάλων. Αυτά τα λόγια και η γεύση θα με μεταφέρουν αυτόματα στην κυρία Μαρία, στο Νεοχώρι, στην εικόνα που έφτιαχνε την μπατζίνα, στη θέα από τη λίμνη και στα βράδια στον ατέλειωτο πεζόδρομο της Καρδίτσας!
Διαβάστε επίσης
Κεφάλαιο 2: Η χαμένη γεύση… (φτιαγμένη από τον Γιάννη Μαρκαδάκη)
Έχω μια αδιανόητη ψύχωση με τη μοσχαρίσια γλώσσα. Την έφτιαχνε με μαεστρία ο συγχωρεμένος θείος Θοδωρής. Κάθε φορά που την τρώω, σκέφτομαι την ίδια ιστορία!
Κάποτε, σε ένα πανηγύρι χαμένο στις ελιές. Δεν έχει σημασία σε ποιον τόπο της χώρας ήμουν. Δεν θυμάμαι! Τι σημασία έχει, όμως;
Γλέντι μεγάλο γινόταν και με τράβηξαν να μπω στον χορό. Η μοίρα με έφερε να κρατήσω το χέρι μιας λυπημένης γυναίκας.

— Πώς πάνε τα βήματα;.. τη ρωτάω.
— Νιώσε τον λυγμό και θα καταλάβεις.
— Και αν δεν τον νιώσω; Γιατί εδώ γίνεται γλέντι μεγάλο;
— Δεν έχει σημασία αυτό που φαίνεται, γιε μου. Σημασία έχει η λύτρωση του χορού!
Άραγε η λύτρωση έρχεται και όταν βρίσκεις τη χαμένη γεύση της νιότης;
Κεφάλαιο 3: Μακαρόνια με τυρί και πιπέρι
Η τρίτη καλύτερη μακαρονάδα του κόσμου, για εμένα, είναι η cacio e pepe. Θα πουν πολλοί: «Μακαρόνια με τυρί και πιπέρι; Μπράβο, ανόητε Ρεμί, σου πιάνουν τον π….. για να φας μακαρόνια με τυρί και πιπέρι!».
Δεν είναι μια απλή μακαρονάδα. Είναι η μακαρονάδα της παιδικής μας ηλικίας. Εντάξει, όχι έτσι ακριβώς, γιατί παλιά υπήρχε και το τσιγάρισμα στο λάδι ή στη Μινερβίνη. Είναι η μακαρονάδα που φτιάχνεις όταν θα πρωτομαγειρέψεις (όχι ακριβώς έτσι), είναι η μακαρονάδα που φτιάχνεις όταν δεν έχεις ούτε 10€ στην τσέπη (υπερβολή πάλι, γιατί δεν πετυχαίνεις δεμένη τη σάλτσα ούτε τη Δευτέρα Παρουσία) και, βέβαια, είναι και η αγαπημένη μακαρονάδα της Λου. Πάνω σε αυτήν ορκιστήκαμε ότι θα μείνουμε μέχρι το τέλος του κόσμου, ανίκητοι εραστές. Μετά ήθελε να προσθέσει κέτσαπ και χάλασε η διήγηση αυτής της ερωτικής ιστορίας!

Μα κέτσαπ, αγάπη μου; Να ενωθούν όλες οι μαφίες του κόσμου και να γδέρνουν τα αλαβάστρινα σώματά μας, κάθε μέρα, για χρόνια, για παραδειγματισμό στο λιμάνι της Napoli.
Αν είναι cacio e pepe και με χειροποίητα ζυμαρικά, απλά χορεύεις ασυναίσθητα στο τραπέζι και μεταφέρεσαι στη Ρώμη, ακριβώς στην κορυφή των Ισπανικών Σκαλιών. Χαζεύεις λίγο την ομορφιά και μεταφέρεσαι ξανά στην πραγματικότητα.
Θα ρωτήσετε πολλοί ποια είναι η δεύτερη και η πρώτη. Η δεύτερη είναι το πέστο της μαμάς μου, τρομακτικά νόστιμο. Άσε που μου θυμίζει την περίοδο που το έφτιαχνε και ένα αγαπημένο τραγούδι του Πορτοκάλογλου, το «Πες το κι έγινε»… «Πες το κι έγινε, μωρό μου… Η μέρα έφυγε… Και τι έγινε, μικρό μου… Η νύχτα αρχίζει και… Πες το κι έγινε…».