Οι προσυνεδριακές γαστρονομικές ανακαλύψεις ενός άτυπου γενικού γραμματέα: «Osteria Greca»
Μικρές αποδράσεις που παρατείνουν την ευλογία του σαββατοκύριακου.
Όπως σας έχω αναφέρει και παλιότερα, οι Κυριακές του φθινοπώρου είναι θεσπέσιες μέχρι τη δύση του ήλιου. Μέχρι εκείνη την ώρα όλα μοιάζουν τακτοποιημένα: ο καφές έχει άλλη γεύση, ο δρόμος έχει μια γλυκιά υπόσχεση και οι άνθρωποι φαίνονται λίγο πιο ήρεμοι. Μετά, όμως, μόλις αρχίζει να πέφτει το φως, έρχεται αυτή η περίεργη ψυχολογική πτώση που κορυφώνεται μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι, σαν να σε προλαβαίνει απότομα η εβδομάδα πριν καν ξεκινήσει.
Από την Αθήνα μέχρι το κτήμα Λαλιώτη η διάρκεια οδήγησης είναι περίπου ενενήντα λεπτά· δεν προλαβαίνεις καν να μελαγχολήσεις κανονικά. Η αλήθεια είναι πως, όταν επικρατεί σιωπή μέσα στο αμάξι, συνήθως εξαιτίας ενός στενάχωρου τραγουδιού, το μυαλό μου μπαίνει σε μια περίεργη διαδικασία αναζήτησης θλίψης. Σαν να ψάχνει μόνο του έναν λόγο να βουλιάξει, ακόμη κι αν η μέρα είναι όμορφη. Έχω σκεφτεί ότι μπορεί να είμαι καταθλιπτικός, αλλά σίγουρα, αν ήμουν πραγματικά καταθλιπτικός, δεν θα το έλεγα τόσο εύκολα ούτε θα το αντιμετώπιζα με αυτή την ειρωνική απόσταση.


Οι σιωπές αυτές, ειδικά μέσα στο αμάξι, μπορεί καμιά φορά να φέρουν και Ανάσταση. Είναι περίεργο πώς μέσα σε μια διαδρομή μπορεί να χωρέσει η απόλυτη ευτυχία και η απόλυτη καταστροφή σε χρόνο dt. Ένα βλέμμα από το παράθυρο, μια στροφή του δρόμου, ένα χωριό που περνάς χωρίς να το προσέξεις και ξαφνικά αλλάζει όλη η διάθεση. Από εκεί που νιώθεις ότι όλα είναι μάταια, βλέπεις ένα κομμάτι ουρανό ή μια θάλασσα στο βάθος και θυμάσαι ότι τελικά τίποτα δεν είναι τόσο οριστικό όσο φαίνεται.
Μέσα στο κτήμα Λαλιώτη υπάρχει ένα υπέροχο εστιατόριο, το «Osteria Greca», το οποίο έχει θαυμάσια κρασιά, όχι μόνο του ίδιου του κτήματος αλλά και από άλλα. Και σε φοβερές τιμές· θέλω να το τονίσω αυτό. Δεν είναι από εκείνα τα μέρη που αισθάνεσαι ότι πληρώνεις την εικόνα περισσότερο από την εμπειρία. Αντίθετα, νιώθεις πως κάποιος έχει σκεφτεί τον επισκέπτη, πως θέλει να τον κάνει να περάσει καλά χωρίς να τον τιμωρήσει επειδή αποφάσισε να φύγει για λίγο από την πόλη.


Θα βρείτε υπέροχες γεύσεις: ζυμαρικά με κεφτεδάκια, πίτα με κρέας ευλογημένη με οίνο, γαρδουμπάκι φρικασέ — νομίζω το καλύτερο — σαλιγκάρια με σκορδόψωμο, πάβλοβα και, φυσικά, κρασί. Το φαγητό εκεί δεν έχει μόνο νοστιμιά· έχει και μια αίσθηση Κυριακής, μια αίσθηση τραπεζιού που απλώνεται χωρίς βιασύνη. Μιλάς, γελάς, σιωπάς λίγο, ξαναγεμίζεις το ποτήρι και για μερικές ώρες ξεχνάς όλες τις μικρές εκκρεμότητες που σε περιμένουν στην Αθήνα.
Εξαιρετικό φαγητό στο κτήμα και περίεργη η βόλτα μετά στα παραθαλάσσια χωριά της Κορινθίας. Σε πιάνει μια μελαγχολία για τα περασμένα μεγαλεία, για την κάθοδο των βαρβάρων που κατέστρεψαν έναν ευλογημένο τόπο, έχτιζαν όπου έβρισκαν και μετά τα παράταγαν. Βλέπεις σπίτια που μοιάζουν μισοτελειωμένα, δρόμους που οδηγούν σε αναμνήσεις, μαγαζιά που κάποτε θα είχαν κόσμο και τώρα κρατούν μόνο την ηχώ τους. Η δύση μας βρήκε στο Λουτράκι για έναν καφέ. Είχε λίγο αέρα, που ξαφνικά γινόταν απότομος, κι εκεί κοίταζα την πανέμορφη Λου, καθώς οι ριπές του ανέμου αναστάτωναν τα μαλλιά της και της έκρυβαν το πρόσωπο, αλλά όχι τα έντονα μάτια της. Εκείνα έπαιρναν περίεργα χρώματα με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, σαν να μάζευαν μέσα τους όλη την ημέρα πριν χαθεί.


Τι θα γινόταν αν κάποια ημέρα τα έχανα, σκέφτηκα. Και πριν πέσω σε αυτόν τον λαβύρινθο, πριν αφήσω τη σκέψη να γίνει φόβος, είπα μέσα μου ότι πρέπει να βρω τον τρόπο και τον χρόνο να ξεγελάσω τη φθορά. Να παρατείνω αυτή την ευλογία, όχι απαραίτητα με κάτι μεγάλο ή ηρωικό, αλλά με μικρές αποδράσεις, με τραπέζια που κρατούν λίγο παραπάνω, με δρόμους που δεν τελειώνουν βιαστικά, με ανθρώπους που αγαπάς και με μια Κυριακή που, έστω για λίγο, αρνείται να παραδοθεί στη Δευτέρα.