Το ημερολόγιο ενός Αθηνέζου στην Ξεσσαλονίκη: Τα σουτζουκάκια του Λάμπρου και το ζαχαροπλαστείο «Ήλιος»
Ο Ρεμί ως άτυπος γενικός γραμματέας της άτυπης επιτροπής «Δεν κυκλοφορώ σαν τουρίστας στη Θεσσαλονίκη» εγκρίνει.
Κεφάλαιο 1: Τα Σουτζουκάκια του Λάμπρου
Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη: η σουτζουκοαναζήτηση συνεχίζεται με τον Λάμπρο. Οι παροτρύνσεις ήταν άπειρες. Μηνύματα, στιχάκια στο Messenger, απειλές φιλικές και λιγότερο φιλικές: «Ρε βάζελε, πήγαινε στον Λάμπρο μήπως νιώσεις λίγο χαρά», «Χαζούλη Αθηναίε, τα σουτζουκάκια του Λάμπρου μας προσκύνα». Όταν μια πόλη επιμένει τόσο πολύ, δεν κάνεις τον δύσκολο. Πηγαίνεις, κάθεσαι, παραγγέλνεις και αφήνεις το πιρούνι να σε εκπροσωπήσει.
Ιστορικό μαγαζί στα Άνω Λαδάδικα, με συνταγή που παρουσιάζεται σχεδόν σαν κρατικό μυστικό. Κι αυτό είναι το ωραίο: δεν πας μόνο για το φαγητό, πας και για την τελετουργία. Το στενό, το τραπέζι, η απλότητα, η βεβαιότητα των θαμώνων ότι εδώ δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Η Θεσσαλονίκη σε τέτοια σημεία δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει. Σε κοιτάει ήρεμα και σου λέει: «Φάε πρώτα και μετά μιλάμε».

Σουτζουκάκια με ρυζάκι ως extra, ρωσική σαλάτα και βέβαια ρετσίνα. Νομίζω με αυτά δεν έχασε κανείς. Τα σουτζουκάκια είχαν αυτό το τίμιο, ζουμερό, μπαχαρένιο πράγμα που θες από ένα τέτοιο πιάτο: ούτε υπερβολές, ούτε γκουρμεδιές, ούτε προσπάθεια να σου εξηγήσουν την παράδοση με αφρό από κάτι. Το ρύζι έκανε τη δουλειά του, η ρωσική στάθηκε δίπλα σαν παλιός φίλος και η ρετσίνα ήρθε να κλείσει τη συμφωνία με υπογραφή και σφραγίδα.

Σαν άτυπος γενικός γραμματέας της άτυπης επιτροπής «Δεν κυκλοφορώ σαν τουρίστας στη Θεσσαλονίκη», μπορώ να πω ότι τα εγκρίνω. Δεν θα τα βάλω στα super αγαπημένα μου, γιατί πρέπει κάπου να κρατήσουμε και λίγο δράμα για τα επόμενα κεφάλαια, αλλά θα τα προτείνω άνετα στο top 5. Και αυτό, για έναν Αθηνέζο που προσπαθεί να γίνει αποδεκτός χωρίς να τον πάρουν με τις πέτρες, είναι μικρή νίκη. Η πόλη συνεχίζει να με εκπαιδεύει: με γλυκά, με σουτζουκάκια, με διορθώσεις στην προφορά και με εκείνη τη μόνιμη υπενθύμιση ότι όποιος ρωτάει, τρώει καλύτερα.
Κεφάλαιο 2: Ζαχαροπλαστείο Ήλιος
Άργησα να καταλάβω ότι στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν κι άλλα ζαχαροπλαστεία εκτός από τον Τερκενλή και τον Χατζηφωτίου. Τα πρώτα χρόνια που ανέβαινα, η διαδρομή ήταν σημειωμένη, σχεδόν προδιαγεγραμμένη: τσουρέκια, πουράκια, μια σακούλα για το σπίτι και δεύτερη σακούλα για να κάνω τον σπουδαίο στην Αθήνα. Πριν από είκοσι χρόνια, αν έφερνες τσουρέκι με κάστανο από τον Τερκενλή, είχες υποδοχή rock star. Σε σήκωναν στα χέρια, σε αγαπούσαν όλοι, σου συγχωρούσαν ακόμη και το ότι έλεγες «στη Θεσσαλονίκη» με ύφος ανθρώπου που μόλις ανακάλυψε την πυρίτιδα.
Ύστερα ήρθε ο Τερκενλής στην Αθήνα και τελείωσε αυτή η χαρά. Το τρόπαιο έγινε καθημερινότητα, η αποστολή έχασε το μυστήριό της και εγώ έμεινα με το ερώτημα: καλά, μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων έχει μόνο τρία-τέσσερα ζαχαροπλαστεία; Εκεί κατάλαβα ότι συμπεριφερόμουν σαν κλασικός Αθηνέζος τουριστοφάγος: πήγαινα στα γνωστά, έβγαζα συμπεράσματα και μετά έκανα και τον ειδικό.

Και τότε μια φωνή από τον ουρανό, με βαρύ λάμδα και ελαφριά ειρωνεία, ακούστηκε: «Ρε Αθηνέζε, ψάξου και λίγο παραπάνω. Ρώτα και κανένα καρντασάκι. Δεν έφτασε κανείς στην πόλη χωρίς να ρωτήσει». Υπάκουσα. Άρχισα να ρωτάω ταξιτζήδες, φίλους, φίλους φίλων, ανθρώπους που απλώς στεκόντουσαν δίπλα μου στην ουρά. Η Θεσσαλονίκη, αν τη ρωτήσεις ευγενικά, ανοίγει τετράδιο και σου δίνει ύλη.
Μου ήρθαν χιλιάδες πληροφορίες, χιλιάδες προτάσεις, χιλιάδες «άκου με που σου λέω». Τότε άρχισα να σημειώνω, γιατί είχα έναν σκοπό: από Αθηνέζος να μετατραπώ σε έναν άτυπο, ευρείας αποδοχής τύπο, για να λένε: «Τελικά αυτός ο Ρεμί, που είναι κάπου γραμματέας σε μια χαμουτζιδική λέσχη, κάτι σκαμπάζει· δεν πηγαίνει μόνο στα τουριστικά». Ήθελα, με λίγα λόγια, να πάψω να είμαι ο άνθρωπος που ξέρει δύο δρόμους και τρεις βιτρίνες.
Ζαχαροπλαστείο Ήλιος — σιγά την ανακάλυψη, θα πουν κάποιοι. Κι όμως, για μένα ήταν σαν να άνοιξε μια μικρή πόρτα στην κανονική πόλη. Πήρα τουλουμπάκια, εργολάβους και τρίγωνα. Το ζαχαροπλαστείο υπάρχει από το 1938 στην Αντιγονιδών και κουβαλάει όλη αυτή τη γλυκιά, παλιά αυτοπεποίθηση που έχουν τα μαγαζιά που δεν χρειάζεται να φωνάξουν για να τα προσέξεις. Είχα καιρό να δοκιμάσω τέτοιον φοβερό εργολάβο: αμύγδαλο, μαστιχωτή υφή, εκείνη η διακριτική αλαζονεία του γλυκού που ξέρει ότι κερδίζει. Άσε που έγινε και η ανατροπή: είχε και ωραίο τρίγωνο. Όχι απλώς «ωραίο για να το πούμε», αλλά από αυτά που λες μία μπουκιά και μετά κοιτάς το κουτί με υπολογισμούς στρατηγού.