Η γαστρο-φιλμική λέσχη του Ρεμί: Τα τραπέζια της μαφίας
Το τραπέζι στις ταινίες της μαφίας δεν είναι ποτέ απλώς τραπέζι. Είναι συμβούλιο πολέμου, εξομολόγηση, δικαστήριο, οικογενειακή γιορτή και πιθανός τόπος προδοσίας.
Οι επιτυχημένοι άνδρες σκηνοθέτες μπορεί να πλασάρονται στον κόσμο σαν οραματιστές, μεγάλοι δημιουργοί, καθολικοί άνθρωποι και οτιδήποτε υπάρχει σε υπερθετικό βαθμό, αλλά πολύς κόσμος δεν ξέρει ότι είναι κακομαθημένα αγόρια. Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται και οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι. Μην σας μπερδεύει ότι οι μεν ασχολούνται με ταινίες καταστροφής και οι άλλοι με ταινίες στοχασμού· έχουν την ίδια λόξα: να εντυπωσιάσουν και να δείξουν στον συνάδελφό τους ότι είναι καλύτεροι από αυτόν. Άλλος θα γυρίσει μια έκρηξη με δεκαπέντε κάμερες, άλλος θα κρατήσει ένα πλάνο μέχρι να γεράσει ο θεατής, άλλος θα βασανίσει τον ηθοποιό του για να βρει την «αλήθεια» και άλλος θα ξοδέψει μια περιουσία για να περάσει ένα αυτοκίνητο από ένα στενό δρομάκι. Όλοι όμως, κατά βάθος, παίζουν το ίδιο παιχνίδι επίδειξης.
Υπάρχει ανταγωνισμός σαν τα σουτ που χτυπάγαμε στην αλάνα για το ποιος θα βάλει τα πιο πολλά γκολ ή ο διαγωνισμός σούζας στην παραλιακή. Κοινώς, ασχολούνται με πράγματα τα οποία είναι αχρείαστα και δεν ενδιαφέρουν κανέναν, εκτός από 2-3 τρελούς που τα ερευνούν και συντηρούν τον μύθο του αχρείαστου και ουσιαστικά ανανεώνουν τον βαθμό δυσκολίας και πρόκλησης. Κι όμως, αυτό το αχρείαστο είναι πολλές φορές που κάνει το σινεμά να μένει. Δεν θυμόμαστε μόνο την υπόθεση, αλλά την τρέλα πίσω από την εικόνα, την επιμονή, το καπρίτσιο, την ανάγκη ενός ανθρώπου να πει «θα το κάνω πιο δύσκολο, γιατί μπορώ». Είναι σαν τον μάγειρα που δεν αρκείται να βράσει μια σάλτσα, αλλά θέλει να κόψει το σκόρδο τόσο λεπτά που να λιώνει από ντροπή μέσα στο λάδι.
Screenshot 
Αλήθεια, Μάρτιν Σκορτσέζε, ποιον ενδιαφέρει ή ποιος κατάλαβε το μονοπλάνο στο «Goodfellas»; Γιατί ο Ρέι Λιότα δεν μπαίνει από την μπροστινή είσοδο σαν κύριος και εσύ να γλίτωνες ένα μήνα γυρισμάτων και ταλαιπωρίας; Να πάρει ένα ταξί, να κατέβει, να μπει από την πόρτα, να τελειώνουμε. Όμως όχι. Πρέπει να περάσουμε από διαδρόμους, κουζίνες, ανθρώπους που χαιρετούν, σερβιτόρους που ανοίγουν δρόμο, τραπέζια που περιμένουν, μέχρι να νιώσουμε ότι ο ήρωας δεν μπαίνει απλώς σε ένα κλαμπ, αλλά σε έναν κόσμο όπου όλα υποκλίνονται στην παρουσία του. Εκεί βρίσκεται το κόλπο. Δεν είναι επίδειξη για την επίδειξη· είναι μύηση.
Βέβαια, αν το νιώσεις και καταλάβεις τι έκανε, ότι σύνθεσε ολόκληρη χορογραφία αποτελούμενη από 80-100 ηθοποιούς και με εναλλαγή τουλάχιστον 4 χώρων με μια κίνηση της κάμερας, τότε μόνο θα καταλάβεις γιατί ο Πόλι κόβει τόσο λεπτές φέτες σκόρδο με ένα ξυράφι ανάμεσα σε γουλιές scotch. Σημασία έχει η λεπτομέρεια και στη μαγειρική και στον κινηματογράφο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η ζωή είναι δίκαιη που δίνει τα εύσημα σε αυτούς που κοιτάζουν τη μοναδική λεπτομέρεια. Η λεπτομέρεια που είναι βασική στη μαγειρική είναι το σκόρδο, το οποίο έχει την ικανότητα να μεταμορφώσει ένα πιάτο σε κάτι μοναδικό και αξέχαστο. Η μυρωδιά του όταν σοτάρεις, η γεύση του που παραμένει στα χείλη, το άρωμα που πλημμυρίζει την κουζίνα, όλα αυτά είναι οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά. Το σκόρδο είναι μικρό, ταπεινό, σχεδόν λαϊκό, αλλά μπορεί να δώσει κύρος σε μια σάλτσα όπως ένα σωστό πλάνο δίνει κύρος σε μια σκηνή. Αν καεί, καταστρέφει τα πάντα. Αν μείνει άψητο, προδίδει αδεξιότητα. Αν όμως πετύχει, γίνεται αόρατος πρωταγωνιστής.

Έχει σημασία να είναι λεπτά κομμένο από ξυράφι; Ο Πόλι από το σύμπαν των κακών παιδιών ισχυρίζεται πως ναι, γιατί αυτή είναι η πεμπτουσία της μαγειρικής. Η ιδανική συνταγή είναι: «Ξεκινάς με λίγο λάδι. Μετά τηγανίζεις λίγο σκόρδο. Μετά ρίχνεις τις ντομάτες, τις τσιγαρίζεις, κλείνεις το καπάκι και ξεκινά ο βρασμός. Προσθέτεις τα κεφτεδάκια, το κρασί και λίγη ζάχαρη». Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι. Όλη η ιταλοαμερικανική ψυχή των μαφιόζικων ταινιών βρίσκεται μέσα σε αυτή τη σάλτσα: οικογένεια, βία, τρυφερότητα, ψέμα, πείνα, εξουσία. Στις μαφιόζικες ταινίες τα πιτσιλίσματα από σάλτσες είναι πιο πολλά ακόμα και από τα αιματοκυλίσματα. Και πολλές φορές πιο σημαντικά, γιατί το αίμα δείχνει το τέλος, ενώ η σάλτσα δείχνει την καθημερινότητα του κακού.
Διαβάστε επίσης
Με φόντο αυτήν τη γαστρονομική πανδαισία, η ιταλική μαφία, η θρυλική Cosa Nostra, σημάδεψε την ιστορία της Αμερικής και της Ιταλίας. Οι μαφιόζοι συχνά απεικονίζονται να απολαμβάνουν πολυτελή γεύματα, να πίνουν σπάνια κρασιά και να συζητούν τις υποθέσεις τους γύρω από ένα καλοστρωμένο τραπέζι. Οι σκηνές αυτές, γεμάτες εντάσεις και συνωμοσίες, αποτυπώνουν τη σύνδεση ανάμεσα στο φαγητό και την εξουσία. Το τραπέζι στις ταινίες της μαφίας δεν είναι ποτέ απλώς τραπέζι. Είναι συμβούλιο πολέμου, εξομολόγηση, δικαστήριο, οικογενειακή γιορτή και πιθανός τόπος προδοσίας. Είτε πρόκειται για ένα απλό αλλά γευστικό πιάτο μακαρονάδας είτε για μια πολυτελή μπριζόλα, το φαγητό αποκαλύπτει πολλά για την κουλτούρα και τις παραδόσεις των χαρακτήρων. Το φαγητό αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος των τελετουργιών και των συναντήσεων των μαφιόζων, γιατί εκεί όπου μοιράζεται ψωμί μπορεί να μοιραστεί και σιωπή, φόβος ή εντολή.

Οι συνταγές και οι γεύσεις που απεικονίζονται στις ταινίες της μαφίας έχουν γίνει θρυλικές, με πολλές να γίνονται δημοφιλείς και εκτός του σινεμά. Σκέψου πόσα μαγαζιά έχουν επιλέξει ονόματα μαφιόζικα… άπειρα, μην σου πω. Μοιάζει να υπάρχει ένα χρέος προς τη μαφία που δεν επιτρέπει να μην αναφερθεί κάποιο όνομα ή φωτογραφία στο μενού σε ένα ιταλικό εστιατόριο. Η μακαρονάδα του Καπόνε, η μπριζόλα του Λάκι Λουτσιάνο, το ριγκατόνι του Βίτο Τζενοβέζε, το κανόλι του Τόνι Ακάρντο, το τιραμισού του Μπονάνο και η λίστα συνεχίζεται και θα συνεχίζεται. Είναι βέβαια παράξενο να πουλάς ρομαντισμό πάνω σε ανθρώπους που έσπειραν φόβο, αλλά ο κινηματογράφος έχει αυτή τη διαβολική ικανότητα: να κάνει το σκοτάδι φωτογενές. Βάζει μουσική, ωραία κοστούμια, σάλτσες που βράζουν και ξαφνικά ο θεατής ξεχνάει ότι πίσω από το στιλ υπάρχει βία.
Παρατηρώντας την αφθονία φαγητού στις μαφιόζικες ταινίες, ίσως να σκέφτηκες να γίνεις μαφιόζος. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για μια απαιτητική εργασία με υψηλά επίπεδα άγχους, έντονο ανταγωνισμό και χαμηλό ποσοστό επιβίωσης. Απαιτεί συνεχή καχυποψία, κακή ποιότητα ύπνου, οικογενειακά τραπέζια γεμάτα υπονοούμενα και μεγάλη πιθανότητα να μη φτάσεις ποτέ στο επιδόρπιο. Αν δεν ακολουθείς το δόγμα «η μητέρα του τρομαγμένου δεν φοβήθηκε ποτέ», καλύτερα να περιοριστείς στην παρακολούθηση μαφιόζικων ταινιών. Προσωπικά, εκτός από τον «Νονό» και το «Goodfellas», βρίσκω τους «Αδιάφθορους» εξαιρετικούς· βασικά, αυτή είναι η αγαπημένη μου. Γιατί δείχνει την πραγματικότητα που δεν πρέπει να αμελούμε, ότι πίσω από τη λαμπερή εικόνα τους κρύβουν ένα σκοτάδι αποπνικτικό. Μπορεί οι ταινίες του Σκορτσέζε να ωραιοποιούν την εικόνα τους, αλλά από τη μάνα γη τους, την Ιταλία, έρχονται ταινίες που δείχνουν τη δυστυχία που προκαλούν. Εκεί το φαγητό δεν λειτουργεί ως γοητευτικό σκηνικό, αλλά ως υπόμνηση ότι η κανονική ζωή συνεχίζεται δίπλα στον τρόμο.
Είναι πιο ωραία επιβράβευση να γεμίζεις παντού με κόκκινες πιτσιλιές από μια ωραία αματριτσιάνα με μαφαλντίνες —τι άτιμο ζυμαρικό είναι αυτές οι μαφαλντίνες!— παρά να έχεις πιτσιλιές από αίματα ενός αθώου.
Διαβάστε επίσης

Πού θα φας ωραία ζυμαρικά που θα σε κάνουν να λερωθείς; Οι επιλογές είναι πολλές, νομίζω. Προσωπικά, άνετα θα λερωνόμουν με τη μακαρονάδα Σαβόρο του Ovio, τη μακαρονάδα με καβουρμά από τις Σεϋχέλλες, τα λιγκουίνι ραγού του Rick’s, την cacio e pepe του Brunello και το απίστευτο tortelli που είναι γεμιστό και έχει μια σάλτσα με καφέ και τρούφα του Osteria Mama. Το καλό ζυμαρικό δεν τρώγεται αποστειρωμένα. Θέλει λίγο θόρυβο, λίγο ψωμί για τη σάλτσα, λίγο κίνδυνο να πέσει μια σταγόνα στο πουκάμισο. Θέλει να το αντιμετωπίσεις με την ίδια σοβαρότητα που ο Σκορτσέζε αντιμετωπίζει ένα πλάνο και ο Πόλι μια σκελίδα σκόρδο. Γιατί τελικά, αν είναι να λερωθούμε, ας λερωθούμε από κάτι που άξιζε.
Γι’ αυτό, λοιπόν… «Leave the gun, take the cannoli» ή rigatoni! Και αν γίνεται, αφήστε και τον μύθο λίγο στην άκρη, κρατήστε μόνο τη σάλτσα, το σκόρδο, το κρασί και την υπερβολή που κάνει το σινεμά και την κουζίνα να μοιάζουν τόσο επικίνδυνα απολαυστικά.