Το Σάββατο θέλει εκδρομή στο Ναύπλιο και το «Valaora»
© Ρεμί

Το Σάββατο θέλει εκδρομή στο Ναύπλιο και το «Valaora»

Προλαβαίνετε-δεν προλαβαίνετε να ανακαλύψετε ένα ιδιαίτερο εστιατόριο στο Ναύπλιο που αγάπησε ο Ρεμί.

Το Ναύπλιο είναι μια πόλη που αγαπώ ιδιαίτερα. Δεν σας κρύβω πως, όταν έρχεται το Σάββατο και σκέφτομαι μια βόλτα προς τα νότια προάστια, συχνά προτιμώ να συνεχίσω λίγο πιο μακριά και να φτάσω μέχρι εκεί. Η διαδρομή μοιάζει ήδη με μικρή απόδραση, ενώ η πόλη, με τα στενά της, τη θάλασσα και τη διαρκή παρουσία της ιστορίας, σε κάνει να αλλάζεις διάθεση από την πρώτη στιγμή. Ένα παγωτό στον περίπατο και ύστερα ένα καλό εστιατόριο είναι, για μένα, ένας από τους ωραιότερους τρόπους να περάσω τη μέρα.

Επειδή η σωστή πληροφορία είναι πολύτιμη, κάποιος μου μίλησε για ένα εξαιρετικό εστιατόριο που λέγεται Valaora. Βρίσκεται στις περίφημες «Μπανιέρες» του Ναυπλίου, κάτω από τα τείχη της Ακροναυπλίας, με απρόσκοπτη θέα στη θάλασσα και στο Μπούρτζι. Το τοπίο από μόνο του δημιουργεί ατμόσφαιρα: το φως αλλάζει πάνω στο νερό, η πόλη μένει πίσω σου και το τραπέζι αποκτά κάτι σχεδόν κινηματογραφικό. Δεν θα στοχαστώ αυτή τη φορά για τον Γέρο του Μοριά και τη φυλάκισή του· θα σας πω, όμως, ότι το Valaora είναι ένα υπέροχο μέρος για ένα ρομαντικό δείπνο με το ταίρι σας, αλλά και για όποιον θέλει να συνδυάσει την έξοδο με μια ολοκληρωμένη γαστρονομική εμπειρία.

Valaora
© Ρεμί
Valaora
© Ρεμί

Γιατί, πέρα από την ομορφιά του χώρου και τη θέα, υπάρχει και ένας νέος μάγειρας με πραγματική προσωπικότητα. Ο σεφ Δημήτρης Παλιούρας έδωσε στο εστιατόριο το όνομα του χωριού καταγωγής του πατέρα του στα Άγραφα, τιμώντας τις παραδοσιακές γεύσεις, τις οικογενειακές μνήμες και τον τόπο που τις γέννησε. Αυτό φαίνεται και στην κουζίνα του: δεν αντιγράφει την παράδοση, αλλά τη διαβάζει ξανά με σύγχρονη ματιά. Δεν διαθέτει μόνο καλή τεχνική· έχει επίγνωση όσων κάνει, αναζητά ουσιαστικές πρώτες ύλες και χτίζει κάθε πιάτο με συγκεκριμένη σκέψη.

Αξίζει επίσης να τονίσω ότι, παρόλο που πρόκειται για εστιατόριο σύγχρονης ελληνικής κουζίνας, οι μερίδες είναι γενναιόδωρες. Τα πιάτα εντυπωσιάζουν πρώτα το μάτι, χωρίς όμως να θυσιάζουν τη γεύση για χάρη της εικόνας. Υπάρχει φροντίδα στην παρουσίαση, ισορροπία στις υφές και, κυρίως, εκείνη η αίσθηση ότι ο μάγειρας θέλει πραγματικά να σε χορτάσει και να σε ευχαριστήσει.

Άψογη ήταν και η συμπεριφορά των παιδιών στο σέρβις. Μου έκανε τρομερή εντύπωση η ευγένειά τους, επειδή δεν έμοιαζε τυπική ή προσποιητή· ήταν φυσική, ζεστή και ουσιαστική. Ήξεραν πότε να πλησιάσουν και πότε να αφήσουν την παρέα να απολαύσει τη στιγμή. Ξεχωριστή παρουσία είναι και ο σομελιέ του εστιατορίου, ενημερωμένος και πρόθυμος να εξηγήσει, να προτείνει και να συνδέσει το κρασί με τα πιάτα χωρίς επιτήδευση.

Valaora
© Ρεμί

Από τα πρώτα πιάτα, το ταρτάρ μοσχαριού ήταν ένας ευφυής φόρος τιμής στο σουβλάκι: γνώριμη ελληνική γεύση, παρουσιασμένη με ακρίβεια και φρεσκάδα. Το μπριάμ σε κροκέτα ήταν επίσης ξεχωριστό, καθώς έκλεινε μέσα σε μια τραγανή μπουκιά όλη τη θαλπωρή ενός σπιτικού φαγητού. Πολύ αξιόλογη βρήκα και τη χορτόπιτα με γιουφκά, αρωματική και ιδιαίτερα χορταστική, ένα πιάτο που πατούσε στην παράδοση χωρίς να μένει εγκλωβισμένο σε αυτήν.

Στα κυρίως, το χταπόδι με τα φασόλια και το αλλαντικό ένωναν τη γη με τη θάλασσα, δημιουργώντας έναν συνδυασμό τολμηρό αλλά αρμονικό. Η προβατίνα μουσακάς, από την άλλη, ήταν ένα πιάτο ιδιαίτερα μπρουτάλ και ταυτόχρονα φίνο: βαθιά γεύση, ένταση και λεπτομέρεια στην εκτέλεση. «Φίνα αλητεία» θα το χαρακτήριζα — από εκείνα τα πιάτα που σε αιφνιδιάζουν ευχάριστα και μένουν στη μνήμη πολύ μετά την τελευταία μπουκιά.

Το τέλος μάς βρήκε μπροστά σε δύο υπέροχα γλυκά: ένα με βύσσινο, δροσερό και μελετημένο, και ένα δεύτερο με σοκολάτα, πλούσιο όσο χρειαζόταν. Ήταν το ιδανικό κλείσιμο ενός δείπνου που απέδειξε ότι στο Valaora τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη, από την πρώτη υποδοχή μέχρι την τελευταία κουταλιά.

© Ρεμί

Έφυγα από το Valaora πραγματικά ευτυχισμένος, με την αίσθηση ότι ανακάλυψα ένα μέρος που αξίζει να γίνει προορισμός από μόνο του. Κρίμα που το έμαθα τόσο αργά, στα μέσα Σεπτεμβρίου. Γι’ αυτό προλάβετε να το επισκεφθείτε μέχρι τις 30 Οκτωβρίου· ύστερα μπαίνει σε χειμερία νάρκη. Εγώ, πάντως, θα επιστρέψω, γιατί υπάρχουν εστιατόρια που απλώς σερβίρουν καλό φαγητό και άλλα που δένουν μια γεύση με έναν τόπο, μια θέα και μια ολόκληρη ανάμνηση. Το Valaora ανήκει, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία.

Σχετικά άρθρα