36 ώρες στην Κουρούτα μεταξύ φουτουρισμού και σουβλακίου
O Ρεμί καταφέρνει να συνδυάσει το σουβλατζίδικο του Μπλαμούτσα με την κομψή γαστρονομία στις «Dexamenes».
Όταν ακούτε τις μαγικές λέξεις «Καλοκαίρι» και «Κουρούτα», είναι σίγουρο ότι κάποιοι θέλετε να φύγετε από το άρθρο, να κλείσετε την καρτέλα και να πάτε να δείτε βίντεο με γάτες που πέφτουν από καναπέδες. Αλλά πριν φύγετε, σας λέω: άκουσον μεν, πάταξον δε. Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα μπάνιο, ένα ξενοδοχείο και ένα σουβλάκι. Μιλάμε για 36 ώρες.
Είχα ένα μεγάλο όνειρο, δεν σας το κρύβω: να επισκεφτώ αυτό το υπέροχο ξενοδοχείο που λέγεται «Dexamenes» και βρίσκεται στη μαγική παραλία της Κουρούτας. Το είχα δει σε φωτογραφίες, το είχα χαζέψει, το είχα ζηλέψει, το είχα βάλει στη λίστα με τα μέρη που λες «κάποτε θα πάω» και μετά πας τριήμερο στο εξοχικό του ξαδέρφου σου, γιατί έτσι τα φέρνει η ζωή. Αυτή τη φορά, όμως, το σύμπαν συνεργάστηκε, οι βαλίτσες έκλεισαν, το αυτοκίνητο πήρε μπρος και εγώ έφτασα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που νομίζει ότι ξέρει να χαλαρώνει. Δεν ήξερα, αλλά θα μάθαινα.
Διαβάστε επίσης
Η παραλία είναι αμμώδης, πελώρια και απίστευτα δροσερή. Όχι «πάγος, φώναξε το λιμενικό» δροσερή, αλλά όσο πρέπει για να μπαίνεις μέσα με αξιοπρέπεια και να μη βγάζεις τον ήχο που βγάζει ο άνθρωπος όταν πατάει ξυπόλυτος σε Lego. Είναι τόσο ξεγνοιαστή και απλωμένη, που δεν χρειάζεται να προβληματίζεσαι για τον κόσμο, για το αν η ομπρέλα σου είναι πολύ κοντά στην άλλη ομπρέλα ή για τους λαγοκέφαλους. Τι κακό κι αυτό. Σε λίγο, μαζί με τις γαλάζιες σημαίες, θα βάζουν και ειδική ένδειξη: «Παραλία με καλή άμμο, ήρεμο κύμα και όχι λαγοκέφαλους».

Τα αρχικά κτίρια του ξενοδοχείου χτίστηκαν τη δεκαετία του 1920. Δημιουργήθηκαν μετά τη σταφιδική κρίση του 1910 ως οινοποιείο και αποστακτήριο. Δηλαδή, εκεί που κάποτε υπήρχαν εργάτες, βαρέλια, μούστος, σωληνώσεις και μια σοβαρότητα βιομηχανική, σήμερα κυκλοφορείς εσύ με καπέλο, γυαλιά ηλίου και ύφος ανθρώπου που αναρωτιέται αν το πρωινό έχει και δεύτερο καφέ. Οι βαριές τσιμεντένιες δεξαμενές χτίστηκαν κυριολεκτικά πάνω στο κύμα, ώστε τα πλοία να φορτώνουν το κρασί απευθείας μέσω σωληνώσεων που κατέληγαν σε πλατφόρμα στην παραλία, για εξαγωγή. Πρακτικότατο. Σήμερα, βέβαια, αντί να φεύγει κρασί, φεύγεις εσύ με δέκα φωτογραφίες και μια ελαφριά υπαρξιακή κρίση, γιατί δεν ζεις μόνιμα εκεί.
Το βιομηχανικό αυτό συγκρότημα αφέθηκε στην εγκατάλειψη για δεκαετίες. Σταδιακά αναγεννήθηκε χάρη στο όραμα του Νίκου Καραφλού και την αρχιτεκτονική υπογραφή του γραφείου K-Studio. Ο αρχικός χαρακτήρας των αποθηκών διατηρήθηκε, χωρίς να γίνει αυτό το ψεύτικο «παλιό» που βλέπεις καμιά φορά και λες ότι κάποιος κόλλησε δύο σκουριασμένες λαμαρίνες για να το πει industrial. Εδώ η βιομηχανική μνήμη είναι αληθινή, στέκεται δίπλα σου, σχεδόν σου λέει «μην πατάς εκεί με το βρεγμένο μαγιό». Το πρώην εργοστάσιο μετατράπηκε σε ένα βραβευμένο και πρωτοποριακό ξενοδοχείο, από αυτά που δεν τα περιγράφεις εύκολα χωρίς να ακουστείς λίγο ποιητικός, πράγμα επικίνδυνο, αν πριν έχεις φάει club sandwich.

Ο αγαπημένος μάγειρας Γκίκας Ξενάκης, μαζί με τον ταλαντούχο chef de cuisine Σταύρο Κούση —να σταθώ ότι είναι και ιδιαίτερα χαμογελαστό παιδί — δημιούργησαν ένα menu με θέμα την τομάτα, μέσα σε μία από τις δεξαμενές μούστου που υπήρχαν στον χώρο, το «dex.Silo.01». Ένας μαγικός χώρος, ο οποίος σου δημιουργεί συναισθήματα εντυπωσιασμού, γιατί από τη μία βρίσκεσαι σε δεξαμενή και κάνεις δείπνο, από την άλλη έχεις projection και αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις σε γαστρονομικό sci-fi. Ο νομός Ηλείας έχει παράδοση στην τομάτα και αυτό εύκολα το διακρίνεις, ακόμη κι αν δεν είσαι ερευνητής, από το εργοστάσιο μιας μεγάλης βιομηχανίας τομάτας, του Κύκνου, που βρίσκεται στην περιοχή.
Βέβαια, στις «Dexamenes» δεν το κάνουν απλό. Δεν είπαν απλώς «βρείτε μας καλές τομάτες να κάνουμε ένα ωραίο μενού». Έψαξαν, ανακάλυψαν παλιούς σπόρους και δημιούργησαν, σε συνεργασία με μια φάρμα της περιοχής, 14 είδη από τομάτες. Δεκατέσσερα. Εγώ μέχρι τότε ήξερα την κόκκινη, την πιο κόκκινη και εκείνη που αγοράζεις τον χειμώνα και έχει γεύση από μελαγχολικό αγγούρι. Εδώ, όμως, η τομάτα κυριαρχεί στο menu με τρόπο σοβαρό, σχεδόν βασιλικό. Βέβαια, δεν πας μόνο για το menu, πας για όλη την εμπειρία: το φως, τη θάλασσα, τον χώρο, τη μυρωδιά του καλοκαιριού και εκείνη την αίσθηση ότι κάποιος σκέφτηκε τα πάντα πριν από εσένα, ώστε εσύ να μη σκεφτείς τίποτα.
Διαβάστε επίσης
Ήταν όλα υπέροχα: και το δείπνο και η πρωτόγνωρη ατμόσφαιρα και εκείνο το ωραίο συναίσθημα ότι, για λίγες ώρες, ζεις κάτι μαγικό. Κάθε πιάτο είχε μια ιστορία, κάθε μπουκιά είχε λόγο ύπαρξης και εγώ προσπαθούσα να δείχνω ψύχραιμος, ενώ μέσα μου χειροκροτούσε μια μικρή μπάντα.

Το επόμενο πρωί με βρήκε να κάθομαι στην παραλία, ακριβώς κάτω από τις «Dexamenes», τρώγοντας το υπέροχο club sandwich και προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό είναι ισορροπημένη διατροφή, γιατί έχει και μαρούλι. Το ίδιο πρωί, ανάμεσα σε βουτιές, περιπάτους και βλέμματα προς τον ορίζοντα που έλεγαν «μήπως να αλλάξω καριέρα και να γίνω άνθρωπος παραλίας;», με βρήκε ο Νίκος, ο ιδιοκτήτης των Δεξαμενών, και μου αποκάλυψε να πάω σε ένα μυστικό σουβλατζίδικο που υπάρχει στην περιοχή και φτιάχνει καλαμάκια από χοιρινό σε καλαμάκι από τις καλαμιές. Εκεί κατάλαβα ότι το ταξίδι είχε αποκτήσει αποστολή.
Το βράδυ με βρήκε στην αναζήτηση του απόλυτου. Ενώ έχω πει από μέσα μου ότι, για να πετύχω σαν γαστρονομικός συντάκτης, πρέπει να γίνω εστέτ, να μιλάω για οξύτητες, υφές και επίγευση με ύφος καρδιναλίου, η δίψα μου για καλαμάκια και σουβλάκια με οδηγεί πάντα σε περίεργα μονοπάτια. Είναι μια εσωτερική μάχη. Από τη μία η υψηλή γαστρονομία, από την άλλη το χοιρινό καλαμάκι που ψήνεται σωστά και σου λέει «άσε τις φιλοσοφίες και βάλε λεμόνι».
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, ή Μπλαμούτσας, έχει το σουβλατζίδικό του στα Καβάσιλα. Εδώ και 33 χρόνια φτιάχνουν χοιρινά καλαμάκια απίστευτα, από αυτά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι γιατί η UNESCO ασχολείται με μνημεία και όχι με συγκεκριμένες σχάρες. Θα μπορούσε να πάει για ναυάγιο η βραδιά, γιατί δεν είχε μείνει καλαμάκι για καλαμάκι. Αλλά απείλησα τον Μπλαμούτσα —με όση αξιοπρέπεια μπορεί να έχει ένας πεινασμένος άνθρωπος— ότι ήταν η επιθυμία μου για φέτος να φάω από αυτόν. Τελικά, από μια παραγγελία αφαίρεσε δύο και τα έδωσε σε εμένα. Επικό. Και μαζί με τις υπέροχες τηγανιτές πατάτες γινόταν ακόμη πιο υπέροχο. Εκεί, σε ένα τραπέζι χωρίς πολλά πολλά, κατάλαβα ότι η ευτυχία δεν χρειάζεται πάντα λινές πετσέτες. Μερικές φορές χρειάζεται χαρτοπετσέτα, πατάτα και λίγο αλάτι παραπάνω.

Μια μέρα πριν δείπνο στο φουτουριστικό περιβάλλον του «dex.Silo.01» και τώρα σουβλάκια. Μεγάλη γαστρονομική χαρά είχα. Και αυτή είναι ίσως η ομορφιά του ταξιδιού: να χωράνε μέσα σε 36 ώρες και η δεξαμενή με την τομάτα και το καλαμάκι στα Καβάσιλα, και το αρχιτεκτονικό βραβείο και η πατάτα στο λαδόχαρτο. Γιατί η Ελλάδα, όταν θέλει, μπορεί να σε ταΐσει και στο επίπεδο της τέχνης και στο επίπεδο της άμεσης σωτηρίας.
Το πρωινό στις «Dexamenes» είναι επίσης επικό, γιατί σου σερβίρουν αυγά με όποιον τρόπο αγαπάς και τα συνδυάζουν με υπέροχα τυριά και παστά χοιρινά. Τι όμορφο αυτό το δέσιμο της παραδοσιακής γεύσης σε ένα τόσο μοντέρνο ξενοδοχείο. Φεύγοντας, είχα την αίσθηση ότι οι 36 ώρες ήταν λίγες, αλλά αρκετές για να καταλάβω πως η Κουρούτα δεν είναι απλώς μια παραλία που την πιάνεις στον χάρτη και λες «εντάξει, πάμε». Είναι ένα μέρος που μπορεί να σε βάλει να φας τομάτα σαν να είναι πρωταγωνίστρια, να κοιμηθείς μέσα στην ιστορία, να ξυπνήσεις με τη θάλασσα στα πόδια σου και να κυνηγήσεις δύο καλαμάκια σαν να είναι χαμένος θησαυρός. Και αν αυτό δεν είναι καλοκαίρι, τότε πραγματικά δεν ξέρω τι είναι.
Διαβάστε επίσης