Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Η πρώτη ερωτική απογοήτευση και η θαλπωρή των καραβιών για Κρήτη

Οι γαστρονομικές απογνώσεις του Ρεμί: Η πρώτη ερωτική απογοήτευση και η θαλπωρή των καραβιών για Κρήτη

Αν ο έρωτας ήταν ακτοπλοϊκή γραμμή, εγώ είχα πάρει λάθος εισιτήριο, χωρίς καμπίνα και με επιστροφή αυθημερόν.

Κεφάλαιο 1: Το μεγάλο καράβι

Είχα χρόνια να πάω στο Ηράκλειο της Κρήτης — κοντά 25 — από τότε που βίωσα την πρώτη μου, περίπου οδυνηρή ερωτική απογοήτευση. Λέω «περίπου», γιατί στα 20 όλα είναι οδυνηρά: και ο χωρισμός και το «δεν μπορώ σήμερα» και το να τελειώσει το χαρτζιλίκι πριν τελειώσει ο μήνας.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Συμμαθητές στο σχολείο, ερωτευτήκαμε την τελευταία χρονιά της Γ΄ Λυκείου και από τότε ήμασταν αχώριστοι. Η πρώτη χρονιά μετά το σχολείο, χωριστά πια από την καθημερινή ρουτίνα, πέρασε όμορφα και σχετικά ήρεμα. Το καλοκαίρι αποφασίσαμε, ως άφραγκοι φοιτητές, να με φιλοξενήσει για πέντε ημέρες στην Αμμουδάρα, στο Ηράκλειο.

Μέχρι τότε δεν είχα ταξιδέψει με τόσο μεγάλο πλοίο. Είχα βέβαια κάνει την πενταήμερη στη Ρόδο με τα γνωστά πλοία της Agoudimos — Ρομίλντα, Ροδάνθη και λοιπές θαλάσσιες δοκιμασίες — που ξεκινούσες Τρίτη από τον Πειραιά και, αν όλα πήγαιναν καλά, έφτανες Πέμπτη στη Ρόδο. Αν δεν πήγαιναν καλά, έφτανες με άλλη ψυχολογία, άλλο ζώδιο και ίσως άλλη ηλικία.

Ο πρώτος μου έρωτας, επειδή είχαμε ταξιδέψει μαζί στη Ρόδο, μου αποκάλυψε ότι τα πλοία της Minoan Lines δεν έχουν καμία σχέση με εκείνο το χάλι. «Άσε», μου είπε, «που θα πάθεις πλάκα με τον πλούτο και την άνεση».

Μόλις έφτασα στον Πειραιά, η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκα από τον όγκο του πλοίου. Τρελάθηκα με τα σαλόνια, τα φώτα, τα εστιατόρια· ένιωθα ότι μπαίνω στο Titanic, αλλά χωρίς το βιολί και με περισσότερα τάπερ. Βέβαια, όλο το ταξίδι, επειδή φύλαγα χρήματα, δεν επισκέφθηκα κανένα εστιατόριο. Έκανα περιπλάνηση στο κατάστρωμα με μια βαλίτσα, σαν πρόσφυγας του φοιτητικού έρωτα, μέχρι που με βρήκε ο ύπνος κάπου στο πλοίο. Το κακό ήταν ότι κοιμήθηκα στις 03.00 και ξύπνησα στις 06.30. Δηλαδή ούτε ξεκούραση· απλώς έκανα demo ύπνου.

Ευτυχώς με περίμεναν οι γονείς της έξω από το πλοίο και, αφού τους χαιρέτησα, με πήγαν στο δωμάτιο που μου είχαν νοικιάσει. Δεν ήταν ξενοδοχείο· ήταν ένα συγκρότημα δωματίων με την αισθητική «έχω δει πράγματα». Το καλό ήταν πως είχαμε ανεξαρτησία. Το κακό ήταν πως ήταν τέσσερα χιλιόμετρα από το εξοχικό της αγαπημένης μου, δεν οδηγούσα, δεν υπήρχαν εφαρμογές για ταξί και δεν είχα λεφτά ούτε για να πω τη λέξη «ταξί» με αυτοπεποίθηση. Με το που με άφησαν, κοιμήθηκα και ξύπνησα σχεδόν απόγευμα. Η πρώτη ημέρα, αντί για ατέλειωτες ερωτικές σκηνές αχαλίνωτου πάθους, με βρήκε με τα δύο ξαδέλφια της και την αγαπημένη μου στην πιο άθλια καφετέρια του Ηρακλείου, να με ποτίζουν ρακή και μετά να με πηγαίνουν για σουβλάκι. Το σουβλάκι, πάντως, ήταν τεράστιο και το έφαγα μονομιάς, γιατί ο έρωτας έρχεται και φεύγει, αλλά ο γύρος είναι σταθερή αξία.

Η δεύτερη απογοήτευση ήρθε όταν κατάλαβα ότι δεν θα μέναμε το βράδυ μαζί. Τα ξαδέλφια της, με ένα χαμόγελο που σήμερα θα το έλεγα σαδιστικό, μου είπαν περιπαικτικά: «Μετά τον γάμο, στην Κρήτη, επιτρέπεται αυτό». Και μου έκλεισαν ραντεβού να με πάρουν για μπάνιο στις 10.00 το πρωί. Δηλαδή, από ρομαντικό καλοκαίρι, βρέθηκα με πρόγραμμα κατασκήνωσης.

Έτσι πέρασα το πρώτο μοναχικό μου βράδυ στο Ηράκλειο και δεν σας κρύβω ότι μου έλειψε το πλοίο, γιατί εκεί τουλάχιστον είχα κόσμο γύρω μου και μια πιθανότητα να πω: «Συγγνώμη, μήπως ξέρετε πού είναι η έξοδος;». Στο δωμάτιο-φυλακή δεν είχα ούτε τηλεόραση. Πιστεύω η επιλογή έγινε με τη φράση: «Ποιο είναι το χειρότερο δωμάτιο στην Κρήτη; Αυτό. Κλείσ’ το για το παιδί».

Το επόμενο πρωί δεν ήρθαν ποτέ να με πάρουν για μπάνιο. Εγώ απλώς περίμενα σαν τον Τομ Χανκς στον «Ναυαγό», αλλά χωρίς παραλία, χωρίς μπάλα Wilson και χωρίς αξιοπρέπεια.

Τελικά ήρθε το απόγευμα, πάλι μαζί με τα ξαδέλφια της, και κάναμε ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα: αυτή τη φορά χωρίς ρακή, αλλά με μπίρες, και φυσικά το τέλος μάς βρήκε ξανά με σουβλάκι. Στην Κρήτη, όπως κατάλαβα, μπορεί να μη σου βγει ο έρωτας, αλλά το σουβλάκι δεν σε προδίδει ποτέ.

Το βράδυ πάλι δεν την άφησαν να μείνουμε μαζί. Όμως τους άκουσα κρυφά ότι θα πήγαιναν σε ένα κλαμπ. Βασικά, δεν χρειαζόταν να τους ακούσω· τους πρόδωσε η αμφίεση. Δεν ήταν ντύσιμο για παρακμιακή ταβέρνα· ήταν ντύσιμο «πάμε κάπου που θα πληρώσουμε είσοδο και θα κάνουμε ότι μας αρέσει η μουσική».

Έτσι, το βράδυ, μόλις με άφησαν, φόρεσα τα καλά μου και πήγα στο κλαμπ. Εντάξει, «πήγα» είναι μεγάλη κουβέντα· περπάτησα πάνω από τέσσερα χιλιόμετρα, με το ύφος ανθρώπου που κυνηγάει την αλήθεια και παράλληλα ψάχνει περίπτερο. Δυστυχώς είδα αυτό που φοβόμουν. Δεν πήγα βέβαια να κάνω σκηνή, γιατί δεν άντεχα να ακούσω τη χιλιοειπωμένη ατάκα «δεν είναι αυτό που νομίζεις». Κυρίως γιατί ήταν ακριβώς αυτό που νόμιζα.

Τα χιλιόμετρα μέχρι τη φυλακή-δωμάτιο ήταν βασανιστικά. Πρέπει να έκλαιγα σε όλη τη διαδρομή, αλλά με τέτοια υγρασία στην Κρήτη μπορεί και να μην το καταλάβαινε κανείς. Το πρωί ξύπνησα, πήγα προς το λιμάνι, άλλαξα τα εισιτήριά μου για την ίδια μέρα και περίμενα να ανοίξει το μεγάλο πλοίο για να με υποδεχτεί σαν μάνα, ψυχολόγος και ξενοδοχείο μαζί. Δίπλα στο παγκάκι γνώρισα έναν τύπο, πιάσαμε κουβέντα και, αφού του τα είπα όλα, στενοχωρήθηκε περισσότερο κι από εμένα. Με ρώτησε αν έχω καμπίνα. Του είπα όχι. «Έχω ένα κόλπο», μου είπε. Εκεί κατάλαβα ότι η μοίρα, όταν θέλει, στέλνει από μηχανής φίλο.

Αφού μπήκαμε στις 18.00 στο πλοίο, απολαύσαμε έναν καφέ στο κατάστρωμα, με θέα το κάστρο του Ηρακλείου. Μόλις ξεκίνησε το πλοίο, μου είπε: «Η φτώχεια και η απογοήτευση θέλουν καλοπέραση». Με ρώτησε αν πεινάω. Να πω, σε αυτό το σημείο, ότι και πεινούσα και χρήματα είχα, γιατί ευτυχώς τα ξαδέλφια της πρώην αγαπημένης μου δεν με άφηναν να πληρώσω ποτέ και, επιπλέον, έφυγα και μέρες νωρίτερα. Οπότε ήμουν ραγισμένος συναισθηματικά, αλλά οικονομικά σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι περίμενα.

Ο νέος μου φίλος με πήγε στο à la carte εστιατόριο του πλοίου και ειλικρινά θαμπώθηκα. Ήταν σαν να έμπαινα σε κυριλέ εστιατόριο: σερβιτόροι με κουστούμι, μαχαιροπίρουνα, ποτήρια, όλα αυτά που, ως φοιτητής, τα έβλεπα συνήθως από μακριά ή σε διαφημίσεις. Παραγγείλαμε δύο μακαρονάδες με κιμά, μια χωριάτικη και ένα μπουκάλι κρασί. Το ευχαριστήθηκα όσο τίποτα. Ο νέος μου φίλος ήταν ξάδελφος με ένα παιδί που δούλευε στο εστιατόριο, και αυτός μάς άφησε μετά να κοιμηθούμε στην τραπεζαρία. Από ερωτική τραγωδία, δηλαδή, πέρασα σε ημιδιαμονή με πλήρη διατροφή.

Αναρωτήθηκα πού θα κοιμηθούμε. «Κάτω, στο πάτωμα», μου απάντησαν σχεδόν ταυτόχρονα. «Με τόσο που έχεις πιει και τέτοια εξάντληση που έχεις, απλώς θα κλείσεις τα μάτια». Δεν είχαν άδικο. Εκείνο το βράδυ, αν μου έλεγες να κοιμηθώ μέσα σε βαλίτσα, θα ρωτούσα μόνο αν έχει φερμουάρ.

Έτσι κι έγινε. Μόλις έκλεισα τα μάτια, πρέπει να βυθίστηκα στον ύπνο σαν να με είχαν αποσυνδέσει από την πρίζα. Μας ξύπνησε ο ξάδελφος του φίλου μου με τη φράση: «Φτάσαμε, Πειραιά». Εγώ χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα για να θυμηθώ ποιος είμαι, πού είμαι και γιατί μυρίζω μακαρονάδα με κιμά.

Τις επόμενες ημέρες δεν ανταλλάξαμε κανένα μήνυμα με την πρώην αγαπημένη μου. Είχα αλλάξει τη ζωή μου: δούλευα στο ραδιόφωνο, είχα τελειώσει και τον στρατό και, ξαφνικά, ένα βράδυ την πετυχαίνω σε ένα μαγαζί. Ανταλλάξαμε δύο-τρεις θερμές κουβέντες. Το πρωί μού έρχεται ένα μήνυμα: «Στις 21.00 φεύγω για Κρήτη με το μεγάλο πλοίο των Μινωικών Γραμμών. Αν θέλεις, έλα. Σου έχω βγάλει εισιτήριο. Θα πάμε με καμπίνα. Μην απαντήσεις, απλώς έλα».

Δεν της απάντησα. Απλώς πήγα στις 21.00 και είδα το μεγάλο πλοίο που έφευγε για Κρήτη. Μέσα μου ένιωθα πια μια χαρμολύπη: ότι το μεγάλο πλοίο άλλοτε ενώνει κι άλλοτε χωρίζει τις τυχαίες νεανικές αγάπες. Και κάπου εκεί κατάλαβα πως, αν ο έρωτας ήταν ακτοπλοϊκή γραμμή, εγώ είχα πάρει λάθος εισιτήριο, χωρίς καμπίνα και με επιστροφή αυθημερόν.

Σχετικά άρθρα