Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Αυτοκρατορικά στρούντελ, μπαρμπούνια και το καλύτερο κρασί του κόσμου
Η μαμά του Ρεμί είχε τη συνταγή για μηλόπιτα της Πριγκίπισσας Σίσσυ.
Περιεχόμενα
Κεφάλαιο 1: Μπαρμπουνάκια στον ύπνο μου
O άτυπος life coach μου, ψυχολόγος και εμψυχωτής Αρίστος μου λέει κάθε φορά…
«Ρεμί όταν πέφτεις, σκέψου το γκολ του Βαζέχα στο Άμστερνταμ, το τελευταίο πλάνο από την “Ατίθαση Καρδιά” με τον Νίκολας Κέιτζ να πηδάει από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο και ωραία φαγητά και γλυκά. Σε 2 λεπτα θα ανέβεις…»
Σκέφτηκα λοιπόν ότι έτρωγα γαρίδες και μπαρμπουνάκια!
Την ηρεμία μου όμως τη χάλασε η ταυτόχρονη αποστολή στο email λογαριασμών ρεύματος! Ευχαριστώ την εταιρεία ρεύματος που με επαναφέρει στην πραγματικότητα και μου υπενθυμίζει ότι μάλλον έχω σαν κτίριο την Giant του Γιάγκου Δράκου και, παράλληλα, δίνουμε ρεύμα και σε ένα εργοστάσιο!
Αχ ρε Αρίστο, σε όλα άριστος είσαι, απλά δεν προβλέπεις τα απρόβλεπτα!
Άρα τέλος οι γαρίδες, τέλος τα μπαρμπουνάκια. Γκολ τέτοιο σπουδαίο έχουμε να πανηγυρίσουμε χρόνια, τέτοια σκηνή έχουμε να δούμε χρόνια.
Θα έλεγα όμως ότι δεν έπεσα, γιατί σκέφτηκα ότι έχω μια ευκαιρία για τέτοιες ενδόμυχες σκέψεις αύριο. Τι μπορεί να πάει στραβά;
Σίγουρα κάτι θα πάει στραβά, αλλά υπάρχει και το μεθαύριο. Κάθε φορά που σκέφτομαι το αύριο, μου έρχεται στο μυαλό αυτή η τραγουδάρα του Μπιθικώτση:
«Αύριο πάλι, αύριο πάλι θα ’ρθω να σε βρω!»
Με πιάνουν τα δάκρυα και μετά μια απερίγραπτη χαρά.
Θα ήθελα να ρωτήσω κάποια στιγμή τον Αρίστο πώς λέγεται στην ψυχολογία αυτή η συμπεριφορά.

Κεφάλαιο 2: Μπαρμπουνάκια στο ξύπνιο μου
Δεν θέλει όμως τόση φιλοσοφία για να απολαύσουμε ένα ωραιότατο μπαρμπούνι, κι ας είναι άσκηση λεπτότητας. Ψητό μπαρμπούνι από τον «Σκοτάδη» και από τον Τραβόλτα θα μπορούσα να τρώω κάθε μέρα. Την καρδιά μου όμως την τράβηξε και το κάτι σαν μπουρδέτο με μπαρμπούνι στου «Παπαϊωάννου». Ήθελα να βάλω ψωμάκι στη σάλτσα, αλλά κρατήθηκα σοβαρός. Τι χαζομάρα να με πιάσει ντροπή…
Ντροπή… τι παράξενο συναίσθημα. Στην ερώτηση «γιατί βάζεις το “σαν κάτι”;», η απάντηση είναι γιατί η καθεστηκυία τάξη δεν επιτρέπει το μπαρμπούνι στον ορισμό.
«Θα φανεί ιερόσυλο αν δεν είναι όπως πρέπει και οι πλανήτες θα αλλάξουν θέση», μου έλεγε η γιαγιά μου.
Όταν ήμουν νεαρός, βάφτιζα και άλλαζα τα πράγματα. Τώρα πια δεν θέλω να αλλάζω ούτε εκατοστό από τις φοντανιέρες με τις καριόκιες στο γραφείο που πηγαίνω, που δεν έχει λόγο ύπαρξης. Τώρα που σκέφτηκα τις καριόκιες, έχετε φάει τις καριόκιες του Παρλιάρου; Τι μπέρδεμα κι αυτό στο μυαλό μου. Μπαρμπούνι και σοκολάτα!
Δεν λένε ότι προκαλεί κάτι η σοκολάτα με το ψάρι, ή είναι μύθος;

Κεφάλαιο 3: Το στρούντελ και η μηλόπιτα
Είναι λίγο σπάνιο να σου πει ένας άνθρωπος ότι λατρεύει το μήλο και ότι είναι το αγαπημένο του φρούτο, όταν υπάρχουν τόσα φαντασμαγορικά φρούτα στην αγορά.
Εγώ όμως το λατρεύω. Καταρχάς, με το μήλο φτιάχνεις τη μηλόπιτα, το γλυκό που φτιάχνει καλύτερα στον κόσμο η μαμά μου. Όταν γύρναγα σπίτι και της έλεγα τα κατορθώματα των άλλων μαμάδων στη ζαχαροπλαστική, που φτιάχνανε κέικ, κρέμες, γλυκά ταψιού, αυτή τότε σκαρφίστηκε να μου φτιάξει μια μηλόπιτα. «Το γλυκό της Πριγκίπισσας Σίσσυ της Αυστρίας και του Αυτοκράτορα»: έτσι μου το παρουσίασε.
Εντυπωσιάστηκα εγώ. Κοίτα να δεις τι τρώνε οι αυτοκράτορες!
«Μα μαμά, τόσο φθηνά υλικά βάζουν αυτοί; Μήλο που βάζει ο παππούς στο κρασί του;»
«Δεν είναι σαν το μήλο του παππού σου. Αυτοί τρώνε ειδικά μήλα που παράγγειλα και έδωσα μια περιουσία γι’ αυτόν τον λόγο».
Πού να καταλάβει ο μικρός Ρεμί με τις τόσες ποικιλίες μήλου που υπάρχουν;
Όταν βαρέθηκε να φτιάχνει φύλλο, άρχισε να παίρνει φύλλα σφολιάτας και να τα γεμίζει με μήλο, σταφίδα και κανέλα. Τα σκέπαζε και έκανε τη σκεπαστή μηλόπιτα.
Αυτήν τη χαζομάρα μπορεί τώρα να μην την πιστεύω, αλλά στη Βιέννη έψαχνα μηλόπιτα-στρούντελ και δεν υπήρχε πουθενά. Απόλυτη κυριαρχία των Ιταλών, γεμάτο τζελάτο και κανόλι. Στρούντελ βρήκα μόνο στο παλάτι της Σίσσυς και ήταν όνειρο. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Κάπου στο ψέμα υπάρχει και μια αλήθεια!
Τα καλοκαίρια λάτρευα να κάθομαι με τον παππού μου. Κάθε βράδυ έκανε την ίδια ιεροτελεστία: καθόταν μόνος του και έπινε ένα ποτήρι — έτσι έλεγε για τον αριθμό — κόκκινο κρασί, έβαζε στο ραδιόφωνο να παίζει Δεύτερο Πρόγραμμα και καθάριζε ένα ξινόμηλο για αυτόν και, όταν ήμουν κι εγώ εκεί, ένα δεύτερο ξινόμηλο για εμένα. Όταν δεν μας έβλεπε κανείς, μου έφερνε κι εμένα ένα ποτήρι και μου έβαζε λίγο κρασί.
«Το ξινόμηλο πάει μόνο με Ξινόμαυρο», μου έλεγε.
Χωρίζαμε το μήλο σε τέσσερα κομμάτια. Τα τρία τα τρώγαμε γρήγορα, αφού τα πασπαλίζαμε με κανέλα, γιατί «κάνει καλό στην υγεία», μου έλεγε. Το τέταρτο το ρίχναμε στο Ξινόμαυρο για να πάρει άλλη γεύση και το μήλο και το κρασί.
Δεν με άφηνε βέβαια να πίνω ούτε τις σταγόνες ούτε να τρώω το μήλο. Πάντα περίμενα καρτερικά να τον πάρει ο ύπνος στην καρέκλα και να δοκιμάσω το μήλο με τις σταγόνες Ξινόμαυρου.
Μου άρεσε αυτή η αίσθηση της έκπληξης που μου έδινε κάθε φορά που το έτρωγα. Ήταν σαν να με ψήλωνε. Όταν το έτρωγα, τον ξύπναγα και έβαζα τα ποτήρια στον νεροχύτη για να μην το καταλάβει.
«Παππού, ξύπνα!»
Αυτός άνοιγε τα μάτια του έκπληκτος.
«Παππού, τι κρασί είναι αυτό;»
Τον ρωτούσα πάντα ανήξερος, ενώ το διάβαζα στο μπουκάλι.
«Ξινόμαυρο Νάουσας Μπουτάρη. Το καλύτερο κρασί στον κόσμο», μου έλεγε νυσταγμένος.
Μετά από λίγο σηκωνόταν, με φιλούσε στο κεφάλι και πήγαινε προς το δωμάτιό του και άρχιζε τα ροχαλητά.
Μόλις τον άκουγα, σκεφτόμουν συνέχεια το ίδιο πράγμα: το καλύτερο κρασί στον κόσμο σε κοιμίζει στο λεπτό. Φαντάσου να το δοκιμάζαμε και με τα αυτοκρατορικά μήλα…