Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: «Διαγώνιος»
© Ρεμί

Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: «Διαγώνιος»

Μπορεί η Θεσσαλονίκη γαστρονομικά να άλλαξε, να απέκτησε νέα μαγαζιά, νέες μόδες και νέες εμμονές, αλλά η «Διαγώνιος» παραμένει εκεί.

Όταν ήμουν περίπου 25-26 χρονών και επισκέφτηκα για πρώτη φορά τη «Διαγώνιο», έπαθα ένα μικρό πολιτισμικό σοκ. Μέχρι τότε, στο μυαλό μου τα σουτζουκάκια ήταν υποχρεωτικά βουτηγμένα σε κόκκινη σάλτσα, κάπως βαριά, κάπως γνώριμα, όπως τα είχα φάει σε σπίτια και ταβέρνες. Μόλις τα είδα μπροστά μου σκέτα, χωρίς σάλτσες, χωρίς πολλά πολλά, απόρησα. Σκέφτηκα σχεδόν με απογοήτευση: «Αυτό είναι;». Βέβαια, μετά την πρώτη μπουκιά κατάλαβα ότι όχι μόνο αυτό ήταν, αλλά μάλλον αυτό έπρεπε να είναι.

Τα συνόδεψα, φυσικά, με το απόλυτο συνοδευτικό: ρώσικη σαλάτα. Όχι μια οποιαδήποτε ρώσικη, αλλά αυτή τη σουρεαλιστική, σχεδόν μυθική ρώσικη της «Διαγωνίου», που μαζί με τις τηγανητές πατάτες με έκανε να νιώσω ότι βρέθηκα στον γαστρονομικό παράδεισο. Ήταν από αυτές τις στιγμές που λες ότι η απλότητα, όταν είναι σωστά εκτελεσμένη, δεν χρειάζεται ούτε εξηγήσεις ούτε γαστρονομικές θεωρίες. Θέλει μόνο όρεξη, ψωμί και κάποιον απέναντι να συμφωνεί μαζί σου με το βλέμμα.

Μετά από χρόνια γνώρισα και τον γύρο τους και πραγματικά δεν κατάλαβα γιατί δεν γίνεται έτσι και στα υπόλοιπα σουβλατζίδικα. Δεν λέω ότι ανακάλυψα την Αμερική, αλλά να, υπάρχουν κάποια πράγματα που, όταν τα δοκιμάζεις σωστά, αρχίζεις να γκρινιάζεις για όλα τα υπόλοιπα. Ο γύρος της «Διαγωνίου» έχει αυτή την καθαρότητα και τη νοστιμιά που σε κάνει να λες: «Μα αφού γίνεται, γιατί δεν το κάνουν όλοι;».

Διαγώνιος
© Ρεμί

Το απίστευτο, όμως, στη «Διαγώνιο» δεν είναι μόνο το φαγητό. Είναι και ο διακτινισμός των ανθρώπων που σερβίρουν. Κινούνται με μια ταχύτητα που σε αποσυντονίζει ευχάριστα, σαν να καταλαβαίνουν την πείνα σου από χιλιόμετρα μακριά. Πριν καλά καλά προλάβεις να σκεφτείς τι θέλεις, κάτι έχει φτάσει στο τραπέζι. Πριν προλάβεις να πεις «να πάρουμε και κάτι ακόμα;», κάποιος μοιάζει να το έχει ήδη προβλέψει. Υπάρχει μια τελετουργία ταχύτητας, σχεδόν θεατρική, που ταιριάζει απόλυτα στο μεσημεριανό φαγητό της Θεσσαλονίκης.

Για μένα είναι ιδανική για μεσημέρι, ειδικά αν έχει καλό καιρό και καθίσεις έξω, να χαζεύεις τους ανθρώπους στην περατζάδα τους. Η Θεσσαλονίκη έχει αυτό το χάρισμα: σε κάνει να νομίζεις ότι κάθε γεύμα μπορεί να γίνει μικρή κοινωνική παρατήρηση. Κάθε τραπέζι, κάθε περαστικός, κάθε βιαστικός που σταματάει για λίγο φαγητό γίνεται μέρος του σκηνικού. Και μέσα σε όλα αυτά, εσύ έχεις μπροστά σου σουτζουκάκια, γύρο, ρώσικη και πατάτες. Τι άλλο να ζητήσει ένας άνθρωπος;

Ρετσίνα δεν πίνω σχεδόν ποτέ. Για την ακρίβεια, πίνω μόνο στη «Διαγώνιο». Εκεί, όπως έρχεται δροσερή, ταιριάζει τόσο πολύ με το φαγητό, που ξαφνικά σκέφτεσαι: «Τι κρασάρα είναι αυτή;». Μετά τη δοκιμάζεις αλλού και επιστρέφει στην πλήρη αδιαφορία της. Αυτό είναι το μυστήριο ορισμένων γεύσεων: έχουν νόημα μόνο στο σωστό μέρος, τη σωστή ώρα, με το σωστό φαγητό μπροστά σου.

Διαγώνιος
© Ρεμί

Στην επιστροφή για Αθήνα, παλιά έπαιρνες και πέντε έξι τσουρέκια κάστανο από τον Τερκενλή και τρίγωνα Πανοράματος από τον Ελενίδη, τα οποία φυσικά άρχιζες να τρως κάπου μέσα στα 504 χιλιόμετρα της επιστροφής. Η χαρά όσων περίμεναν το τσουρέκι ήταν απερίγραπτη, λες και τους έφερνες άρτο που είχε ευλογήσει ο Πατριάρχης. Με τα χρόνια ο Τερκενλής κόπηκε, γιατί ήρθε πια στην Αθήνα και χάθηκε λίγο η μαγεία της μεταφοράς. Μπορεί η Θεσσαλονίκη γαστρονομικά να άλλαξε, να απέκτησε νέα μαγαζιά, νέες μόδες και νέες εμμονές, αλλά η «Διαγώνιος» παραμένει εκεί. Ένα μεσημέρι θα με περιμένει πάντα για ένα γρήγορο σουτζουκάκι, λίγο γύρο, ρώσικη και ρετσίνα.

Και τώρα, στην ερώτηση ποια είναι η καλύτερη, η «Διαγώνιος», η «Νέα Διαγώνιος», η «Διάβαση» ή όποια άλλη σχολή, ειλικρινά δεν μπορώ να βρω μεγάλες διαφορές. Όλες τέλειες τις βλέπω. Και δεν το λέω με διπλωματία.

Σχετικά άρθρα