Το μεγαλείο της νοστιμιάς και άλλες ιστορίες

Το μεγαλείο της νοστιμιάς και άλλες ιστορίες

Διαβάζω στο γαστρονομικό περιοδικό Saveur πως όταν ο chef Philip Tessier επισκέφθηκε τη Λιών, προκειμένου να συμμετάσχει στο Bocuse d’Or του 2013, πήρε μεγάλη πίκρα κι απογοήτευση.

Διαβάζω στο γαστρονομικό περιοδικό Saveur πως όταν ο chef Philip Tessier επισκέφθηκε τη Λιών, προκειμένου να συμμετάσχει στο Bocuse d’Or του 2013, πήρε μεγάλη πίκρα κι απογοήτευση. Όχι επειδή δε σεβόταν τους συναδέλφους που είχαν λάβει μέρος στο θεσμό, αλλά επειδή στα δικά του μάτια ήταν ξεκάθαρο ότι οι συμμετοχές αποσκοπούσαν περισσότερο στην ανάδειξη της παρουσίασης και της δημιουργικότητας και λιγότερο της γεύσης και της απόλαυσης.

Ο  Tessier πειράχτηκε, βλέπετε, ως οπαδός της άποψης η οποία ευαγγελίζεται ότι το φαγητό στηρίζεται στην τριαδική βάση: γαλούχηση – φιλοξενία – ανάμνηση. Κι έτσι όταν κλήθηκε φέτος να αντιμετωπίσει, στα πλαίσια του ίδιου διαγωνισμού εκπροσωπώντας τις ΗΠΑ, άλλους 23 chefs αποφάσισε πως θα προσπαθήσει να κάνει τους κριτές να δοκιμάσουν τα πιάτα του και να τα επιβραβεύσουν επειδή οπτικά θα ταυτίζονταν με το μεγαλείο της νοστιμιάς.

Τελικά, να μη σας τα πολυλογώ, τα κατάφερε. Κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο, βάζοντας τη χώρα του στο «χωράφι» που κυριαρχούσαν αποκλειστικά η Γαλλία και οι Σκανδιναβικές χώρες.

Για τη Γαλλία, μάλιστα, είναι τόσο σημαντικός ο διαγωνισμός  Bocuse d’Or, που τα μικρά «Γαλλάκια» μεγαλώνουν παρακολουθώντας τον στην τηλεόραση με τους γονείς τους  (στο δε χώρο διεξαγωγής βρίσκονται γύρω στα 2.500 άτομα, μεταξύ αυτών 500 Ιάπωνες). Μη σας πω ότι στις Σκανδιναβικές χώρες τα πορτραίτα των chefs που νίκησαν βρίσκονται κρεμασμένα δίπλα σε αυτά διάσημων προσωπικοτήτων και αρχηγών του έθνους. Το ευχάριστο στην περίπτωση του Tessier είναι ότι δεν επαναπαύτηκε στις δάφνες του καθώς αυτό το μήνα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ξεκινά την αναζήτηση εκείνου του chef που θα προσπαθήσει να τον ξεπεράσει καταρρίπτοντας αυτό το υψηλό ρεκόρ, στον επικείμενο διαγωνισμό του 2017.

Θα αναρωτηθείτε γιατί σας τα λέω όλα αυτά εν μέσω κρίσης. Την ώρα που άλλα ερωτήματα, πολύ πιο σοβαρά ταλανίζουν το μυαλό μας και ο εφιάλτης μιας ολοκληρωτικής κατάρρευσης κρέμεται πάνω από το κεφάλι μας ως δαμόκλειος σπάθη. Διότι, ακριβώς αυτή τη στιγμή, χρειάζεται το μυαλό να πιστέψει στα πράγματα που μπορεί να κάνει, αλλά κρατιέται πίσω. Τα γράφω αυτά γιατί έχω στο νου μου όλους αυτούς που, εδώ και λίγα χρόνια, προσπαθούν να αναδείξουν την κληρονομιά της ελληνικής κουζίνας, το θαύμα αυτό της αγκαλιάς της Μεσογείου, ποντάροντας στην ανόθευτη γεύση κι όχι στο στήσιμο. Και που μέχρι σήμερα έδειχναν να τα καταφέρνουν. (Όχι στο ίδιο επίπεδο, ομολογουμένως. Θα χρειαστούν πολύς χρόνος, θυσίες και εκπαίδευση για να καταστεί εφικτό ένα τέτοιο θαύμα. Αλλά δεν τους λείπει ούτε το κέφι, ούτε το ταλέντο). Την ίδια στιγμή σκέφτομαι κι εκείνους που τους αμφισβήτησαν στο παρελθόν με δριμείες κριτικές και απίστευτη χολή – όχι καλόπιστα, προκειμένου να διορθωθούν τα κακώς κείμενα και οι αβλεψίες, μα με κακία. Πρόκειται για «ξινούς» που χρειάζονται μια αποστομωτική απάντηση. Προσωπικά, αυτή τη στιγμή δεν έχω καλύτερη από την αποφασιστικότητα του Tessier, με τις μεγάλες προσδοκίες και την απίστευτη νίκη, σε ένα διαγωνισμό στον οποίο περίμεναν όλοι ότι θα αποτύχει. 

Κι έχω και άλλους δυο λόγους που ασχολήθηκα, εν μέσω ενός ελληνικού θέρους απίστευτης κατήφειας, με τον gastronomy star. Πρώτον, μου αρέσει να γράφω για τους ανθρώπους που αγαπούν τις προκλήσεις. Δεύτερον, μόλις ξόδεψα τα τελευταία μου πέντε ευρώ για  να γευτώ ένα θεσπέσια ζουμερό κρεατένιο σουβλάκι σε πίτα με δροσερή  ντομάτα και γιαούρτι κι ένα ποτήρι με παγωμένη μπύρα και ήρθα στο κέφι. Τόσο που θα πάω να στηθώ στην ουρά του ΑΤΜ χαμογελώντας.

Σχετικά άρθρα