58 ώρες στο Ηράκλειο, 8 εστιατόρια: Μια χορταστική διαδρομή από το κατάστρωμα του πλοίου έως τα Ανώγεια

58 ώρες στο Ηράκλειο, 8 εστιατόρια: Μια χορταστική διαδρομή από το κατάστρωμα του πλοίου έως τα Ανώγεια

Στην Κρήτη πάντα υπάρχει χώρος για μία ακόμη μπουκιά.

Υπάρχουν ταξίδια που ξεκινούν από ανάγκη και καταλήγουν σε μικρή γαστρονομική αποστολή. Στο Ηράκλειο βρέθηκα για κάτι λιγότερο —ή κάτι περισσότερο— από 58 ώρες, ανάλογα με το αν μετράει κανείς και το πήγαινε-έλα με το πλοίο. Ο λόγος της ακτοπλοϊκής επιλογής δεν ήταν ρομαντικός: κουβαλούσα πράγματα που έπρεπε να παραδοθούν. Όχι φαγητά, όχι αναμνήσεις, όχι κάποιο συμβολικό φορτίο. Κι όμως, κάπου ανάμεσα στο κατάστρωμα, στα Λιοντάρια, στην Αγία Πελαγία και στα Ανώγεια του Ρεθύμνου, το σύντομο ταξίδι μεταμορφώθηκε σε μια πυκνή περιήγηση στην κρητική όρεξη.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Δείπνο εν πλω

φαγητό πλοίο

Η πρώτη γαστρονομική στάση έγινε πριν καν φανεί η Κρήτη στον ορίζοντα. Στο à la carte εστιατόριο του Knossos Palace, το ταξίδι άρχισε με τον πιο απρόσμενα φροντισμένο τρόπο. Το αυθεντικό κρητικό μενού στα εστιατόρια των Festos Palace και Knossos Palace υπογράφει η μαγείρισσα Νεκταρία Κοκκινάκη και φέρει την πιστοποίηση «Κρητική Κουζίνα» της Περιφέρειας Κρήτης. Η ιδέα είναι απλή αλλά ουσιαστική: να συναντήσει ο ταξιδιώτης την Κρήτη πριν ακόμη πατήσει στο νησί, μέσα από συνταγές, πρώτες ύλες και γεύσεις που δεν αντιμετωπίζουν το πλοίο ως αναγκαστικό ενδιάμεσο, αλλά ως αρχή της εμπειρίας.

Αν βρεθείτε στο πλοίο, αξίζει να σταθείτε στον μπακαλιάρο, στα μανιτάρια φρικασέ, στο αρνί τσιγαριαστό, στα ντολμαδάκια και, κυρίως, στη σφακιανή πίτα. Ο μπακαλιάρος είχε εκείνη την καθαρή, θαλασσινή αλμύρα που ισορροπεί όμορφα με τη φρέσκια ντομάτα και τα χόρτα, ενώ τα μανιτάρια φρικασέ έδιναν μια γήινη, σχεδόν λεμονάτη νοστιμιά, πιο βαθιά απ’ όσο περιμένεις από ένα πιάτο εν πλω. Το αρνί τσιγαριαστό ήταν μεστό, λιπαρό όσο πρέπει, με πατάτες που τραβούσαν τη σάλτσα χωρίς να ζητούν συγγνώμη. Τα ντολμαδάκια είχαν λεπτό άρωμα από μυρωδικά και η σφακιανή πίτα, με τη γλύκα του μελιού και την απαλή αλμύρα του τυριού, έκλεινε το δείπνο σαν μικρή υπόσχεση ότι η Κρήτη είχε ήδη αρχίσει. Το δείπνο είχε εκείνη τη σπάνια αρετή να είναι τίμιο, καλομαγειρεμένο και αρκετά χορταστικό, ώστε να σε στείλει για ύπνο με την ευγνωμοσύνη ανθρώπου που έχει ήδη ξεκινήσει τις διακοπές του, παρότι βρίσκεται ακόμη στη μέση του Αιγαίου.

Πρωινό στα Λιοντάρια

Στις 06:30 το πλοίο έδεσε στο Ηράκλειο και η πόλη μόλις ξυπνούσε. Η πρώτη κίνηση ήταν σχεδόν αυτονόητη: Λιοντάρια. Σε απόσταση λίγων βημάτων, τρεις στάσεις φτιάχνουν ένα μικρό, γλυκό τρίγωνο της πρωινής πόλης: μπουγάτσα με κρέμα από το «Κιρκόρ», μπουγάτσα με τυρί από τις «Φυλλοσοφίες» και γαλακτομπούρεκο από το «Γκλόρια».

Η μπουγάτσα με κρέμα παίζει στο γνώριμο δίπολο τραγανού φύλλου και βελούδινης, ζεστής γέμισης, με την άχνη και την κανέλα να αφήνουν εκείνη την παιδική γλύκα που δεν χρειάζεται μετάφραση. Η εκδοχή με τυρί είναι πιο αλμυρή, πιο γήινη, με τη μυζήθρα να δίνει χαρακτήρα χωρίς να βαραίνει. Το γαλακτομπούρεκο, από την άλλη, έχει τη δική του τελετουργία: φύλλο που σπάει, σιρόπι που γυαλίζει και κρέμα που κρατά την ισορροπία ανάμεσα στο πλούσιο και στο νοσταλγικό. Είναι από εκείνες τις διαδρομές που δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις. Αρκεί να σταθείς στην πλατεία, να ακούσεις την πόλη να ξεκινά και να αφήσεις τη ζάχαρη άχνη να κάνει τη δουλειά της.

Στον «Αλευρά», για το τίμιο μεσημέρι

Ηράκλειο Κρήτης

Το καφενείο του «Αλευρά» είναι από εκείνα τα μικρά σημεία που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με κατάλογο-εγκυκλοπαίδεια. Λίγα πιάτα, καθαρές γεύσεις, σωστή ποσότητα και μια αίσθηση ότι κάθε τι βγαίνει από κουζίνα που ξέρει ακριβώς τι κάνει. Ιδανική ώρα για επίσκεψη είναι είτε γύρω στις 11:30 είτε αργότερα, κοντά στις 15:00, όταν ένα απλό τραπέζι μπορεί να γίνει πλήρες γεύμα.

Τα κεφτεδάκια ήταν ζουμερά, με τραγανή εξωτερική κρούστα και αφράτο εσωτερικό, από εκείνα που σε κάνουν να ψάχνεις αυθόρμητα λίγο ψωμί για τη συνέχεια. Η φρουταλιά —μια γενναιόδωρη ομελέτα με τηγανητές πατάτες— ξεχώρισε για την απλότητά της: αυγό δεμένο σωστά, πατάτα που κρατά ακόμη τη γλύκα της και μια λιπαρή θαλπωρή που θυμίζει κουζίνα σπιτιού. Η χωριάτικη σαλάτα, οι μελιτζάνες και οι πιπεριές συμπλήρωσαν το τραπέζι με καπνιστές, λαδερές και καλοκαιρινές νότες, με τον τρόπο που μόνο τα πραγματικά τίμια καφενεία ξέρουν.

Στο «Galea», με θέα την Αγία Πελαγία

Galea Ηράκλειο Κρήτης

Το ίδιο βράδυ, η διαδρομή μεταφέρθηκε στην Αγία Πελαγία, στο «Galea», το εστιατόριο του Castello Infinity Suites. Η τοποθεσία από μόνη της στήνει σκηνικό: ο κόλπος απλώνεται μπροστά στο τραπέζι και, την ώρα της δύσης, το φως κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα στην Κρήτη: να τα υπερβάλλει όλα λίγο, αλλά με γούστο. Το «Galea» παρουσιάζει μια κουζίνα που συνδυάζει κρητικές και μεσογειακές αναφορές με πιο κοσμοπολίτικη ματιά, σε ένα περιβάλλον που αξιοποιεί τη θέα χωρίς να επαναπαύεται σε αυτή. Ο σεφ Κώστας Ασσαργιωτάκης κινείται πάνω σε υλικά του τόπου, δίνοντάς τους πιο σύγχρονη φόρμα.

Από τα πιάτα, το ριζότο με γαρίδες είχε καθαρότητα και ένταση, με τη γλύκα της γαρίδας να περνά στο ρύζι και να αφήνει στο στόμα μια θαλασσινή επίγευση χωρίς υπερβολές. Το καπρικό με λάχανο και πουρέ έφερνε στο τραπέζι τη βαθιά νοστιμιά της κρητικής κουζίνας: καπνιστό, μεστό, σχεδόν παρηγορητικό, με το λάχανο να κόβει τη λιπαρότητα και τον πουρέ να λειτουργεί σαν μαλακό υπόστρωμα. Όμως, η κατσίκα με κριθαράκι και μια πινελιά στάκας στην κορυφή ήταν η στιγμή που το δείπνο απέκτησε χαρακτήρα. Το κρέας είχε ένταση, αλλά όχι αγριάδα· το κριθαράκι κρατούσε τη σάλτσα και η στάκα έδινε εκείνη τη βουτυράτη, σχεδόν προκλητική κρητική υπογραφή. Το κρητικό cheesecake με μυζήθρα έκλεισε το μενού με γλυκύτητα και τοπική ταυτότητα, αποδεικνύοντας ότι ένα επιδόρπιο μπορεί να είναι ταυτόχρονα γνώριμο και σύγχρονο.

Στο κτήμα του Κασσάκη

Κτήμα Κασσάκη Ηράκλειο Κρήτης

Στο κτήμα του Κασσάκη, η γεύση είχε πιο άμεσο, σχεδόν πρωτογενή χαρακτήρα. Τα ντολμαδάκια ήταν μικρά, αρωματικά και φίνα, με το αμπελόφυλλο να κρατά μια ευχάριστη οξύτητα και τη γέμιση να μυρίζει άνηθο, κρεμμύδι και καλοκαίρι. Τα κεφτεδάκια είχαν τη σπιτική σιγουριά του πιάτου που εξαφανίζεται πριν προλάβει να κρυώσει. Το αρνί οφτό έφερνε στο τραπέζι τη λιτή δύναμη της φωτιάς: κρέας τρυφερό, αλάτι όσο χρειάζεται και μια καπνιστή επίγευση που δεν ζητούσε τίποτα παραπάνω. Το καπρικό, πιο βαθύ και πιο πληθωρικό, είχε εκείνη τη λιπαρή ένταση που ζητάει κρασί, ψωμί και παρέα. Δίπλα τους, οι γραβιέρες, το ξιδάτο λουκάνικο και το απάκι έφτιαχναν μια μικρή εγκυκλοπαίδεια της κρητικής νοστιμιάς.

Αν πέσετε στα αλλαντικά του Κασσάκη, μην αμελήσετε να πάρετε το ξιδάτο λουκάνικο, το καπρικό και τα απάκια του.

Απόγευμα στα Ανώγεια

Στα Ανώγεια, η γεύση ήρθε πιο απλά, σχεδόν σαν διάλειμμα. Ένας καφές, ένα γαλακτομπούρεκο και ο αέρας του χωριού αρκούσαν για να αλλάξει ο ρυθμός. Το γλυκό είχε τραγανό φύλλο, καλά δεμένο σιρόπι και κρέμα με ήπια γλύκα, από εκείνες που δεν σε κουράζουν, αλλά σε κάνουν να κόβεις «λίγο ακόμη».Mπορεί να αλλάξαμε Νομό και πήγαμε στο Ρέθυμνο . Αλλα τι είναι 30 λεπτά σε ένα εξαιρετικό δρόμο .

Το αντικριστό έμεινε για την επόμενη φορά —όχι από έλλειψη επιθυμίας, αλλά από έλλειψη διαθέσιμου χώρου στο ανθρώπινο στομάχι. Και αυτό, στην Κρήτη, είναι ίσως η πιο τίμια μορφή αυτογνωσίας. Ήθελα, επίσης, να προσκυνήσω στον τόπο γέννησης του μεγάλου Νίκου Ξυλούρη.

Μια στάση στο «Cine Γύρος»

Cine Γύρος Ηράκλειο Κρήτης

Στο «Cine Γύρος», η προσδοκία ήταν ένα μεγάλο, πληθωρικό σουβλάκι με γύρο και πατάτες, από εκείνα που κλείνουν τη μέρα χωρίς πολλές διαπραγματεύσεις. Η μερίδα είχε γενναιοδωρία και το ψήσιμο έδινε τη γνώριμη, λιπαρή χαρά του γύρου, όμως η έντονη οξύτητα από το ξίδι τραβούσε την προσοχή περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Ίσως έφταιγε η σύγκριση με όσα είχαν προηγηθεί: μετά το καπρικό, τα ντολμαδάκια και την κατσίκα με στάκα, ακόμη και ένα καλό σουβλάκι μπαίνει αναγκαστικά σε δύσκολη παρέα.

Τελευταία στάση: «Apiri»

Apiri

Το «Apiri», εκτός από ένα ξεχωριστό εστιατόριο με έναν ευφάνταστο μάγειρα, τον Στέφανου Λαυρενίδη, διαθέτει ίσως και τον πιο δροσερό εξωτερικό χώρο στο Ηράκλειο.

Στο «Apiri», οι γεύσεις κινήθηκαν σε πιο δημιουργική τροχιά. Το ταρτάρ μοσχαριού, παρουσιασμένο ως αποδομημένος λαχανοντολμάς, είχε φρεσκάδα, οξύτητα και μια παιχνιδιάρικη μνήμη από το οικείο πιάτο, χωρίς να το μιμείται. Το χιουνκιάρ με αγκινάρα έφερνε κρεμώδη υφή και φυτική πικράδα που ισορροπούσε τη λιπαρότητα. Οι δύο μακαρονάδες —με γαρίδα και με ζυγούρι— ήταν πλούσιες, βουτυράτες και γεμάτες ένταση, η καθεμία με τον δικό της τρόπο: η πρώτη πιο θαλασσινή και καθαρή, η δεύτερη πιο βαθιά και κρεάτινη. Το μυλοκόπι με ζωμό κακαβιάς ήταν από τα πιο ολοκληρωμένα πιάτα με ψάρι που έχω φάει, σχεδόν σεμιναριακό, με καθαρό ψάρι, συμπυκνωμένο ζωμό και μια επίγευση που θύμιζε καλοκαίρι σε πιο κομψή εκδοχή.

Σε λιγότερο από τρεις ημέρες, το Ηράκλειο απέδειξε ότι μπορεί να λειτουργήσει σαν πλήρης γαστρονομικός προορισμός: με πρωινά που ξεκινούν με μπουγάτσα, μεσημέρια σε καφενεία, βραδιές σε δημιουργικά εστιατόρια, επισκέψεις σε παραγωγούς και μικρές αποδράσεις στα ορεινά. Είναι ένας τόπος που ταΐζει χωρίς να κάνει φασαρία γι’ αυτό· με επιλογές για όλα τα βαλάντια, όλες τις διαθέσεις και —κυρίως— για όλες τις συναισθηματικές καταστάσεις. Γιατί στην Κρήτη, ακόμη κι όταν το πρόγραμμα είναι ασφυκτικό, πάντα υπάρχει χώρος για μία ακόμη μπουκιά.

Σχετικά άρθρα