Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Οι κεφτέδες της γιαγιάς και οι τυρόπιτες του φωτογράφου
Ο Ρεμί νοσταλγεί τις γεύσεις και τα αρώματα που θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να φυλακίζουμε σε τάπερ και μπουκαλάκια για να τα κρατάμε για πάντα.
Κεφάλαιο 1: Οι κεφτέδες
Όταν μεγαλώνεις έρχεσαι αντιμέτωπος με αυτούς τους δύσκολους αποχαιρετισμούς ανθρώπων, μυρωδιών, γεύσεων και παραμυθιών. Δεν ξέρω αν οι μεζέδες της γιαγιάς μου ήταν γκουρμεδιές, αλλά ξέρω πόσο αγαλίαζε η ψυχή μου όταν με έβγαζε ο δρόμος προς το σπίτι της, με αυτήν την τραγανή σπανακόπιτα της (που όμοια της δεν έχω ξαναβρεί και έχω κάνει χιλιάδες δοκιμές), τα rock κεφτεδάκια της και τις περίεργες μισοκαμένες πατάτες της, που κατά περίεργο τρόπο ήταν τόσο μοναδικές και γευστικές.
Τι χαρά είχε που καταβρόχθιζα για 1δέκα νοματαίους και εγκατέλειπα το τραπέζι σε λιπόθυμη κατάσταση, έτοιμος να παραδοθώ για νοσοκομειακή φροντίδα! Μετά ξεκίναγαν οι ίδιες ιστορίες, πάντα με διαφορετικό τρόπο και με καινούργια στοιχεία διηγηματικού μύθου ανάλογα την διάθεση της. Άλλες φορές γινόντουσαν πικρές και άλλες φορές τόσο γλυκιές, σαν το αξεπέραστο κέικ καρύδας της.
Όσες φορές και αν πήγαινα, ακόμα και αν ήταν κουρασμένη, ποτέ δεν αρνιόταν την αποστολή της, αυτή που σε γέμιζε με τόνους φαγητού, μύθους και αγάπης. Ποτέ δεν σου έλεγε όχι, ποτέ δεν είχε αντιρρήσεις, πάντα σε έβλεπε όμορφο ακόμα και όταν έφτανα στο xxxlarge και πάντα με αποκαλούσε πασά μου, «έχεις δει κανένα πασά αδύνατο;». Γι’ αυτό τους πήραμε φαλάγγι πριν 200 χρόνια, τις απολαύσεις σκεφτόντουσαν όλη μέρα!
Αυτή ήταν η αποστολή της γιαγιάς μου σε ένα κόσμο με Όχι και δεν πρέπει, αυτή έκανε την υπέρβαση και τον έκανε μαγικό και έψαχνε πάντα αφορμή να σου δώσει αγάπη μέσα από το φαγητό και τις ιστορίες. Όταν γύρναγα από το σχολείο κουρασμένος, όταν γύρναγα από την σχολή, όταν επέστρεφα με άδεια από τον στρατό, όταν ήμουν ερωτευμένος, όταν ήμουν χωρισμένος. Θα πείτε πολλοί, οι γιαγιάδες κάνουν τα παιδιά κακομαθημένα· ναι, αλλά τους δίνουν και αγάπη και τους μαθαίνουν σεβασμό. Αν στενοχωρούσα εγώ κορίτσι ερωτικά, την έβλεπα ότι άλλαζε η μορφή της και πάντα μου έλεγε η μεγαλύτερη αμαρτία στον κόσμο είναι να πληγώνεις έναν άνθρωπο που σε αγαπάει.
Βασικά δεν νομίζω ότι υπήρχε κάτι που να αναπνέει και να μην το πρόσεχε ή να μην το αγαπούσε, είτε αυτό ήταν λουλούδια ή ζώα ή άνθρωποι. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έφευγε και ήδη έχουν περάσει εννιά χρόνια, γιατί πάντα θεωρούσα ότι οι γιαγιάδες των παραμυθιών είναι πάντα στην δεσπόζουσα θέση των μύθων, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος τους, ο από-μηχανής θεός, γιατί είναι αυτές που φέρνουν το happy end.
Κεφάλαιο 2: Οι τυρόπιτες
Βασικά θα ήθελα να πάω στο κέντρο σήμερα, αλλά σκέφτομαι καλύτερα να βγάλω κιμά, να φτιάξω κεφτέδες και να πάω και στα παιδιά του γραφείου να φάμε το μεσημέρι μέχρι σκασμού, σαν πασάδες αυτήν την Δευτέρα! Τωρα που το σκέφτομαι γι’ αυτό δεν με έλεγε πρίγκιπα, επειδή αυτοί είναι συνήθως αδύνατοι και δεν ήθελε να χαλάσει τον μύθο… Α ρε γιαγιά, τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω την γλυκιά απατεωνιά σου!
Βέβαια αν πηγαινα στο κέντρο θα πήγαινα σε ένα από τα «Μαμ», «Δωδώνη» ή «Άριστον»· σήμερα λόγω καλλιτεχνικής φύσης θα επέλεγα το «Μαμ», το οποίο το άνοιξε ένας φωτογράφος από την Κωνσταντινούπολη πριν 60 χρόνια. Από τότε βιώνανε το μπούλινγκ οι καλλιτέχνες περί ψάθας. Θα έλεγε μάλλον στην μανούλα του ο ήρωας μας: «Μαμά θα γίνω φωτογράφος και θα αποτυπώνω στιγμές σαν πίνακες ζωγραφικής». Όλοι ξέρουμε την απάντηση της και τις εκφράσεις ανησυχίας… «Αγόρι μου γλυκό, κάνε μια δουλειά κανονική όπως ο φίλος σου ο Μάκης, πιάνουν τα χεράκια σου, δες μήπως πιάσεις δουλειά στην οικοδομή ή να φτιάχνεις κανένα φαγητό, μην πεθάνεις στην ψάθα. Θα την πεθάνεις την μάνα σου αχαΐρευτε και επιτέλους φόρα πανωφόρι!».
Κάπως έτσι μάλλον ο κ. Ψωμόπουλος έφτιαξε ένα τυροπιτάδικο στο κέντρο και επειδή μάλλον αισθανόταν άσχημα δήλωνε σε αυτούς που τάιζε ότι κάποτε ήταν φωτογράφος. Σίγουρα κάθε βράδυ ονειρευόταν σύμπαντα και πλήθη που τον χειροκροτούσαν για τις φωτογραφίες του… Σε ένα σκέλος του ονείρου έπεσε μέσα, στο χειροκρότημα για τις δημιουργίες του, μόνο που ήταν για τις τυρόπιτες. Για εμένα πάντως είναι καλλιτέχνης και ας μην έγινε ποτέ αυτό που δήλωνε ότι έκανε στο παρελθόν.
Εξάλλου το να περιμένουν την δημιουργία σου κάθε μέρα για εξήντα συναπτά χρόνια χιλιάδες ανθρώπων σημαίνει ότι κάτι έδινες από την ψυχή σου για να τους ενθουσιάζεις!
Κεφάλαιο 3: Ο μπακαλιάρος (πάλι)
Πηγαίνω στο κέντρο σχεδόν κάθε εβδομάδα και ποτέ δεν έχω δει παρέλαση. Έχουν ένα κέφι αυτές οι συναθροίσεις της παρέλασης γιατί έχουν τυχαία βλέμματα με τους περαστικούς. Δεν πήγαινα γιατί έβλεπα τηγανιτούς μπακαλιάρους. Ξέρω ότι είμαι εκτός θέμματος αλλα μια που έχει όλο το άρθρο νοσταλγία, ας πω και για την πρώτη μου επαφή που ξέχασα να αναφερω την προηγούμενη εβδομάδα.
Η πρώτη μου επαφή με τον τηγανιτό μπακαλιάρο ήταν στα πέντε που ο αδελφός του παππού μου, ο θείος Θοδωρής είχε φτιάξει λίγο μπακαλιάρο για τον μπαμπά μου και τους φίλους του για συνοδεία με το κρασί τους. Τον εξαφάνισα στο λεπτό και μείνανε χωρίς μεζέ. Αμαρτία να στερείς από κρασοκανάτες τον μεζέ, το έμαθα μετά!
Λατρεύω να πηγαίνω στο πατρικό μου και να φτιάχνουν μπακαλιάρο σκορδαλιά και μετά να πειραματίζονται σε μαγιονέζες. Ο παππούς μου την έφτιαχνε με μια πατάτα και πέντε σκελίδες σκόρδο, κάτι για να διώξεις τον βρικόλακα. Οι γονείς μου είναι πιο Ευρωπαίοι. Τέλειος μπακαλιάρος στο πατρικό, εγώ βαριέμαι να μπω σε αυτήν την διαδικασία αλλά λατρεύω μετά να φεύγω και να μυρίζω όλος τηγανιτό ψάρι.
Είναι το άρωμα που δεν θέλω να χαθεί, είναι αυτά τα φθηνά και απεχθή αρώματα που θα ήθελες να μπουν σε ένα μπουκαλάκι και όταν αισθάνεσαι περιέργα να τα μυρίζεις. Άρωμα τηγανιτού μπακαλιάρου και σκορδαλιάς για βρικόλακες, το άρωμα της 25ης.