48 ώρες στην Πάργα και το «Parga Beach Resort»
Η Πάργα μέσα σε 48 ώρες δεν προλαβαίνει να σου τα δείξει όλα, αλλά προλαβαίνει να σου θυμίσει τι σημαίνει καλό καλοκαίρι.
Ένα από τα μέρη που αγαπώ είναι η Πάργα. Εκτός από το ότι μου θυμίζει το πονηρό τραγούδι «Στης Πάργας τον ανήφορο», έχει κάτι που με πηγαίνει πίσω στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κέρκυρα. Μόνο που η Πάργα είναι σαφώς πιο μανιτζέβελη: πιο μικρή, πιο εύκολη, πιο αγκαλιαστή, χωρίς να χάνει τίποτα από την ομορφιά της. Έχει χρώματα, έχει ανηφόρες, έχει σπίτια που μοιάζουν να ποζάρουν, έχει κάστρο, έχει βουκαμβίλιες και, φυσικά, έχει υπέροχες θάλασσες. Μία από αυτές είναι η παραλία του Βάλτου. Κανονικά, θα έστελνα ψήφισμα για να αλλάξει όνομα, γιατί όταν ακούς «Βάλτος» περιμένεις κάτι θλιβερό και λασπωμένο, ενώ στην πραγματικότητα αντικρίζεις έναν μικρό παράδεισο.
Διαβάστε επίσης
Στην παραλία του Βάλτου υπάρχει ένα υπέροχο ξενοδοχείο, πραγματικά πάνω στη θάλασσα, που λέγεται «Parga Beach Resort». Το μεγάλο του προνόμιο είναι ότι σου προσφέρει απρόσκοπτη πρόσβαση στη θάλασσα, σε μια παραλία τόσο παραδεισένια που δεν θέλεις να φύγεις ούτε για μεσημεριανό, εκτός αν το μεσημεριανό είναι πολύ καλό, οπότε αλλάζει το θέμα. Έτσι, λοιπόν, στις 48 ώρες που πέρασα στην Πάργα, έκανα αυτό που θεωρώ ότι κάνω καλύτερα: φαγητό, ξεκούραση και, βέβαια, ατέλειωτο κολύμπι. Δηλαδή, ας είμαστε ειλικρινείς, κυρίως φαγητό και ξεκούραση, με το κολύμπι να λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι υγιεινού τρόπου ζωής.
Εντάξει, το «ατέλειωτο κολύμπι» μην το δένετε και κόμπο, γιατί το μόνο που κάνω είναι πλίτσι πλίτσι στα νερά για πέντε λεπτά και μετά βγαίνω, σκουπίζομαι με ύφος Ολυμπιονίκη και ανεβάζω φωτογραφίες στο Instagram ότι διαβάζω Κάφκα. Στην πραγματικότητα, βέβαια, βλέπω stories με ό,τι χαζομάρα υπάρχει διαθέσιμη στο διαδίκτυο. Εξάλλου, με το προφίλ που διαφημίζω, εύκολα θα πιστέψουν ότι διαβάζω Κάφκα και δεν χαζεύω stories. Η παραλία, πάντως, σε βοηθάει να παίξεις αυτόν τον ρόλο. Έχει αυτό το φως που σε κάνει να φαίνεσαι πιο βαθύς απ’ όσο είσαι και αυτή τη θάλασσα που σε συγχωρεί για όλες τις υπερβολές σου.
Πρώτο βράδυ: στο εστιατόριο «Lianolia»

Στο εστιατόριο γαστρονομική διευθύντρια είναι η Γεωργιάννα Χειλιαδάκη, η γνωστή και εξαιρετικά φημισμένη Ελληνίδα μαγείρισσα, η οποία έφερε στο ξενοδοχείο την περίφημη μακαρονάδα της με τα βόνγκολε. Δεν σας κρύβω ότι άνετα περνούσα όλο το καλοκαίρι τρώγοντας αυτή τη μακαρονάδα, με την ίδια σοβαρότητα που άλλοι αφιερώνονται στον διαλογισμό. Η Κέρκυρα, όμως, με καλούσε και δοκίμασα και το υπέροχο, ελαφρώς ιερόσυλο μπιάνκο με νιόκι, αλλά και το εξαιρετικό κριθαράκι με κοτόπουλο. Το τέλος μας βρήκε με έναν απίστευτο μπακλαβά και, φυσικά, με ένα υπέροχο γλυκό αφιερωμένο στα λεμόνια της Πάργας. Αξίζει να σταθώ και στον χώρο: το εστιατόριο είναι λες και βρίσκεσαι στο Πόρτο Φίνο, μια ιταλική πανδαισία ομορφιάς στην καρδιά της Πάργας, με φως, χρώμα και μια αίσθηση διακοπών που σε κάνει να ξεχνάς ότι έχεις επιστροφή.

Τη δεύτερη ημέρα την πέρασα πάλι στην παραλία, γιατί όταν έχεις τέτοια θάλασσα μπροστά σου δεν χρειάζεται να κάνεις τον εξερευνητή. Παρ’ όλα αυτά, έκανα μια μικρή κρουαζιέρα είκοσι λεπτών στην Πάργα, ίσα ίσα για να δω την πόλη και από τη θάλασσα και να νιώσω ότι έκανα κάτι πολιτιστικό. Ο τύπος που οδηγούσε το φουσκωτό μου είπε κατά λέξη: «12 Αυγούστου, αγόρι μου, την Πάργα θα τη βλέπεις όπως οι πειρατές, από μακριά». Και είχε δίκιο. Η Πάργα τον Δεκαπενταύγουστο θέλει στρατηγική, υπομονή και πιθανώς σχέδιο διαφυγής. Όμως, εκτός αιχμής, είναι όνειρο: περπατιέται, φωτογραφίζεται, τρώγεται και κολυμπιέται με μια ανεμελιά που σπανίζει.
Πρώτο βράδυ: στο εστιατόριο «Κοκόνα»

Το βράδυ άλλαξα εστιατόριο και βρέθηκα στην «Κοκόνα», το άλλο εστιατόριο του ξενοδοχείου, που είναι λες και κάθεσαι στην πλατεία ενός υπέροχου χωριού. Ο executive σεφ Στράτος Χαϊταρίδης, υπεύθυνος για όλη την εστίαση του ξενοδοχείου, δημιουργεί ένα ελληνικό μενού επηρεασμένο από την ηπειρώτικη και την κερκυραϊκή κουζίνα. Με εντυπωσίασαν το μπουγιουρντί, τα κεφτεδάκια, η υπέροχη ηπειρώτικη πίτα και η καπνιστή σπαλομπριζόλα. Από τα γλυκά, ο μπακλαβάς τσίζκεϊκ και η κρεμ μπριλέ ρυζόγαλο ήταν μοναδικά. Είναι από αυτά τα τραπέζια που ξεκινάς λέγοντας «θα φάω λίγο» και τελειώνεις κοιτάζοντας το κενό, προσπαθώντας να θυμηθείς πότε ακριβώς έχασες τον έλεγχο.

Δεν σας κρύβω ότι ήθελα να μείνω κι άλλο στο «Parga Beach Resort». Ξεκουράστηκα, έφαγα εξαιρετικά και σκέφτηκα ξανά πόσο ωραίο είναι να είσαι έστω για λίγο ανέμελος: να κάνεις πλίτσι πλίτσι, να παριστάνεις ότι διαβάζεις Κάφκα, να τρως φαγάρες και να κοιτάς τη θάλασσα σαν να σου χρωστάει απαντήσεις. Η Πάργα μέσα σε 48 ώρες δεν προλαβαίνει να σου τα δείξει όλα, αλλά προλαβαίνει να σου θυμίσει τι σημαίνει καλό καλοκαίρι. Και αυτό, αν με ρωτάτε, είναι ήδη υπεραρκετό.